Η μυθιστορηματική ζωή, οι έρωτες, τα μυθικά παλάτια και η αυτοκτονία ενός από τους πιο θρυλικούς βασιλείς που συγκλόνισαν τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.
Αυτό το καλοκαίρι, η Unesco προσέθεσε επισήμως τα μυθικά παλάτια του βασιλιά Λουδοβίκου Β’ της Βαυαρίας στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, στρέφοντας ξανά τους προβολείς σε μια θρυλική, ρομαντική προσωπικότητα του 19ου αιώνα, που έχουν λατρέψει τόσο ο κινηματογράφος όσο και η λογοτεχνία.
Το κάστρο Νόισβανσταϊν — αλλά και τρεις ακόμα βασιλικές κατοικίες, όπως το Παλάτι Χέρενκιμζεε, το Κάστρο Λίντερχοφ και το Βασιλικό Σπίτι στο Σάχεν — μόλις φέτος τον Ιούλιο ανακηρύχθηκαν μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού, παρότι εδώ και σχεδόν 140 χρόνια από τον θάνατο του Λουδοβίκου Β’ αποτελούν πόλο έλξης εκατομμυρίων τουριστών, που συρρέουν μαγεμένοι από την ιστορία τους και την παραμυθένια — σε γοτθικές γραμμές — αρχιτεκτονική τους. Το Νόισβανσταϊν, που χτίστηκε υπό τις οδηγίες του ίδιου του βασιλιά, αποτέλεσε έμπνευση για το παγκοσμίως διάσημο Κάστρο της Σταχτοπούτας από την Disney.

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που το Χόλιγουντ, η μουσική και η λογοτεχνία εμπνέονται από τη μυθιστορηματική ζωή του Λουδοβίκου Β’. Η τραγική ιστορία του βασιλιά, που πέθανε παρθένος και ερωτεύθηκε παράφορα τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, έχει γίνει σενάριο, μπαλέτο, ταινίες, σειρές και λογοτεχνικά έργα. Το διάσημο μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι «Η Λίμνη των Κύκνων» λέγεται ότι εμπνεύστηκε από τον τραγικό πνιγμό του «Βασιλιά Κύκνου» στη λίμνη Στάρνμπεργκ το 1886, ενώ η ταινία «Ludwig» (1973) του Λουκίνο Βισκόντι και οι πρόσφατες σειρές για την εξαδέλφη του, πριγκίπισσα Σίσσυ της Αυστρίας στο Netflix, για την οποία έτρεφε ρομαντικά πλατωνικά αισθήματα, έχουν επαναφέρει την ιστορία του Λουδοβίκου Β’ στην επικαιρότητα.

Ο Λουδοβίκος Όθων Φρειδερίκος Γουλιέλμος γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1845 στο Παλάτι Νίμφενμπουργκ της Βαυαρίας, που σήμερα βρίσκεται σε ένα προάστιο του Μονάχου. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Μαξιμιλιανού Β΄ της Βαυαρίας και της Μαρίας των Χοεντσόλερν, κόρης του Γουλιέλμου της Πρωσίας. Ο παππούς του, από τον βασιλικό κλάδο του πατέρα του, ήταν ο Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας, πατέρας του Όθωνα, του πρώτου βασιλιά του ελληνικού κράτους.
Ο διάδοχος, ως παιδί, δέχθηκε πολύ αυστηρή εκπαίδευση — μια καταπιεστική διαπαιδαγώγηση που διαμόρφωσε τον εκκεντρικό του χαρακτήρα και τον οδήγησε σε μια διαταραγμένη ενήλικη ζωή. Η ψυχρή μητέρα — την οποία αποκαλούσε «η σύζυγος του προκατόχου μου» όταν ανέβηκε στον θρόνο — και ο αυστηρός, απρόσιτος πατέρας τον οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας εύθραυστης ψυχοσύνθεσης και στην ανάγκη να αποζητεί σε όλη του τη ζωή συναισθηματικά δεκανίκια.
Η τρυφερότητα της εξαδέλφης του, της θρυλικής πριγκίπισσας Σίσσυ και κατόπιν βασίλισσας της Αυστρίας, έγινε το αντίβαρο στην έλλειψη μητρικής αγάπης, ενώ μέσα από το απελπισμένο πάθος του για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ προσπαθούσε να πληρώσει την πατρική αγάπη που είχε στερηθεί ως παιδί.

Ο Λουδοβίκος Β’ ήταν ένας Πίτερ Παν, ένας άνδρας που έμεινε αιωνίως παιδί. Προσπαθούσε να χτίσει τον ρομαντικό κόσμο του σαν περίκλειστο φρούριο, σαν ένα απρόσιτο από την πεζή πραγματικότητα κάστρο. Κι αυτό ακριβώς έκανε όταν ανέβηκε στον θρόνο: έχτιζε εμμονικά παραμυθένια κάστρα που έμειναν στην Ιστορία ως σύμβολα ενός κόσμου που χάθηκε ολότελα μαζί με τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα.
Η ποίηση, η όπερα και οι γερμανικοί θρύλοι έγιναν το καταφύγιό του. Όταν παρακολούθησε σε ηλικία 15 ετών την όπερα «Λόενγκριν» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, συγκλονίστηκε βαθιά. Μαζί με τον υπασπιστή του, πρίγκιπα Παύλο, ανασυνέθεταν σκηνές από όπερες του Βάγκνερ. Όμως το περιβάλλον του νεαρού βασιλιά, δύο χρόνια μετά τη στέψη του το 1864, ανακάλυψε ότι η σχέση του με τον Παύλο, αν και ανολοκλήρωτη, ήταν ρομαντικής φύσης, και τον απομάκρυνε από την αυλή. Έναν χρόνο μετά, το 1866, ο Λουδοβίκος αρραβωνιάστηκε με τη Σοφία Καρλόττα της Βαυαρίας, εξαδέλφη του και νεότερη αδελφή της Ελισάβετ της Βαυαρίας, στις 22 Ιανουαρίου 1867.
Συναισθηματικά, ωστόσο, δεν συνδέθηκε ποτέ μαζί της, καθώς είχε ήδη βρει άλλο αντικείμενο λατρείας: τον Βάγκνερ, τον οποίο είχε καλέσει στο παλάτι του Μονάχου και είχε ήδη ως μονάρχης αγκαλιάσει οικονομικά τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες. Ο αρραβώνας με τη Σοφία Καρλόττα διαλύθηκε, ενώ η πλατωνική σχέση με τον παντρεμένο Βάγκνερ, που εξαρτιόταν οικονομικά από τον ασταθή συναισθηματικά βασιλιά, γρήγορα ξέφυγε από την πλευρά του Λουδοβίκου και έγινε ένα αθεράπευτο πάθος που τον συνόδευσε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η ανάδυση της ενιαίας Γερμανίας τον οδήγησε μακριά από την πολιτική, και αυτό ήταν το σημείο καμπής όπου η προσωπικότητά του άρχισε να γίνεται αφόρητη, ιδιότροπη και όλο και πιο σκοτεινή. Ο ρομαντισμός του σε έναν κόσμο που γινόταν όλο και πιο ρεαλιστικός και σύγχρονος μετασχηματίστηκε σε άγρια εκκεντρικότητα. Άρχισε να χτίζει εμμονικά παραμυθένια κάστρα, χρησιμοποιώντας τεράστια κεφάλαια από την ιδιωτική του περιουσία. Χρηματοδότησε, μάλιστα, τη θρυλική Όπερα του Μπαϊρόιτ, το λίκνο της μουσικής του αγαπημένου του Βάγκνερ, ενώ παρακολούθησε 209 ιδιωτικές παραστάσεις (μόνος ή με καλεσμένους), το συνολικό κόστος των οποίων ανερχόταν στα 97.300 μάρκα.
Ο διδάκτωρ Ψυχολογίας Christopher Ferguson, συγγραφέας του βιβλίου «Πώς η τρέλα διαμόρφωσε την ιστορία», αναφέρει ότι η ζωή του Λουδοβίκου Β’ είναι μια συναρπαστική ιστορία απαγορευμένου έρωτα, επαπειλούμενης ψυχικής ασθένειας και απόλυτης τραγωδίας. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν σήμερα ότι ο Λουδοβίκος ήταν ομοφυλόφιλος. Η έλλειψη θρησκευτικής και κοινωνικής αποδοχής συνέβαλε στην εύθραυστη ψυχική του κατάσταση.
Η αγάπη του για τον Βάγκνερ είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα. Ο Βάγκνερ δεν ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά ο Λουδοβίκος τον ερωτεύτηκε, πιθανότατα λόγω της μουσικής του. Ο Βάγκνερ συντηρούσε σκοπίμως την πλατωνική ρομαντική σχέση για οικονομικούς λόγους, αλλά τα τρυφερά του λόγια μάγεψαν τον εύθραυστο νεαρό άνδρα.
Οι μυθικές σπατάλες και η ασταθής συμπεριφορά του στοχοποίησαν τον Λουδοβίκο και σύντομα το υπουργικό του συμβούλιο τον καθαίρεσε, αντικαθιστώντας τον με τον θείο του, Λεοπόλδο, ως αντιβασιλέα της Βαυαρίας. Τον Ιούνιο του 1886, μια ομάδα ψυχιάτρων απεφάνθη ότι ο βασιλιάς έπασχε από παράνοια και μεταφέρθηκε φρουρούμενος στο Κάστρο Μπεργκ, στη λίμνη Στάρνμπεργκ, κοντά στο Μόναχο.
Την επόμενη ημέρα, 13 Ιουνίου 1886, ο Λουδοβίκος Β΄, γνωστός ως «ο τρελός βασιλιάς» που έχτιζε εμμονικά παραμυθένια κάστρα και ως «Βασιλιάς Κύκνος», αυτοκτόνησε, πέφτοντας στα παγωμένα νερά της λίμνης Στάρνμπεργκ. Ο θάνατός του ενέπνευσε τον συγγραφέα Κλάους Μανν να γράψει το βιβλίο «Λούντβιχ: Σιδερόφραχτο παράθυρο», όπου αφηγείται μυθοπλαστικά τις τελευταίες στιγμές του βασιλιά, κρατούμενου σε θρυλικό πύργο με σιδερόφραχτο παράθυρο. Οι δύο άνδρες ανασύρθηκαν νεκροί από τη λίμνη, αλλά κανένας δεν γνωρίζει ακριβώς τι συνέβη.










