Μίμης Φωτόπουλος: Η ορφάνια, η εξορία, η παρασημοφόρηση και το τέλος

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 36 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα ηθοποιού Μίμη Φωτόπουλου — του ανθρώπου που μετέτρεψε το λαϊκό πνεύμα σε τέχνη και τη μαγκιά σε ευγένεια. Ο «μάγκας» του ελληνικού κινηματογράφου χαρίζει ακόμη και σήμερα στιγμές γέλιου και συγκίνησης μέσα από τις ταινίες του, που παραμένουν ανεξίτηλες στον χρόνο. Η απώλειά του άφησε ένα τεράστιο κενό στο θέατρο και στον κινηματογράφο· μια θέση που κανείς δεν κατάφερε να καλύψει.

Τα δύσκολα χρόνια και τα πρώτα βήματα
Ο Δημήτρης (Μίμης) Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας και μεγάλωσε μέσα σε στερήσεις. Ορφανός από πατέρα σε νεαρή ηλικία, αναγκάστηκε να ωριμάσει γρήγορα. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από νωρίς φάνηκε πως δεν ήταν ένας απλός ηθοποιός, αλλά ένας βαθιά σκεπτόμενος καλλιτέχνης.
Η φράση του «Και μετά θα κάααθεσαι!» από την ταινία Ο ουρανοκατέβατος έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, όπως και οι ρόλοι του που συνδύαζαν ευφυΐα, χιούμορ και κοινωνική ευαισθησία.

Ο αγωνιστής της ζωής
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Φωτόπουλος εντάχθηκε στο ΕΑΜ, συμμετέχοντας ενεργά στην Αντίσταση. Δεν κρατούσε όπλο — το δικό του όπλο ήταν ο λόγος, το θέατρο και οι ιδέες. Συνελήφθη στα Δεκεμβριανά και εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα στην Αίγυπτο, όπου χιλιάδες Έλληνες βρέθηκαν έγκλειστοι. Εκεί, μέσα στους αμμόλοφους της ερήμου, με αφόρητη ζέστη την ημέρα και παγωνιά τη νύχτα, ο Μίμης Φωτόπουλος έστησε θέατρο για να κρατήσει ζωντανό το ηθικό των συγκρατουμένων του. «Μας έλειπε κάτι ουσιαστικό — το θέατρο», έγραψε στο βιβλίο του Το ποτάμι της ζωής μου.

Η αγωνία για τους δικούς του ήταν αβάσταχτη. Στο γράμμα που έγραψε στη μητέρα του —και που δεν έφτασε ποτέ— σημείωνε:
«Μάνα μου, βρίσκομαι στην Αφρική, στα σύρματα, χωρίς να ξέρω γιατί. Είμαι καλά, μα η σκέψη μου είναι κοντά σας. Γράψτε μου δυο λέξεις…»
Όταν επέστρεψε τον Μάρτιο του 1945, η ξαδέλφη του που τον είδε πρώτη, συγκλονίστηκε τόσο που της έπεσε το ταψί από τα χέρια.

Η τέχνη, η προδοσία και η δημιουργία
Η σύλληψή του είχε έρθει ύστερα από προδοσία — από έναν άνθρωπο του θεάτρου. Όμως εκείνος δεν κράτησε μίσος. Επέστρεψε στη σκηνή πιο ώριμος, πιο φωτισμένος. Το 1932 είχε ήδη κάνει το ντεμπούτο του στο σανίδι με τη «Λοκαντιέρα», ενώ λίγο πριν τον πόλεμο συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους και καλλιτέχνες. Από το 1952 δημιούργησε δικό του θίασο και περιόδευσε σε όλο τον κόσμο, μεταφέροντας την ελληνική ψυχή σε κάθε σκηνή.

Εκτός από ηθοποιός, υπήρξε ποιητής και ζωγράφος. Στην περίοδο της Δικτατορίας, με τη γυναίκα του εξόριστη στη Γυάρο, ο Φωτόπουλος βρήκε καταφύγιο στη ζωγραφική και στα κολλάζ από γραμματόσημα, παρουσιάζοντας δέκα εκθέσεις και πουλώντας εκατοντάδες έργα.

Η παρακαταθήκη και το τέλος
Ο Μίμης Φωτόπουλος υπηρέτησε το θέατρο, το σινεμά και τον πολιτισμό με ήθος. Υπήρξε πρόεδρος του «Άρματος Θέσπιδος», μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄ και τον Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Έφυγε ξαφνικά στις 29 Οκτωβρίου 1986, από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 73 ετών. Ένας λαός ολόκληρος τον αποχαιρέτησε με δάκρυα και χαμόγελα — όπως ακριβώς έζησε κι εκείνος: γελώντας μέσα από τον πόνο, μετατρέποντας την οδύνη σε τέχνη.

Σήμερα, 39 χρόνια μετά, ο Μίμης Φωτόπουλος παραμένει σύμβολο λαϊκής ευφυΐας, ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Ένας άνθρωπος που δεν λύγισε ούτε στην ορφάνια, ούτε στην εξορία, ούτε στη σκληρότητα της εποχής του. Και αυτό είναι το πιο σπάνιο παράσημο απ’ όλα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ