Σαν σήμερα, στις 28 Νοεμβρίου 2010, «έφυγε» από τη ζωή ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου: ο Γιώργος Φούντας. Με το έντονο, αυθεντικό του ταμπεραμέντο και το βλέμμα που μπορούσε να γίνει απόλυτα τρυφερό ή αστραπιαία απειλητικό, ο Φούντας έγινε σύμβολο του λαϊκού ήρωα της μεγάλης οθόνης. Σεμνός, αντιστάρ και βαθιά συναισθηματικός, κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του κοινού και να χαραχτεί ως μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες του ελληνικού σινεμά.

Γεννημένος στις 3 Ιουνίου 1924 στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας, μεγάλωσε σε μια πολυμελή οικογένεια και από μικρός γνώρισε τις δυσκολίες της ζωής. Μετακομίζοντας στην Αθήνα, βοηθούσε καθημερινά τον πατέρα του στο μικρό γαλατάδικο στου Ψυρρή. Παράλληλα, έδειξε σπουδαία κλίση στο ποδόσφαιρο, φτάνοντας μάλιστα να φορέσει τη φανέλα της ΑΕΚ. Η αγάπη του για την υποκριτική, όμως, ήταν αυτή που τον κέρδισε· πέρασε τις εξετάσεις για τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και μαθήτευσε δίπλα στον μεγάλο Αιμίλιο Βεάκη.

Με περισσότερες από 50 ταινίες στο ενεργητικό του, ο Γιώργος Φούντας διαμόρφωσε έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα που συνδύαζε τη σκληράδα με την ευαισθησία – έναν άνδρα βαθιά λαϊκό, παραδοσιακό αλλά ταυτόχρονα παθιασμένο. Η ευρεία αναγνωρισιμότητα ήρθε το 1954 με τη «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου, ενώ η παγκόσμια φήμη χτίστηκε ένα χρόνο αργότερα, όταν πρωταγωνίστησε στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, την ταινία που απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας. Η φράση του προς τη Μελίνα Μερκούρη – «Φύγε, Στέλλα, κρατάω μαχαίρι!» – έμελλε να γίνει μια από τις πιο θρυλικές ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου.

Το 1963, τα «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη έφτασαν μια ανάσα από το Όσκαρ Ξένης Ταινίας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το διεθνές του αποτύπωμα. Την ίδια περίοδο, η προσωπική του ζωή άλλαζε για πάντα: γνώριζε τη χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα και ξεκινούσε μια σχέση που θα διαρκούσε 56 χρόνια.
Ο γάμος με τη Ζώκα και το «όχι» σε ρόλο του Τζέιμς Μποντ
Ο Φούντας γνώρισε τη Χρυσούλα Ζώκα το 1954 και την ερωτεύτηκε ακαριαία. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο, τον Παναγιώτη, ενώ ο ηθοποιός είχε ήδη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Μαζί έζησαν μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, μακριά από κοσμικότητες και δημοσιότητα – μια σχέση που άντεξε ως το τέλος της ζωής του.

Η καριέρα του, παρότι λαμπρή, θα μπορούσε να είχε πάρει μια απίστευτη τροπή. Το 1967, μετά από παρότρυνση συναδέλφων να μάθει αγγλικά, ο Φούντας δέχτηκε πρόταση από το Λονδίνο για τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, ως πιθανός διάδοχος του Σον Κόνερι. Παρά τις πιέσεις και από τον Φίνο να δοκιμαστεί, ο ηθοποιός ουσιαστικά «sabotaρε» την ίδια του την υποψηφιότητα. Δήλωνε συνεχώς πως δεν προλαβαίνει να μάθει αγγλικά, φτάνοντας μάλιστα στον τελικό γύρο επιλογής απέναντι στον Τζορτζ Λάζενμπι. Τελικά ο ρόλος δόθηκε στον δεύτερο. Ο Γιώργος Φούντας έφυγε από τη ζωή στις 28 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών, έχοντας περάσει την τελευταία δεκαετία παλεύοντας με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Παρ’ όλα αυτά, το έργο του – από τη «Στέλλα» και τα «Κόκκινα Φανάρια» μέχρι το «Ποτέ την Κυριακή» και τον «Ζορμπά» – συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει.
Όπως έχει γράψει και η Φίνος Φιλμ, «ο Γιώργος Φούντας ήταν φαινόμενο στο είδος του». Και έτσι ακριβώς μένει στη μνήμη όλων.










