Η Ρένα Βλαχοπούλου υπήρξε μία από τις πιο αγαπημένες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, μια καλλιτέχνιδα που κατάφερε να χαρίσει γέλιο, συγκίνηση και αμέτρητες αξέχαστες στιγμές στο κοινό. Με τη μοναδική φωνή της, το έμφυτο κωμικό ταλέντο και τον αυθόρμητο χαρακτήρα της, αγαπήθηκε όσο λίγοι καλλιτέχνες και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ελληνική ψυχαγωγία.

Η μοίρα έπαιξε ένα ιδιαίτερο παιχνίδι στη ζωή της, καθώς γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1923 και έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουλίου 2004, με διαφορά μόλις μίας ημέρας στο ημερολόγιο. Μέσα στα 81 χρόνια της ζωής της κατάφερε να εξελιχθεί από τη «βασίλισσα της τζαζ» στην αξεπέραστη «Κόμισσα της Κέρκυρας», έναν τίτλο που τη συνόδευσε για πάντα.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια στην Κέρκυρα
Η Ρένα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στην Κέρκυρα ως το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια, όμως αποκληρώθηκε όταν επέλεξε να παντρευτεί την Καλλιόπη, κόρη της υπηρέτριας του αρχοντικού όπου μεγάλωσε.
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η μικρή Ρένα ήρθε από πολύ νωρίς σε επαφή με τη μουσική. Συνοδεύοντας τον πατέρα της στο αρχοντικό του κόμη Θεοτόκη, γνώρισε το πιάνο και τους δίσκους της εποχής, μια εμπειρία που καθόρισε την πορεία της.
Η πρώτη εμφάνιση που άλλαξε τη ζωή της
Σε ηλικία μόλις 16 ετών τραγούδησε δημόσια για πρώτη φορά σε ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας στην Κέρκυρα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε στο βαριετέ «Όασις» στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος αναζητούσε νέα ταλέντα.
Η ερμηνεία της τον εντυπωσίασε τόσο, ώστε της πρότεινε αμέσως συνεργασία. Η πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή συνοδεύτηκε μάλιστα από ένα απρόοπτο: φορώντας δανεική τουαλέτα, πάτησε το φόρεμά της και έπεσε μπροστά στο κοινό, προκαλώντας άφθονο γέλιο. Ήταν ίσως η πρώτη ένδειξη του μοναδικού κωμικού της ταλέντου.

Από τη «Μικρή χωριατοπούλα» στο «Κορόιδο Μουσολίνι»
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της ήρθε με το τραγούδι «Μικρή χωριατοπούλα», το οποίο λίγο αργότερα διασκευάστηκε από τον Γιώργο Οικονομίδη στο ιστορικό «Κορόιδο Μουσολίνι», που έγινε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια της περιόδου του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε δίπλα σε κορυφαία ονόματα όπως η Σοφία Βέμπο, οι αδελφές Καλουτά και η Γεωργία Βασιλειάδου, ενώ ξεκίνησε και τις πρώτες της ηχογραφήσεις στην Odeon.

Η τραγωδία που σημάδεψε τη ζωή της
Ο πόλεμος έφερε και τη μεγαλύτερη προσωπική της απώλεια. Την 1η Νοεμβρίου 1940, κατά τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας από την ιταλική αεροπορία, μία από τις πρώτες βόμβες χτύπησε το πατρικό της σπίτι, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους και οι δύο γονείς της.
Ήταν ένα γεγονός που τη σημάδεψε για πάντα, όμως δεν κατάφερε να ανακόψει την πορεία της προς την επιτυχία.
Η «βασίλισσα της τζαζ»
Το 1943 ξεκίνησε η συνεργασία της με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο, ο οποίος της έγραψε τραγούδια με έντονα στοιχεία τζαζ.
Η φωνή της ξεχώρισε αμέσως και ο Τύπος της εποχής της χάρισε τον τίτλο «Βασίλισσα της Τζαζ».
Το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε» έγινε μεγάλη επιτυχία, ενώ η συνεργασία της με τον Σπάρτακο την οδήγησε σε περιοδείες στη Μέση Ανατολή και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όταν τραγούδησε για τον Σάχη της Περσίας
Κατά τη διάρκεια της περιοδείας της στην Περσία προσκλήθηκε να τραγουδήσει στα ανάκτορα του Σάχη Ρεζά Παχλαβί.
Η ερμηνεία της εντυπωσίασε τόσο τον μονάρχη, ώστε της χάρισε ένα πολυτελές μενταγιόν ως ένδειξη θαυμασμού.
Η μεγάλη καριέρα στο θέατρο
Τη δεκαετία του ’50 συνεργάστηκε με κορυφαίους θιάσους και περιόδευσε σε Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο και Κωνσταντινούπολη.
Παρότι η ίδια πίστευε πως ήταν γεννημένη τραγουδίστρια και όχι ηθοποιός, η πρώτη της εμφάνιση στην πρόζα το 1954 στην επιθεώρηση «Σουσουράδα» απέδειξε ότι διέθετε μοναδικό κωμικό ένστικτο και εξαιρετική σκηνική παρουσία.

Η καθιέρωση στον ελληνικό κινηματογράφο
Η κινηματογραφική της πορεία ξεκίνησε ουσιαστικά το 1956 με τις «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες», όμως η πραγματική απογείωση ήρθε λίγα χρόνια αργότερα.
Το 1962 ο Γιάννης Δαλιανίδης επέμεινε να της αναθέσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο», παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του Φιλοποίμενα Φίνου.
Η επιλογή αποδείχθηκε απόλυτα επιτυχημένη, καθώς η ταινία έγινε η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς και καθιέρωσε τη Ρένα Βλαχοπούλου ως τη μεγάλη σταρ των ελληνικών μιούζικαλ.
Ακολούθησαν δεκάδες επιτυχίες, με τραγούδια του Μίμη Πλέσσα όπως το «Σαν ξημερώνει Κυριακή» να γίνονται διαχρονικά.

Το μεγάλο «όχι» στην Πάστα Φλώρα
Το 1965 της προτάθηκε ο ρόλος της αξέχαστης Πάστα Φλώρας στην ταινία «Μια τρελή, τρελή οικογένεια».
Η ίδια αρνήθηκε, θεωρώντας ότι ήταν πολύ νέα για να υποδυθεί τη μητέρα της Τζένης Καρέζη. Ο ρόλος πέρασε τελικά στη Μαίρη Αρώνη, ενώ αργότερα η ίδια παραδέχτηκε πως ίσως αυτή να ήταν μία από τις λίγες λανθασμένες αποφάσεις της καριέρας της.
Η τηλεόραση, οι αυτοσχεδιασμοί και η αυθεντικότητα
Η πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση έγινε το 1976 στην ΕΡΤ, όμως η ίδια δεν ενθουσιάστηκε από το νέο μέσο.
Επέστρεψε δυναμικά στις αρχές της ιδιωτικής τηλεόρασης μέσα από τις σειρές «Μάμα μία» και «Μάλιστα κύριε», χαρίζοντας ακόμη μία φορά μοναδικές στιγμές γέλιου.
Σήμα κατατεθέν της υπήρξε ο αυτοσχεδιασμός. Συχνά ξέφευγε από το γραπτό κείμενο, δίνοντας στους ρόλους της μια αυθεντικότητα που κανείς άλλος δεν μπορούσε να μιμηθεί.
Η προσωπική της ζωή
Η Ρένα Βλαχοπούλου παντρεύτηκε τρεις φορές. Ο πρώτος γάμος της με τον ποδοσφαιριστή Κώστα Βασιλείου κράτησε δύο χρόνια, ενώ ο δεύτερος, με τον Γιάννη Κωστόπουλο, ολοκληρώθηκε το 1946.
Ο άνθρωπος της ζωής της ήταν ο επιχειρηματίας Γιώργος Λαφαζάνης, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1967 και παρέμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της.
Το τελευταίο αντίο στην «Κόμισσα της Κέρκυρας»
Η Ρένα Βλαχοπούλου έφυγε από τη ζωή στις 29 Ιουλίου 2004, ύστερα από επιπλοκές επέμβασης στο στομάχι που οδήγησαν σε ανακοπή καρδιάς.
Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη, ενώ στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Κέρκυρα, τα καταστήματα έκλεισαν ως ένδειξη πένθους. Το θέατρο «Μον Ρεπό» μετονομάστηκε σε Θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου», τιμώντας τη γυναίκα που χάρισε γέλιο και τραγούδι σε ολόκληρες γενιές.
Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό της, η Ρένα Βλαχοπούλου εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο του ελληνικού κινηματογράφου, της επιθεώρησης και της μουσικής σκηνής, αποδεικνύοντας πως οι πραγματικοί θρύλοι δεν φεύγουν ποτέ από τη μνήμη του κοινού.










