Το σπίτι με τη στέρνα. Το έγκλημα της Σταυρούλας Γκουβούση

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η ελληνική επαρχία βίωνε ακόμη έντονα την αυστηρή ηθική, την πατριαρχία και τους άγραφους νόμους της «οικογενειακής τιμής». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε ένα από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας η υπόθεση της Σταυρούλας Γκουβούση, της πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε στη χώρα για ποινικό αδίκημα. Μια ιστορία γεμάτη πάθος, ζήλια, προκαταλήψεις και ωμή βία, που αποκάλυψε τις πιο σκοτεινές πτυχές μιας κοινωνίας που ήθελε να δείχνει αγνή, μα έκρυβε μέσα της βαθιά εγκλήματα σιωπής.

Το σπίτι των Γκουβούσηδων στο Λεωνίδιο δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Πέτρινο, διώροφο, με αυλή και μια βαθιά στέρνα στη μέση, χτισμένο σαν να κρατούσε μέσα του τα μυστικά και τις φωνές που δεν έβγαιναν ποτέ έξω. Εκεί ζούσαν τρεις άνθρωποι: η Σταυρούλα, η κυρά του σπιτιού· ο γιος της, Δημήτρης· και η νύφη της, η νεαρή Μεταξία, μόλις 22 ετών και ήδη πέντε μηνών έγκυος. Από την πρώτη μέρα του γάμου, η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν ηλεκτρισμένη. Η Σταυρούλα δεν είχε ποτέ δεχτεί τη Μεταξία. Την θεωρούσε «χωριάτισσα» από φτωχή οικογένεια, αμόρφωτη, χωρίς τρόπους, «όχι αντάξια του γιου της». Οι γειτόνισσες έλεγαν πως η πεθερά είχε βάλει στο μυαλό της ότι η κοπέλα τον είχε «παγιδεύσει» με την εγκυμοσύνη. Ο Δημήτρης, αδύναμος και υποτακτικός, δεν έπαιρνε ποτέ θέση. Ό,τι κι αν γινόταν μέσα στο σπίτι, άφηνε τη μητέρα του να έχει τον τελευταίο λόγο.

Έκανε τα πάντα για να την αποδεχθούν

Η Μεταξία, από την άλλη, ήταν ευγενική και πράα. Προσπαθούσε να μη δίνει αφορμές. Ξυπνούσε νωρίς, καθάριζε, μαγείρευε, έπλενε τα ρούχα στη στέρνα της αυλής. Κάθε φορά που ο Δημήτρης αργούσε να γυρίσει από το χωράφι, η Σταυρούλα την κατηγορούσε πως «τον έχει κάνει να βαριέται το σπίτι». Άλλες φορές, όταν η κοπέλα καθόταν λίγο να ξεκουραστεί, την έβριζε:
— Μια έγκυος και κάθεται! Ούτε μια γυναίκα της προκοπής δεν είσαι.

Οι καβγάδες έγιναν καθημερινότητα. Οι γείτονες άκουγαν φωνές, αλλά κανείς δεν ανακατευόταν. Έτσι ήταν τότε. «Τα οικογενειακά δεν βγαίνουν παραέξω», έλεγαν. Μόνο μια γυναίκα απέναντι θυμόταν πως, λίγες μέρες πριν το φονικό, είδε τη Μεταξία να στέκεται στο κατώφλι με το χέρι στο μάγουλο, να κλαίει σιωπηλά.

Η μέρα του φόνου

Ήταν η νύχτα των Φώτων, Ιανουάριος του 1959. Έξω φυσούσε, κι ο άνεμος έφερνε το νερό της βροχής στα παράθυρα. Μέσα στο σπίτι, η ένταση είχε χτυπήσει κόκκινο. Η Σταυρούλα είχε ακούσει φήμες πως η νύφη της είχε μιλήσει στο χωριό για τις φωνές και τις προσβολές. Το θεώρησε προδοσία.

Το βράδυ κάθισαν να φάνε. Ο Δημήτρης ήταν σιωπηλός. Η Μεταξία δεν άγγιξε το πιάτο της. Όταν σηκώθηκε να πλύνει τα πιάτα, η πεθερά τη σταμάτησε.
— Εδώ θα μείνεις. Έχουμε να τα πούμε.

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια σκηνή απόλυτου τρόμου. Η Σταυρούλα άρπαξε τη νύφη από τα μαλλιά και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Ο Δημήτρης σηκώθηκε, αλλά όχι για να τη σταματήσει· μόνο για να φέρει ένα σχοινί. Της έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα πόδια, «για να μην τρέχει σαν τρελή», όπως αργότερα θα έλεγε η ίδια η Σταυρούλα.

Η Μεταξία παρακαλούσε, φώναζε πως το παιδί της θα πάθαινε κακό. Εκείνοι ατάραχοι. Η μητέρα έδινε διαταγές, ο γιος υπάκουε. Σαν να είχε περάσει μια αόρατη γραμμή από λογική σε παράνοια. Την έσυραν ως την αυλή, κάτω από τη βροχή.

Η στέρνα στεκόταν στη μέση του χώρου, γεμάτη νερό από τις προηγούμενες μέρες. Η Σταυρούλα άνοιξε το ξύλινο καπάκι, έσκυψε πάνω και κοίταξε.
— Εδώ θα καθαρίσει το σπίτι μας, είπε ψυχρά.

Με ένα σπρώξιμο, την έριξαν μέσα. Η κοπέλα χτύπησε στα τοιχώματα, έπεσε με το πρόσωπο στο νερό και πάλεψε απεγνωσμένα, μα δεμένη δεν είχε ελπίδα. Ο Δημήτρης στεκόταν από πάνω, ακίνητος, ενώ η μητέρα του έσφιγγε τα χέρια της στο στηθόδεσμο σαν να ’θελε να διώξει τον θυμό. Δεν μίλησαν. Όταν σταμάτησε να κινείται, την κοίταξαν για λίγο κι ύστερα κάλυψαν τη στέρνα με το καπάκι.

Το ψεύτικο γράμμα

Το επόμενο πρωί, η Σταυρούλα πήγε στην αστυνομία. Με ψεύτικα δάκρυα δήλωσε πως η νύφη της είχε εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα. Κρατούσε στα χέρια ένα σημείωμα, τάχα γραμμένο από τη Μεταξία: «Δεν αντέχω άλλο. Φεύγω για να μη σας ντροπιάσω».

Όμως η γραφή ήταν αδέξια, και οι αστυνομικοί υποψιάστηκαν αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Λίγες ώρες αργότερα, όταν οι γείτονες μίλησαν για φωνές και φως στην αυλή, το σπίτι ερευνήθηκε. Η στέρνα άνοιξε και τότε αποκαλύφθηκε η φρίκη.

Το σώμα της Μεταξίας βρέθηκε δεμένο με το σχοινί ακόμα στα χέρια και στα πόδια, το πρόσωπο μελανιασμένο από τα χτυπήματα. Ήταν φανερό πως είχε ζήσει ως τη στιγμή που την έριξαν μέσα.

Οι ανακρίσεις

Όταν ο αστυνόμος ρώτησε τη Σταυρούλα τι συνέβη, εκείνη απάντησε ήρεμα:
— Ήταν τρελή. Μας έφερε ντροπή. Έπρεπε να φύγει.

Ο Δημήτρης δεν μίλησε σχεδόν καθόλου. Μόνο μια φορά ψιθύρισε:
— Η μάνα είπε πως έτσι θα σωθούμε.

Η ομολογία ήρθε σχεδόν αμέσως. Η γυναίκα περιέγραψε το έγκλημα χωρίς δάκρυα, σαν να μιλούσε για κάτι καθημερινό. «Δεν την άντεχα άλλο», είπε. «Μου ’χε πάρει το παιδί μου».

Το χωριό έπαθε σοκ. Άνθρωποι που μέχρι χτες τους χαιρετούσαν στον δρόμο τώρα δεν ήθελαν ούτε να τους δουν. Όσοι είχαν ακούσει φωνές εκείνο το βράδυ δεν θα ξεχνούσαν ποτέ το τι ακουγόταν μέσα από τους τοίχους: κλάματα, μετά σιωπή.

Η δίκη

Όταν ξεκίνησε η δίκη στην Κυπαρισσία, ο κόσμος συνέρρεε από παντού. Η Σταυρούλα καθόταν στο εδώλιο με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και το βλέμμα σταθερό. Ο Δημήτρης δίπλα της, σκυφτός, σαν σκιά. Οι λεπτομέρειες που ακούστηκαν συγκλόνισαν: το σχοινί, η στέρνα, το ψεύτικο γράμμα. Οι ένορκοι χρειάστηκαν μόλις μία ώρα για να αποφασίσουν.

Η καταδίκη ήταν θανατική. Η ίδια δεν έδειξε φόβο. Είπε μόνο:
— Ό,τι έκανα, το έκανα για το σπίτι μου.

Λίγους μήνες αργότερα, τα ξημερώματα του Αυγούστου του 1960, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα στον Υμηττό. Ο Δημήτρης ακολούθησε λίγες μέρες μετά.

Το σπίτι έμεινε έρημο. Η στέρνα καλύφθηκε με πέτρες, κι οι γείτονες απέφευγαν να περνούν απ’ έξω τα βράδια. Έλεγαν πως τις νύχτες των Φώτων, όταν φυσούσε δυνατός αέρας, ακουγόταν ακόμα μέσα από τους τοίχους ένα θρόισμα σαν νερό που κλείνει πάνω από κάποιον που παλεύει να ανασάνει. Η ιστορία της Σταυρούλας και της Μεταξίας έμεινε να διηγείται σαν προειδοποίηση: ότι το κακό δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά γεννιέται μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, πίσω από τις πόρτες που πιστεύουμε πως μας προστατεύουν.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ