Η Τασσώ Καββαδία υπήρξε μια γυναίκα που δεν έπαψε στιγμή να ονειρεύεται και να μάχεται για τα «θέλω» της. Μια σπουδαία ηθοποιός, που παραμένει ζωντανή μέσα από τους ρόλους της και συνεχίζει να μαγεύει το κοινό με τη διακριτική της δύναμη. Εκείνη που ερμήνευσε τους πιο “σκληρούς” χαρακτήρες του ελληνικού κινηματογράφου, όμως στην πραγματική της ζωή υπήρξε τρυφερή, ήρεμη και απίστευτα ευαίσθητη.
Η Τασσώ Καββαδία έμεινε στην ιστορία ως η γυναίκα που υποδύθηκε τους περισσότερους «κακούς» ρόλους. Η υποκριτική εμφανίστηκε τυχαία στη ζωή της, μα χρειάστηκαν λίγα μόνο μαθήματα για να συνειδητοποιήσει πως είχε γεννηθεί γι’ αυτήν. Επίμονη, δραστήρια, πολυπράγμων, αποτέλεσε την «ήρεμη δύναμη» του ελληνικού κινηματογράφου και κατάφερε να ξεχωρίσει χάρη στο ήθος και το ταλέντο της.

Η λαχτάρα να σπουδάσει και ο γάμος που την ανάγκασαν να κάνει στα 21
Γεννήθηκε στην Πάτρα και έζησε εκεί τα πρώτα της χρόνια, πριν η οικογένειά της εγκατασταθεί στην Αθήνα. Από μικρή είχε δεκάδες όνειρα: ήθελε να σπουδάσει, να ταξιδέψει, να γνωρίσει τον κόσμο. Όμως ο πατέρας της είχε άλλα σχέδια. Παρά τη θέλησή της να σπουδάσει, την ανάγκασε να παντρευτεί σε ηλικία μόλις 21 ετών τον βιομήχανο Αντώνη Σαλαπάτα.
Από τον γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά —τον Γιώργο, τον Βασίλη και την Ευγενία— και, αν και οι υποχρεώσεις μιας μητέρας τότε ήταν ατελείωτες, η Τασσώ δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της. Στα 27 της πήρε την απόφαση να χωρίσει και να χαράξει τη δική της πορεία, κόντρα σε κάθε κοινωνικό περιορισμό.
«Εκείνα τα χρόνια με τον πρώτο σύζυγό μου ήταν πολύ δημιουργικά για μένα. Σπούδασα πιάνο, έμαθα τη γραφή των τυφλών και έγραφα βιβλία γι’ αυτούς, ήμουν νοσοκόμα και ανήκα στο τμήμα ψυχαγωγίας του Ερυθρού Σταυρού – γιατί τότε ήταν ο πόλεμος του ’40 – κι ένα σωρό άλλα πράγματα, παράλληλα με τις υποχρεώσεις μου ως μητέρα. Εξέπεμπα όμως σε άλλο μήκος κύματος από εκείνον και διαλύσαμε τον γάμο μας», είχε πει η ίδια.

Η γνωριμία με τον Κάρολο Κουν και τα πρώτα βήματα στην υποκριτική
Μετά το διαζύγιο, ταξίδεψε στο Παρίσι όπου σπούδασε διακόσμηση. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, μαθήτευσε κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη στη ζωγραφική και λίγο αργότερα γνώρισε τον Κάρολο Κουν, ο οποίος θα σημάδευε την πορεία της. Στο Θέατρο Τέχνης έκανε τα πρώτα της μαθήματα και σύντομα μαγεύτηκε από την τέχνη.
«Όταν πήγα στη Σχολή του Κουν, ήμουν είκοσι επτά χρόνων και τους είπα ότι είμαι μεγάλη, αλλά μου απάντησαν ότι δεν υπάρχει ηλικία στην τέχνη. Κοντά στον Κουν έμεινα επτά χρόνια, τρία στη Σχολή και τέσσερα στο Θέατρο Τέχνης της Σταδίου. Έπαιξα πολλούς και διαφορετικούς ρόλους με μοναδική πληρωμή ένα φλιτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα», είχε πει η ίδια.
Το ταλέντο της δεν άργησε να φανεί. Πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει στο σινεμά, κάτι που δεν άρεσε καθόλου στον Κάρολο Κουν. «Καυγαδίζαμε συνέχεια και θυμάμαι πόσο μαρτύρησα μαζί του όταν έμαθε ότι θα παίξω στη δεύτερη ταινία μου, τη Στέλλα», θυμόταν η ίδια. Η γνωριμία της με τη Φίνος Φιλμ και τον Γιάννη Δαλιανίδη την καθιέρωσαν στη μνήμη του κοινού και άνοιξαν μπροστά της μια λαμπρή πορεία.

«Η πιο μισητή πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου»
Οι σκηνοθέτες τής εμπιστεύονταν πάντοτε τους «κακούς» ρόλους — κι έτσι έγινε η “κακιά” του ελληνικού σινεμά. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους», είχε πει με χιούμορ.
Ο Κακογιάννης κάποτε της είχε πει πως «έχει κάτι στο βλέμμα που καρφώνει τον άλλον». Στα γυρίσματα της Στέλλας, όταν η Μελίνα Μερκούρη δίσταζε να τη χαστουκίσει, εκείνος της απάντησε: «Μη σε νοιάζει. Όταν σε κοιτάξει, θα θελήσεις να της δώσεις τέσσερα».
Η ίδια, όμως, δεν ενοχλήθηκε ποτέ που έπαιζε την “άσχημη” ή την “κακιά”. Αντίθετα, το απολάμβανε. «Στην προσωπική μου ζωή είμαι εντελώς διαφορετική και οι νύφες μου λένε ότι είμαι καλή πεθερά», έλεγε γελώντας.

Ο δεύτερος γάμος και τα τελευταία χρόνια
Η Τασσώ Καββαδία παρέμεινε ενεργή για δύο δεκαετίες, συμμετέχοντας σε περίπου εβδομήντα ταινίες. Το 1965 παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Βασίλη Καλατζή. Μαζί έζησαν μια ήσυχη ζωή, ώσπου ο θάνατος τον πήρε πρόωρα. Από τότε και για τα επόμενα 25 χρόνια έζησε μόνη της, με αξιοπρέπεια και δύναμη.
«Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και ξέρω πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του», είχε πει σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις. Τα τελευταία χρόνια τα πέρασε στο σπίτι της στο Φάληρο, περιτριγυρισμένη από βιβλία και αναμνήσεις.
Κι αν κάτι έμεινε ως παρακαταθήκη από εκείνη τη σπουδαία γυναίκα, είναι η πίστη της στη ζωή:
«Δεν πιστεύω ότι τελειώνει η ζωή όταν γεράσεις. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις όνειρα για το αύριο.»











