Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του «βασιλιά της pop», η περιουσία του Μάικλ Τζάκσον εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις και –πλέον– νέες δικαστικές εξελίξεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται αυτή τη φορά η κόρη του, Πάρις Τζάκσον, η οποία στρέφεται νομικά εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του πατέρα της, κατηγορώντας τους για έλλειψη διαφάνειας και αδικαιολόγητα υψηλές αμοιβές.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που κατατέθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου, οι διαχειριστές του κληροδοτήματος αποκάλυψαν ότι η Πάρις Τζάκσον έχει ήδη λάβει περί τα 65 εκατομμύρια δολάρια από την αξιοποίηση του real estate. Η δήλωση αυτή έγινε σε απάντηση στη νομική προσφυγή της Πάρις Τζάκσον, η οποία κάνει λόγο για αυθαίρετες αποφάσεις και υπερβολικά bonus που δόθηκαν στους ίδιους τους διαχειριστές το 2018.
Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι διαχειριστές: «Λίγοι έχουν ωφεληθεί περισσότερο από την επιχειρηματική κρίση των εκτελεστών της διαθήκης από ό,τι η ίδια η Πάρις Τζάκσον», ενώ συμπλήρωσαν ότι «έχει λάβει περίπου 65 εκατομμύρια δολάρια από την περιουσία». Μάλιστα, τόνισαν πως «δεν θα είχε λάβει τίποτα απ’ αυτά αν οι εκτελεστές είχαν ακολουθήσει την τυπική διαδικασία που προβλέπεται για μια περιουσία σαν αυτή το 2009».
Οι ίδιοι υπερασπίζονται τις ενέργειές τους, σημειώνοντας ότι παρέλαβαν μια περιουσία “γεμάτη χρέη και σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις”, την οποία κατάφεραν να μετατρέψουν σε ένα πραγματικό οικονομικό “θαύμα”: «Οι εκτελεστές πήραν μια περιουσία που ξεκίνησε μόνο με χρέη και βαριές οικονομικές υποχρεώσεις και την μετέτρεψαν σε μια περιουσία αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μια πραγματική δύναμη στη μουσική βιομηχανία σήμερα».
Οι κατηγορίες της Πάρις Τζάκσον
Η 27χρονη Πάρις κατέθεσε προσφυγή νωρίτερα μέσα στη χρονιά, καταγγέλλοντας ότι οι διαχειριστές ενέκριναν «υπερβολικά δώρα και φιλοδωρήματα» ύψους 625.000 δολαρίων σε τρεις νομικές εταιρείες, χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση.
Σύμφωνα με την καταγγελία, οι πληρωμές αυτές σχετίζονται με «απλήρωτο ή μη καταγεγραμμένο χρόνο εργασίας», χωρίς να δοθεί καμία επεξήγηση για το πώς και γιατί «οι δικηγόροι δεν μπόρεσαν να καταγράψουν τον χρόνο τους ή γιατί αυτή η αποτυχία δεν θα έπρεπε να αποκλείει την πληρωμή τους».
Στα δικαστικά έγγραφα της 24ης Ιουνίου αναφέρεται επίσης ότι δύο από τις νομικές εταιρείες έλαβαν «πριμ» πληρωμές χωρίς την απαραίτητη δικαστική έγκριση, παραβιάζοντας εντολή που προέβλεπε ότι οι αμοιβές έπρεπε να εγκρίνονται σταδιακά. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά:
«Ακόμη χειρότερα, αυτές οι πληρωμές φαίνεται, τουλάχιστον εν μέρει, αποτελούν πολυτελή φιλοδωρήματα που δόθηκαν σε ήδη υψηλόμισθους δικηγόρους».










