Αθήνα 1961.  Το Έγκλημα της Οδού Νιρβάνα. Η νεκρή γυναίκα με τα μαύρα

Αθήνα, Δεκέμβριος 1961. Η πόλη σκεπάζεται με ένα μουντό φως, από εκείνα που δεν αφήνουν περιθώρια στην ελπίδα. Οι εφημερίδες έχουν πρωτοσέλιδα για τις τιμές των τροφίμων, τις πολιτικές ζυμώσεις και τις επιτυχίες του κινηματογράφου, μα ένα μεσημέρι του Αγίου Νικολάου, όλα αυτά παραμερίζουν μπροστά στην πιο αποτρόπαιη είδηση των τελευταίων χρόνων:
«Εφιαλτικόν έγκλημα εις την οδόν Νιρβάνα. Νεαρά κυρία κατακρεουργηθείσα εντός του διαμερίσματός της!»

Η οδός Νιρβάνα, στα Πατήσια, ήταν τότε μια ήσυχη γειτονιά μικροαστών και ευυπόληπτων οικογενειών. Πολυκατοικίες με μαρμάρινες σκάλες, μπαλκόνια γεμάτα βασιλικούς και γυναίκες που φορούσαν ρόμπες ως το απόγευμα. Εκεί, στον αριθμό 23, κατοικούσε η Αλίκη Γεωργούλη, 32 ετών, σύζυγος γνωστού γιατρού. Μια γυναίκα της καλής κοινωνίας, που φαινομενικά είχε τα πάντα: σύζυγο επιτυχημένο, διαμέρισμα πολυτελές, φήμη σε κύκλους που σύχναζαν στο Ζάππειο και στο «Φλοράλ». Το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, η οικιακή βοηθός χτυπά την πόρτα όπως κάθε μέρα. Καμία απάντηση. Η πόρτα ξεκλείδωτη, μα η σιωπή απόκοσμη. Μπαίνοντας στο σαλόνι, το βλέμμα της παγώνει. Η Αλίκη κείτεται στο πάτωμα, μέσα σε λίμνη αίματος. Το σώμα της φέρει δεκαεπτά μαχαιριές  στο στήθος, στο πρόσωπο, στον λαιμό. Τα έπιπλα είναι αναποδογυρισμένα, τα λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα, και ένα γυάλινο βάζο σπασμένο δίπλα της. Η Αστυνομία φτάνει σε λίγα λεπτά. Ο επικεφαλής του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής, υπομοίραρχος Σπηλιόπουλος, δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Πρόκειται περί εγκλήματος ιδιαζόντως σκληρού. Ο δράστης εφέρετο να γνωρίζει το θύμα». Η είδηση διαδίδεται αστραπιαία. Το ραδιόφωνο ανακοινώνει το γεγονός, και οι εφημερίδες στήνουν έκτακτα τυπογραφεία. «Η Απογευματινή» κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο τη φωτογραφία της όμορφης Αλίκης, ντυμένης με μαύρο φόρεμα και μαργαριτάρια, κάτω από τον τίτλο: «Η νεκρά κυρία με τα μαύρα».

Τα Μυστικά της Κυρίας Γεωργούλη

Πίσω από τη βιτρίνα της κοσμικής ζωής, η Αλίκη φαίνεται πως έκρυβε ένα θυελλώδες πάθος. Οι γείτονες μιλούν για έναν νεαρό άνδρα που την επισκεπτόταν τα απογεύματα. Κάποιοι τον είχαν δει να μπαίνει βιαστικά στο σπίτι, άλλοι να αποχωρεί τις μικρές ώρες. Ο σύζυγος, γιατρός σε νοσοκομείο, έλειπε συχνά σε εφημερίες. Λίγες μέρες αργότερα, η Ασφάλεια συλλαμβάνει τον Δημήτρη Δραγάτση, 27 ετών, ναυτικό και πρώην αρραβωνιασμένο. Ο ίδιος παραδέχεται ότι γνώριζε την Αλίκη. «Την αγαπούσα, μα εκείνη ήθελε να με κρατά δεμένο», δηλώνει στους ανακριτές. Στο σπίτι του βρέθηκαν ρούχα με ίχνη αίματος.  Οι αστυνομικοί συνδέουν τα ευρήματα: το μαχαίρι της κουζίνας, που έλειπε από το σερβίτσιο της Αλίκης, τοποθετείται στο χέρι του. Η ιατροδικαστική έκθεση κάνει λόγο για «ανθρωποκτονία μετά θυμού και πάθους».

Η Δίκη του Αιώνα

Τον Απρίλιο του 1962, τα Δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων γεμίζουν από πλήθος κόσμου. Κυρίες με καπέλα, φοιτητές, περίεργοι και δημοσιογράφοι. Όλοι θέλουν να δουν από κοντά τον «δράστη της Νιρβάνα». Ο Τύπος μιλά για «έγκλημα πάθους», άλλοι όμως υπονοούν πως η υπόθεση έχει και πολιτικές διαστάσεις — ο πατέρας της Αλίκης ήταν αξιωματικός εν αποστρατεία, με γνωριμίες σε υψηλά κλιμάκια. Ο Δραγάτσης κάθεται στο εδώλιο σκυφτός. Δηλώνει πως δεν θυμάται τι συνέβη:
«Τσακωθήκαμε… μου είπε πως θα με καταστρέψει, πως θα πει στη μνηστή μου ότι έχουμε σχέση. Θόλωσα. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο».  Η απολογία του συγκλονίζει το ακροατήριο, αλλά οι φωτογραφίες της Αλίκης από τη δικογραφία —μιας γυναίκα που δολοφονήθηκε με τέτοια μανία— δεν αφήνουν περιθώρια. Οι ένορκοι αποφασίζουν ισόβια κάθειρξη. Κάποιοι ψιθυρίζουν πως η ποινή είναι επιεικής, άλλοι ότι η ζήλια είναι «αρρώστια που δεν θεραπεύεται».

Πηχυαίοι τίτλοι

Η υπόθεση Νιρβάνα μετατρέπεται σε φαινόμενο. Οι εφημερίδες κυκλοφορούν με σπάνια ένταση: «Ο έρωτας που έγινε σφαγή!» «Το πάθος της όμορφης Αλίκης!» «Η ζήλια όπλισε το χέρι του ναυτικού!» Οι δημοσιογράφοι αναζητούν φωτογραφίες, φίλες της Αλίκης μιλούν για τον «ευαίσθητο χαρακτήρα» της, ενώ οι ειδικοί σχολιάζουν την ψυχολογία του δράστη. Η λέξη «γυναικοκτονία» δεν είχε ακόμη μπει στο λεξιλόγιο της εποχής, μα η κοινή γνώμη αναγνωρίζει πως η βία του εγκλήματος ξεπερνά κάθε λογική. Στο ραδιόφωνο της ΕΙΡ, η εκπομπή «Οι υποθέσεις που συγκλόνισαν» αφιερώνει ειδικό επεισόδιο. Η φωνή του εκφωνητή τρέμει όταν περιγράφει «το μικρό διαμέρισμα όπου ο έρωτας μεταβλήθηκε εις φονικόν όργιον».

Μια Ελλάδα Ανάμεσα σε Δύο Κόσμους

Η δεκαετία του ’60 ήταν εποχή αντιφάσεων: οικονομική ανάπτυξη, αλλά και αυστηρά ήθη. Οι γυναίκες φορούσαν τα πρώτα ταγιέρ Παρισίων, όμως εξακολουθούσαν να κρίνονται σκληρά για τις επιλογές τους. Η υπόθεση της Νιρβάνα έγινε καθρέφτης αυτής της σύγκρουσης. Για πολλούς, η Αλίκη ήταν «μια γυναίκα που ξεπέρασε τα όρια». Για άλλους, ένα θύμα της κοινωνικής υποκρισίας. Οι εφημερίδες μιλούν για το «πάθος που σκοτώνει», μα λίγοι αναρωτιούνται γιατί μια γυναίκα έπρεπε να πληρώσει με τη ζωή της για έναν έρωτα που δεν ταίριαζε στα πρότυπα.

Η Μεταγενέστερη Μοίρα του Δραγάτση

Ο Δραγάτσης παρέμεινε στις φυλακές Κορυδαλλού για δεκαπέντε χρόνια. Κατά πληροφορίες, είχε υποδειγματική διαγωγή και εργαζόταν στο βιβλιοδετείο. Ζήτησε χάρη δύο φορές, χωρίς επιτυχία. Πέθανε λίγα χρόνια μετά την αποφυλάκισή του, σε ηλικία 50 ετών, άγνωστος και ξεχασμένος. Κανείς δεν τον θυμήθηκε. Μόνο το όνομα της Νιρβάνα έμεινε να στοιχειώνει τα παλιά αστυνομικά αρχεία, σαν υπόμνηση μιας εποχής που τα εγκλήματα είχαν ακόμα ηχώ στην ψυχή της πόλης.

Το Αποτύπωμα του Εγκλήματος

Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η υπόθεση της οδού Νιρβάνα στέκει σαν παράδειγμα του ελληνικού “εγκλήματος πάθους”: η σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την κοινωνική καταπίεση, στον έρωτα και την ιδιοκτησία. Οι εφημερίδες τότε μπορεί να την παρουσίασαν ως «σατανικό έγκλημα ζήλιας», όμως η αλήθεια είναι βαθύτερη — μια γυναίκα πλήρωσε με το αίμα της τη δική της ανεξαρτησία. Η οδός Νιρβάνα υπάρχει ακόμα, ήσυχη, με τις ίδιες πολυκατοικίες και τις γλάστρες στα μπαλκόνια. Κανείς δεν θυμάται πια πως σε ένα από αυτά τα διαμερίσματα, ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι του ’61, γράφτηκε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της αθηναϊκής ιστορίας. Κι όμως, όσοι διαβάζουν τα παλιά αρχεία της Αστυνομίας λένε ότι, τα βράδια του Δεκέμβρη, αν περάσεις από εκεί και φυσά αέρας, μπορεί να νομίσεις πως ακούς ακόμη τον απόηχο μιας γυναικείας φωνής να ψιθυρίζει:
«Δεν ήθελα να πεθάνω… ήθελα μόνο να αγαπήσω.»

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ