Ο Τέρης Χρυσός άνοιξε την καρδιά του σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Espresso επιχειρώντας να κάνει έναν απολογισμό ζωής και καριέρας. Ξετυλίγοντας το νήμα της πολυετούς πορείας του στο ελληνικό τραγούδι, μίλησε με ειλικρίνεια για τις χαρές, τις θυσίες, αλλά και την αίσθηση ότι η προσφορά του δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε.
Όπως εξομολογήθηκε, η γεύση που του άφησε η μουσική είναι τελικά γλυκόπικρη. Από τη μία, κατάφερε να πραγματοποιήσει όνειρα ζωής, να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο, από την άλλη, νιώθει ότι δεν βρήκε την ανταπόκριση και την ηθική δικαίωση που άξιζε. Σήμερα, στα 87 του χρόνια, ζει με μια τιμητική σύνταξη 750 ευρώ, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως τα δημοσιεύματα περί άθλιων συνθηκών διαβίωσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Παράλληλα, μίλησε για τη σχέση του με τον χρόνο και τον θάνατο, για το πώς άλλαξε το επώνυμό του για εμπορικούς λόγους, αλλά και για μια άλλη εποχή, όταν το πρώτο όνομα της νυχτερινής Αθήνας ήταν ο Σταμάτης Κόκοτας.
Ύστερα από δεκαετίες στη μουσική, με ταξίδια, συναυλίες και συνεργασίες με σπουδαίους καλλιτέχνες, πώς κυλά σήμερα η ζωή σας;
Είμαι πολύ χορτάτος από τη ζωή. Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο, έχω πάει στην Αμερική 12 φορές, στον Καναδά, στην Αυστραλία, σε όλη την Ευρώπη. Δεν έχω απωθημένα, τα είδα και τα έζησα όλα μέσα από τη δουλειά μου. Δεν ζητώ τίποτα παραπάνω.
Έχω μεγαλώσει τρεις γενιές με τα τραγούδια μου. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς μου έχουν φύγει από τη ζωή, έχουμε μείνει 3-4 μόνο. Έτσι είναι η ζωή και νιώθω συμφιλιωμένος με αυτό.
Ακόμα και τον θάνατο τον αντιμετωπίζω ρεαλιστικά. Ας έρθει, αρκεί να μην υποφέρω. Αν με βρει την ώρα που είμαι ξαπλωμένος, ακόμα καλύτερα. Δεν κάνω όνειρα πια, τα επόμενα χρόνια είναι λίγα για μένα. Είμαι 87 ετών, μπορεί αύριο να μην υπάρχω. Όταν φύγω, πιστεύω πως θα πουν καλά λόγια, όχι επειδή ήμουν καλός τραγουδιστής, αλλά γιατί ήμουν καλός άνθρωπος. Η υστεροφημία, πάντως, δεν με απασχολεί.
Η μουσική σάς εξασφάλισε μια ζωή με ηρεμία και αξιοπρέπεια;
Παίρνω μια τιμητική σύνταξη 750 ευρώ. Δεν τρέχουν τα χρήματα από τα μπατζάκια μου. Δεν ζω εύκολα, αλλά έχω να φάω και να βγω έξω. Με στενοχώρησε που ακούστηκε ότι ζω σε άθλιες συνθήκες. Είμαι άνθρωπος νοικοκύρης.
Τα χρόνια που δούλευα δεν έβγαζα πολλά χρήματα, γιατί το είδος που υπηρετούσα – η ποπ και το ελαφρύ τραγούδι – δεν είχε χρήμα. Με 1.000 δραχμές μεροκάματο δεν μπορούσες να κάνεις περιουσία, ειδικά όταν από εμένα ζούσαν τρεις οικογένειες. Την ίδια εποχή, ο Σταμάτης Κόκοτας έπαιρνε 30.000 δραχμές τη βραδιά, ενώ εγώ 1.000. Δεν μπορούσα να βγάλω εκατομμύρια, αλλά πάντα ζούσα αξιοπρεπώς.
Στο κουδούνι του σπιτιού σας υπάρχει και το πραγματικό σας επίθετο, «Χρυσογέλος», αλλά και το καλλιτεχνικό. Πώς γεννήθηκε το όνομα «Τέρης Χρυσός»;
Δεν το άλλαξα εγώ. Μου το άλλαξε ο Άλκης Στέας στη Θεσσαλονίκη, σε έναν διαγωνισμό ταλέντων, όταν ήμουν 20 χρονών. Τραγούδησα το «Mambo Italiano» και έγινε χαμός. Με ρώτησε πώς με λένε και του είπα «Λευτέρης Χρυσογέλος». Μου απάντησε: «Από σήμερα θα λέγεσαι Τέρης Χρυσός».
Μου άρεσε πάρα πολύ. Ήταν μικρό, εύηχο και το αγάπησα από την πρώτη στιγμή.
Νιώθετε ότι η προσφορά σας στη μουσική αναγνωρίστηκε ή ότι αδικηθήκατε;
Νιώθω πολύ αδικημένος. Έχω προσφέρει πολλά στο ελληνικό τραγούδι και δεν βρέθηκαν άνθρωποι να μου πουν έναν καλό λόγο ή να κάνουν κάτι ουσιαστικό για μένα. Θέλω, όταν πεθάνω, στον τάφο μου να γράφει: «Τέρης Χρυσός, ο αδικημένος».
Ένας τραγουδιστής που μου έκανε δεύτερη φωνή, και μάλιστα μέτρια, σήμερα έχει εκατομμύρια, ένα υπέροχο σπίτι και ένα λευκό πιάνο στο σαλόνι του. Αυτό το θεωρώ αδικία. Τι παραπάνω είχε; Πολλοί έβγαλαν εκατομμύρια με τραγουδάκια και δεν ξέρω με ποια άλλα μέσα. Αυτό με πονάει, αλλά έτσι γράφεται η ιστορία.










