Για περισσότερο από τρεις αιώνες, το βλέμμα της σιωπηλής νεαρής γυναίκας με το τουρμπάνι και το φωτεινό μαργαριταρένιο σκουλαρίκι έχει καθηλώσει την ανθρωπότητα. Είναι το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι», ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους πίνακες του κόσμου, έργο του Ολλανδού δασκάλου του φωτός, Γιοχάνες Βερμέερ. Όμως, όσο εμβληματικό κι αν έγινε, το έργο κρύβει πίσω του ένα μυστήριο: ποια ήταν στ’ αλήθεια η κοπέλα που κοιτά τον θεατή με αυτό το μείγμα αθωότητας και επίγνωσης;
Η ιστορία της τέχνης έχει κατασκευάσει δεκάδες υποθέσεις. Είπαν πως ήταν η κόρη του ζωγράφου, η υπηρέτριά του, μια άγνωστη από το Ντελφτ, ή απλώς μια φανταστική μορφή. Ωστόσο, μια νέα θεωρία, που παρουσιάστηκε φέτος από τον διάσημο ιστορικό τέχνης Άντριου Γκρέιαμ-Ντίξον, υπόσχεται να φέρει το αίνιγμα πιο κοντά στη λύση του.

Η υπόθεση της μικρής Μαγδαλένας
Μιλώντας στη Sunday Times, ο Γκρέιαμ-Ντίξον –γνωστός για τα ντοκιμαντέρ του στο BBC και τις μελέτες του για τον Καραβάτζο– προτείνει μια τολμηρή εκδοχή: ότι το κορίτσι δεν είναι άλλη από τη Μαγδαλένα φαν Ράιβεν, κόρη του Πίτερ φαν Ράιβεν και της Μαρίας ντε Κνόιτ, πλούσιων εμπόρων του Ντελφτ και πιστών υποστηρικτών του Βερμέερ. Το ζεύγος υπήρξε όχι μόνο οικονομικός αλλά και πνευματικός προστάτης του καλλιτέχνη, και, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, ο ζωγράφος ένιωσε μια ιδιαίτερη σύνδεση με τη μικρή κόρη τους, την οποία απεικόνισε «όχι ως παιδί, αλλά ως αλληγορία πίστης και μεταμέλειας».
Ο ιστορικός θεωρεί πως ο πίνακας απεικονίζει τη Μαγδαλένα μεταμφιεσμένη σε Μαρία Μαγδαληνή, σύμβολο του εξαγνισμού και της συγχώρεσης, θέματα που συγκινούσαν βαθιά τους θρησκευτικούς κύκλους όπου κινούνταν ο Βερμέερ. Η οικογένεια φαν Ράιβεν ανήκε στους Remonstrants και στους πιο προοδευτικούς Κολλεγιαντιστές, κινήματα που τόνιζαν την ελευθερία της πίστης και τον εσωτερικό διάλογο με τον Θεό. Ο Βερμέερ, γιος πανδοχέα αλλά άνθρωπος φιλομαθής και ευαίσθητος, είχε περάσει από παρόμοια περιβάλλοντα· η σκέψη ότι ο πίνακας αποτελεί ένα είδος πνευματικού πορτρέτου δεν είναι απίθανη.
Η θεωρία του Γκρέιαμ-Ντίξον αναπτύσσεται στο βιβλίο του Vermeer: A Life Lost and Found, που κυκλοφορεί από τον οίκο Allen Lane, και έχει ήδη προκαλέσει θόρυβο στους κύκλους της τέχνης. Αν επαληθευτεί, ο πίνακας θα αποκτήσει μια νέα διάσταση: από αισθητική μελέτη του φωτός, θα μετατραπεί σε έργο με θρησκευτικό υπόβαθρο και προσωπική αφιέρωση.

Η Σκάρλετ Γιόχανσον στην ταινία
Από τη μυθοπλασία στην πραγματικότητα
Η υπόθεση δεν είναι η πρώτη που επιχειρεί να «ξεκλειδώσει» τη μούσα του Βερμέερ. Το 1999, το μυθιστόρημα της Τρέισι Σεβαλιέ Girl with a Pearl Earring αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τον πίνακα, παρουσιάζοντας μια ρομαντική εκδοχή: η νεαρή υπηρέτρια του ζωγράφου γίνεται το μοντέλο και, μέσα από μια σχέση σιωπής και απαγορευμένης έλξης, γεννιέται το αριστούργημα. Το βιβλίο γνώρισε τεράστια επιτυχία και μεταφέρθηκε το 2003 στον κινηματογράφο, με τη Σκάρλετ Γιόχανσον και τον Κόλιν Φερθ να δίνουν στο έργο μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μελαγχολίας.
Η φανταστική αυτή αφήγηση καθιέρωσε την εικόνα του «Κοριτσιού με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» ως Μόνα Λίζα του Βορρά, μιας γυναίκας που μιλά χωρίς λόγια. Η νέα θεωρία του Γκρέιαμ-Ντίξον έρχεται να απομυθοποιήσει το ερωτικό στοιχείο και να το αντικαταστήσει με μια πιο υπαρξιακή, θρησκευτική ανάγνωση. «Το βλέμμα της δεν είναι πρόσκληση», γράφει ο ιστορικός. «Είναι προσευχή».

Ο Βερμέερ
Η αντίθετη άποψη: η τέχνη ως ιδέα, όχι ως πρόσωπο
Όμως, δεν συμμερίζονται όλοι οι ειδικοί τον ενθουσιασμό του. Η ιστορικός τέχνης Ρουθ Μίλινγκτον, συγγραφέας του Muse: Uncovering the Hidden Figures Behind Art History’s Masterpieces, υποστηρίζει πως το έργο δεν αναπαριστά πραγματικό άτομο. Για εκείνη, το «Κορίτσι» είναι ένα tronie, δηλαδή μελέτη εκφράσεων και φωτός, είδος πολύ διαδεδομένο στην Ολλανδία του 17ου αιώνα.
«Το νόημα του πίνακα είναι η ίδια του η αμφισημία», δηλώνει. «Δεν πρόκειται για πορτρέτο, αλλά για άσκηση πάνω στην ομορφιά του βλέμματος, στη λάμψη του φωτός πάνω στο μαργαριτάρι, στη στιγμή που η ψυχή συναντά το βλέμμα του άλλου». Σύμφωνα με τη Μίλινγκτον, το να επιμείνουμε να ταυτίσουμε το κορίτσι με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ίσως αφαιρεί μέρος της μαγείας που το έκανε διαχρονικό.
Το μυστήριο της τεχνικής και του φωτός
Ανεξαρτήτως της ταυτότητας του μοντέλου, ο πίνακας παραμένει τεχνικό θαύμα. Δημιουργήθηκε γύρω στο 1665, πιθανότατα πάνω σε ξύλινο πάνελ, και δείχνει τη μαεστρία του Βερμέερ στη χρήση του καμέρας όμπσκιουρα, μιας πρώιμης φωτογραφικής τεχνικής που του επέτρεπε να αποτυπώνει το φως με μοναδική καθαρότητα. Η απουσία φόντου, το βαθύ σκούρο μπλε τουρμπάνι, το χρυσό ύφασμα και το μεγάλο, φωτεινό μαργαριτάρι συνθέτουν μια εικόνα σχεδόν υπερκόσμια.
Ο Βερμέερ, που πέθανε μόλις στα 43 του χρόνια αφήνοντας πίσω του λιγότερους από σαράντα πίνακες, είχε ζήσει όλη του τη ζωή στο Ντελφτ. Ήταν άνθρωπος μοναχικός, χρεωμένος και σχεδόν ξεχασμένος μετά τον θάνατό του. Μόνο τον 19ο αιώνα ανακαλύφθηκε ξανά το έργο του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μεγάλους δασκάλους της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.

Η αιώνια γοητεία του βλέμματος
Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» τόσο ακαταμάχητο; Ίσως το ότι ο πίνακας δεν αποκαλύπτει ποτέ ποια είναι. Το βλέμμα της βρίσκεται ακριβώς στο όριο ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση, στην εγγύτητα και την απόσταση. Κοιτάζει τον θεατή, αλλά δεν τον βλέπει. Είναι μια παρουσία και ταυτόχρονα ένα φάντασμα.
Γι’ αυτό και οι θεωρίες, από τη ρομαντική υπηρέτρια μέχρι τη μικρή Μαγδαλένα, ίσως λένε λιγότερα για την ίδια τη μούσα και περισσότερα για εμάς, τους θεατές, που επιζητούμε ένα πρόσωπο πίσω από το σύμβολο. Ο Βερμέερ φαίνεται να μας προσκαλεί όχι να λύσουμε το μυστήριο, αλλά να το κατοικήσουμε — να σταθούμε μπροστά του και να αναμετρηθούμε με τη σιωπή της.
Από το μουσείο στην παγκόσμια μνήμη
Σήμερα, ο πίνακας εκτίθεται στο Mauritshuis της Χάγης, όπου προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες καθημερινά. Στο πρόσφατο αφιέρωμα του Rijksmuseum στο Άμστερνταμ, η ουρά για να τον δει κανείς ξεπερνούσε τα διακόσια μέτρα. Φωτογραφίες, αφίσες, εξώφυλλα, emoji, ακόμη και ψηφιακές αναπαραστάσεις στο Metaverse έχουν κάνει το πρόσωπό της παγκόσμιο εικονίδιο.
Κι όμως, παρά τη φήμη του, το έργο διατηρεί κάτι απρόσιτο. Το φως του μαργαριταριού μοιάζει να πάλλεται ακόμα, σαν αναπνοή. Το βλέμμα της νεαρής γυναίκας παραμένει ίδιο, ανεξάρτητο από τον χρόνο, σαν να γνωρίζει ότι η ταυτότητά της θα αναζητείται αιώνια.









