Πάνος Σόμπολος: Το βιβλίο του για την βεντέτα της Βορίζιας δεκαετίες πριν το σύγχρονο μακελειό στην περιοχή

Στη δεκαετία του ’50, στο χωριό Βορίζια της Κρήτης, έγινε μια βεντέτα που συγκλόνισε την Ελλάδα. Μια μικρή διαφωνία για κόψιμο δέντρων κατέληξε σε φριχτό αιματοκύλισμα: έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν και 14 τραυματίστηκαν μέσα σε μόλις δύο ώρες.

Το γεγονός έχει ξεχωριστή θέση στο βιβλίο του Πάνου Σόμπολου για τις βεντέτες, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.


Το χωριό και η τραγωδία

Τα Βορίζια βρίσκονται στους πρόποδες του Ψηλορείτη και έχουν γύρω στους 500 κατοίκους. Οι περισσότεροι ασχολούνται με τη γεωργία και κυρίως με την ελαιουργία. Σύμφωνα με τον Σόμπολο, η τραγωδία εκείνης της περιόδου ήταν τεράστια. Οι περισσότεροι από τους τραυματίες ακρωτηριάστηκαν και έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή.

Η βεντέτα ολοκληρώθηκε σε δύο μόνο ώρες, με μαχαίρια, πιστόλια και ακόμα και μια χειροβομβίδα που σκότωσε και τραυμάτισε πολλούς.


Το ξεκίνημα της βεντέτας

Όλα ξεκίνησαν στις 27 Αυγούστου 1955, στη γιορτή του Αγίου Φανουρίου. Ο δασοφύλακας της περιοχής, Γιάννης Φρ., 38 χρόνων, καθόταν έξω από ένα καφενείο όταν δέχτηκε επίθεση από τον 31χρονο Μανούσο Β. Το μαχαίρωμα ήταν προσχεδιασμένο, όπως έδειξε και το εισαγγελικό βούλευμα.

Μετά το πρώτο φονικό, επικράτησε πανικός. Ο κόσμος φώναζε και πυροβολούσε σε πολλές κατευθύνσεις. Στη γειτονιά, κοντά στο καφενείο, βρισκόταν το σπίτι του ιερέα του χωριού. Εκείνη τη στιγμή ήταν μέσα και ο 18χρονος Μανούσος Β., γιος του προέδρου της κοινότητας, που δέχτηκε μια σφαίρα και πέθανε αμέσως. Δεν ήταν τυχαίο: είχε το ίδιο όνομα με τον δράστη του πρώτου φόνου και ήταν μέρος της λογικής της βεντέτας.


Η χειροβομβίδα

Ένα από τα πιο φρικτά γεγονότα ήταν όταν ένας συγγενής του δράστη ανέβηκε στη στέγη ενός σπιτιού και πέταξε χειροβομβίδα στην αυλή του δασοφύλακα. Η έκρηξη σκότωσε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε 14 άλλους. Ο Θεοχάρης, που πέταξε τη χειροβομβίδα, συνελήφθη χωρίς αντίσταση και είπε μόνο: «Και φοβόσαστε, ρε, να με πιάσετε τη νύχτα και περιμένατε να ξημερώσει;».


Η παράδοση της βεντέτας

Στην Κρήτη, σύμφωνα με την παράδοση της βεντέτας, αν κάποιος σκότωνε συγγενή σου, έπρεπε να σκοτώσεις τον δράστη ή κάποιον δικό του. Αυτός ήταν ο λόγος που ο 18χρονος Μανούσος πέθανε άδικα.

Μετά το θάνατο του δασοφύλακα, τρεις συγγενείς του τράβηξαν όπλα και άρχισαν να πυροβολούν. Το χάος κράτησε ώρες και κανείς δεν ήταν ασφαλής.


Η δίκη

Η υπόθεση εκδικάστηκε στην Αθήνα για να αποφευχθούν νέες βεντέτες. Στο εδώλιο κάθισαν έξι άτομα που κατηγορούνταν για έξι δολοφονίες και 14 απόπειρες ανθρωποκτονίας.

Ο Μανούσος Β., που ξεκίνησε τη βεντέτα, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλακή και 2.000 δραχμές πρόστιμο. Ο Ζαχαρίας Χ., που σκότωσε τον 18χρονο, πήρε 10 χρόνια. Ο Θεοχάρης Λ., που πέταξε τη χειροβομβίδα, 25 χρόνια και αποζημίωση 15.000 δραχμές. Δύο ακόμη κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.


Η ζωή μετά τη φυλακή

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Μανούσος Β. άφησε πίσω τη βεντέτα και τα μίση. Άνοιξε μια ταβέρνα δίπλα στη φυλακή όπου είχε εκτίσει την ποινή του και ξεκίνησε μια νέα ζωή. Ήθελε να μείνει κοντά στους ανθρώπους που είχε ζήσει μαζί τους τόσα χρόνια και το έκανε.

Η βεντέτα στα Βορίζια παραμένει μια από τις πιο σοκαριστικές ιστορίες στην Κρήτη και την Ελλάδα και συζητιέται ακόμα και σήμερα, σαν παράδειγμα της δύναμης της παράδοσης αλλά και της φρίκης που μπορεί να προκαλέσει.

Ο Πάνος Σόμπολος γράφει…

Απρόσμενη είναι η εξέλιξη του τι ακολούθησε μετά την έκτιση της ποινής, με πρωταγωνιστές τους δράστες του φονικού – και ίσως δείχνει και τις χιουμοριστικές νότες που αποπειράται να προσδώσει ο συγγραφέας στα τραγικά γεγονότα: «Ο Μανούσος Β., σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, μετά την αποφυλάκισή του έβαλε τέλος στις βεντέτες και στα μίση και γύρισε σελίδα στη ζωή του. Εκανε διάφορες δουλειές και, αργότερα, αυτός ο πρώην κατάδικος πραγματοποίησε κάτι που ονειρευόταν από πολύ καιρό και το είχε θέσει ως στόχο.

Τι ήταν αυτό; Πήγε και άνοιξε ταβέρνα πλάι στον μαντρότοιχο των Φυλακών Αλικαρνασσού, όπου είχε εκτίσει την ποινή του. […] Γράφανε τότε οι συνάδελφοι δημοσιογράφοι: το γλεντάει ο Μανούσος! Δεν θέλει να αποχωριστεί τη φυλακή. Θέλει να είναι κοντά με τους ανθρώπους που έζησε μαζί τους τόσα χρόνια μέσα στα κελιά.

Αξίζει, τέλος, να αναφέρω κι ένα ανέκδοτο που πολύ συζητήθηκε στην Κρήτη και το συζητάνε ακόμη και σήμερα. Κάποτε επισκέφτηκε τον Μανούσο Β. στη φυλακή ο πατέρας του, ένας Κρητικός με σημαντική δράση στην Εθνική Αντίσταση, και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

Πατέρας: Ιντα κάνεις, παιδί μου Μανούσο;
Μανούσος: Εγώ, πατέρα, είμαι καλά. Πες μου, όμως, ίντα κάνουν οι χωριανοί μας.
Πατέρας: Ντα ήφησες μωρέ κιανένα ζωντανό;
Αυτή ήταν η πολύνεκρη βεντέτα που απασχόλησε την κοινή γνώμη για καιρό στην Κρήτη αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ