Ο Αλέκος Συσσοβίτης μίλησε με συγκινητικό τρόπο για τη σχέση του με τη μητέρα του και για τον βαθύ δεσμό που τους συνέδεε, αποκαλύπτοντας πώς αυτή η ισχυρή εξάρτηση επηρέασε την καριέρα του στο εξωτερικό.
Στην εκπομπή Super Κατερίνα, όπου βρέθηκε σήμερα (23/9) με αφορμή την πρεμιέρα της σειράς Porto Leone, ο ηθοποιός μίλησε ανοιχτά για τις προσωπικές του εμπειρίες και την επιρροή της οικογένειάς του στη ζωή και τις επιλογές του.
«Δεν υπάρχει πιο δυνατό πράγμα από τη μάνα. Από πολύ μικρό παιδί με ακολουθούσε στους γιατρούς, κι έτσι απέκτησα μια έμμεση γνώση της ψυχολογίας», ανέφερε, αναφερόμενος στις μάχες της μητέρας του με την ψυχική της υγεία.
Στη συνέχεια, εξήγησε πώς αυτή η σχέση καθόρισε την πορεία του: «Δεν ήταν δυνατόν μέσα από αυτήν την παθολογική εξάρτηση και την αγάπη που είχα μαζί της να μπορέσω να διακόψω αυτό το συναισθηματικό δεσμό και να ακολουθήσω τη δική μου πορεία στην Αμερική. Δεν ήταν επιλογή μου, ήταν μια επιταγή από τη δυνατή μας σχέση».
Όταν η συζήτηση πέρασε στην ασθένεια Αλτσχάιμερ, που ταλαιπωρούσε τη μητέρα του, ο Συσσοβίτης τόνισε: «Το Αλτσχάιμερ είναι μια εξαιρετικά δύσκολη και ραγδαία εξελισσόμενη ασθένεια. Μερικές φορές είναι πιο δύσκολο για εκείνους που βρίσκονται δίπλα στον άνθρωπο που το βιώνει. Όμως, αυτά τα κύματα αφήνουν πίσω τους πολύ βαθιά συναισθήματα. Νομίζω ότι όλοι μαθαίνουμε πολλά, ακόμα και όσοι ταλαιπωρούνται, για τον εαυτό μας αλλά και για τη ζωή γενικότερα».

“Η μητέρα μου ήταν ψυχοκόρη, έφτιαχνε πλεκτά για τη Βουγιουκλάκη και τον Βουτσά”
Σε παλαιότερη συνέντευξη του στην εκπομπή «Στούντιο 4» ο ηθοποιός αποκάλυψε στην εκπομπή πως εκείνη μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και ότι την έστειλαν στην ηλικία των εννιά ετών να δουλέψει ως υπηρέτρια στην Αθήνα, ενώ τόνισε πως οι ιστορίες των ανθρώπων, όπως της μητέρας του, που γεννήθηκαν μέσα στον πόλεμο του ’40 είναι «αιματηρές».
Πιο αναλυτικά, είπε: «Τη μητέρα μου την πήραν εννιά χρονών και την έστειλαν υπηρέτρια εδώ στην Αθήνα, ως ψυχοκόρη. Μετά όμως, όταν έκανε οικογένεια, μας έλεγε τις ιστορίες της παιδικής της ηλικίας και όχι μόνο. Εννιά χρονών τις πήραν από το ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη και τις έστειλαν εδώ, στην Αθήνα, σε ένα σπίτι στη Φιλοθέη».
Στη συνέχεια, πρόσθεσε: «Όταν μιλάμε για ανθρώπους που γεννήθηκαν το ’40, μέσα στον πόλεμο, σιωπούμε. Τι να πούμε για τις ιστορίες τους; Είναι αιματηρές. Δηλαδή η Ελλάδα αυτού του αιώνα δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του προηγούμενου αιώνα».
Για τη γνωριμία των γονιών του εξομολογήθηκε: «Οι γονείς μου γνωρίστηκαν εδώ στην Αθήνα, στη Φωκίωνος Νέγρη της Κυψέλης. Ο πατέρας μου δούλευε σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο και η μάνα μου είχε ένα ημιυπόγειο το οποίο, μετά την περίοδο όπου ζούσε στο σπίτι που ήταν υπηρέτρια, της έδωσε κάποια χρήματα ο άνθρωπος που είχε το σπίτι και έτσι αυτονομήθηκε και έκανε ένα μικρό πλεκτήριο. Τότε, επειδή είχε τσαγανό, έκανε πλεκτά για τον Βουτσά και την Βουγιουκλάκη και οποιονδήποτε έμενε στη Φωκίωνος Νέγρη. Χωρίς να την ξέρουν, χωρίς τίποτα».
Κλείνοντας, ο Αλέκος Συσσοβίτης ανέφερε: «Απλά ήταν τύπος που θα έβγαινε στον δρόμο, θα σε σταμάταγε και θα σου έλεγε ”εδώ εσένα θα σου κάνω ένα πλεκτό”. Και της έδινε η Βουγιουκλάκη εισιτήρια για να πάει στο θέατρο να την δει, δεν είχε να φάει. Πήγαινε στο εστιατόριο που δούλευε ο πατέρας μου, γνωρίστηκαν, μετά έφυγε η μάνα μου και πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακολούθησε ο πατέρας μου και με γέννησαν στη Θεσσαλονίκη».










