Λαυρέντης Διανέλλος: Ο ηθοποιός που στιγμάτισε τον κινηματογράφο και πέθανε στα ξένα

Ο ηθοποιός που στιγμάτισε τον κινηματογράφο και πέθανε στα ξένα

Τον έχουμε απολαύσει σε δεκάδες ταινίες, οι περισσότερες δραματικές, να υποδύεται τον πατέρα των πιο δημοφιλών πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ο Λαυρέντης Διανέλλος άφησε την τελευταία πνοή στην Αμερική στα τέλη Σεπτέμβρη του 1978.

Στον Άγιο Λαυρέντιο Μαγνησίας το 1911 γεννήθηκε ο Λαυρέντης Διανέλλος. Ήταν ένας από τους πρώτους μαθητές και συνεργάτες του Καρόλου Κουν, στη σχολή του οποίου γνώρισε τη σύζυγό του Φρόσω Κοκκόλα (1912-1999), ηθοποιό και τραγουδίστρια δημοτικών τραγουδιών, με την οποία απέκτησε μία κόρη. Το 1975 το ζευγάρι μετακόμισε στο Μάτι στο σπιτάκι που με τόσες θυσίες κατάφεραν να κτίσουν. Κατέχει τον τίτλο του πιο παραγωγικού Έλληνα ηθοποιού, με τουλάχιστον 207 ταινίες στο ενεργητικό του. Διακρίθηκε σε ρόλους «πατέρα», δίπλα σε μεγάλες πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ένας μεγάλος ηθοποιός σε δεύτερους ρόλους

Παρόλο που στον κινηματογράφο ερμήνευε πάντα δεύτερους ρόλους, ήταν πολύ συμπαθής στο κοινό. Το πρόσωπο του μπορούσε με την ίδια ευκολία και πειστικότητα να εκφράσει τόσο τη λύπη όσο και τη χαρά, ανέφεραν οι κριτικοί. Η απλότητα στο παίξιμό του έκανε τον κόσμο να τον θεωρεί «δικό του άνθρωπο». Πολλοί μάλιστα, λόγω της φυσικότητας στην ερμηνεία του, πίστευαν ότι ήταν αυτοδίδακτος. Εκτός από τον «πατέρα», ερμήνευσε αρκετές φορές τον φτωχό μεροκαματιάρη, αλλά και τον παπά. Εξαιτίας των πολλών συμμετοχών του σε ταινίες, έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

 

Η τεράστια διαδρομή στο θέατρο και τον κινηματογράφο

 

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1936 με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Την περίοδο 1936-1940 εντάχθηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, ενώ το 1947 συνεργάστηκε με τον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη. Το 1954 άρχισε η συνεργασία του με τον μεγάλο κωμικό Μίμη Φωτόπουλο, η οποία και κράτησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ευρείας γκάμας ηθοποιός, έπαιξε από κλασικό θέατρο έως επιθεώρηση και ελληνική κωμωδία («Στέλλα Βιολάντη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, «Όπως αγαπάτε» του Σαίξπηρ, «Δον Καμίλο» του Σωτήρη Πατατζή, «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» του Γιάροσλαβ Χάσεκ κ.ά.). Στη μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1938 στην ελληνο-αιγυπτιακή παραγωγή «Δόκτωρ Επαμεινώνδας», που σκηνοθέτησε ο Εβραίος Τόγκο Μιζραχί, με πρωταγωνιστές τον Παρασκευά Οικονόμου και τις αδελφές Καλουτά. Από το 1955 καθιερώθηκε στον ελληνικό κινηματογράφο, παίζοντας με την ίδια άνεση στο δράμα, στην κωμωδία, αλλά και στο μιούζικαλ, σε αξιόλογους δεύτερους ρόλους. Στη διάρκεια της κινηματογραφικής του καριέρας, υποδύθηκε τον πατέρα πολλών πρωταγωνιστριών και πρωταγωνιστών, με πιο χαρακτηριστική την ερμηνεία του στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Μανταλένα» (1960), δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι ερμηνείες του στις ταινίες «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο» (1962), «Το πιο λαμπρό αστέρι» (1967) και «Η Αλίκη Δικτάτωρ» (1972). Το 1971 τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης με το βραβείο Β’ Ανδρικού ρόλου για τη συμμετοχή του στην ταινία του Δημήτρη Παπακωνσταντή «Ολοκαύτωμα». Ο Διανέλλος διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου το 1971, κερδίζοντας το βραβείο του Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία, «Ολοκαύτωμα».

Το όνειρο του

 

Το όνειρο του Λαυρέντη Διανέλλου ήταν να γίνει σιδηροδρομικός και μάλιστα μηχανοδηγός. Γι’ αυτό και όταν ξέκλεβε χρόνο, του άρεσε να κάθεται σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό και να χαζεύει τους συρμούς μέχρι το τέλος της ζωής του.

«Ο πατέρας μου δε με μάλωσε ποτέ..»

Η κόρη του αείμνηστου ηθοποιού Μαρία, δήλωσε σε παλαιότερη συνέντευξή της: «Ο πατέρας μου ήταν ένας γλυκός, ταπεινός και με ευρύ πνεύμα άνθρωπος. Ήταν αυτό που βλέπουμε όλοι στις ταινίες. Δεν με μάλωσε ποτέ. Ήταν άνθρωπος της συζήτησης, που έδινε συμβουλές σε όλους. Στους συναδέλφους του ήταν πολύ αγαπητός. Τον λάτρευαν όλοι, γιατί ήταν πολύ χαμηλών τόνων. Εκείνον που θυμάμαι να έρχεται στο σπίτι μας πολύ συχνά και ήταν ο καλύτερος φίλος του ήταν ο Μίμης Φωτόπουλος» είχε επισημάνει συγκινημένη η Μαρία Διανέλλου.

Η ασθένεια και το τέλος

Ο αγαπημένος ηθοποιός νόσησε με καρκίνο το 1977 και με όσες οικονομίες είχαν καταφέρει να μαζέψουν με την γυναίκα του, έφυγαν για το Σιάτλ, όπου νοσηλεύτηκε σε ένα νοσοκομείο της πόλης εκεί. Δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα όπου και «έφυγε» ένα πρωινό στις 29 Σεπτεμβρίου του 1978. Κηδεύτηκε στην Ραφήνα παρουσία ελάχιστων συναδέλφων του.

Η πυρκαγιά στο σπίτι του στο Μάτι

Στο σπίτι που με τόσο κόπο έχτισε ο Λαυρέντης Διανέλλος και η γυναίκα του, έμενε τα τελευταία χρόνια η μοναχοκόρη του Μαρία. Δυστυχώς, η πυρκαγιά στο Μάτι, το κατέστρεψε ολοσχερώς: «Αυτό που έζησα με την πυρκαγιά στο Μάτι δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Ακόμα και ο μπαμπάς μου, αν του έδιναν ένα τέτοιο σενάριο, θα ήταν δύσκολο να παίξει τον ρόλο. Η πύρινη κόλαση έλιωσε τα πάντα μέσα στο σπίτι. Δεν έμεινε τίποτα, ούτε από το αρχείο του μπαμπά μου και της μαμάς μου. Σκεφτείτε δεν έχω πλέον ούτε μία φωτογραφία τους. Κάηκαν όλα. Το μόνο που πρόλαβα να πάρω ήταν το σκυλάκι μου και να τρέξω να σωθώ». Το σπίτι-μουσείο, με πολύτιμα αρχεία, κοστούμια, προγράμματα, παρτιτούρες και πλήθος ιστορικών βιβλίων, πλέον δεν υπάρχει. «Αυτό που θυμάμαι ακόμα, και στον ύπνο μου βλέπω σαν εφιάλτη, είναι η πύρινη λαίλαπα που ερχόταν προς το σπίτι μου. Βούτηξα τον σκύλο μου, έκλεισα πίσω μου την πόρτα για να φύγω. Όμως αυτοκίνητο δεν είχα για να φύγω. Απλώς είχα βγει στον δρόμο και περίμενα κάποιον να με πάρει. Οι φλόγες είχαν τυλίξει όλο το μέρος. Για καλή μου τύχη, ένας γείτονας με βούτηξε και με έβαλε στο αυτοκίνητό του και πήγαμε στη Ραφήνα, όπου αντιμετωπίσαμε όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα που βλέπουμε στις οθόνες των τηλεοράσεων. Καραβάκια να φέρνουν συνεχώς τραυματίες και νεκρούς και κόσμο να ουρλιάζει». Ο διάλογος μαζί της πολλές φορές σταματάει, μια και η ίδια συγκινησιακά φορτισμένη δεν μπορεί να πιστέψει ότι ζει έπειτα από αυτή την καταστροφή. «Ο πατέρας μου είχε γυρίσει μια ταινία που είχε τίτλο “Με τη λάμψη στα μάτια”. Και είχε ένα επίπονο για εκείνον σενάριο, που ένας πατέρας έπρεπε επί Κατοχής να επιλέξει έναν από τους γιους του για τον σώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών. Άρα ο πατέρας μου είχε ζήσει κάτι αντίστοιχο τραγικό, έστω και σε σενάριο. Εγώ τα βράδια πλέον ξυπνάω και νιώθω ότι καίγεται το σπίτι μου. Το σπίτι αυτό ήταν ουσιαστικά ένα μουσείο από τα εκθέματα του μπαμπά μου και της μαμάς μου. Είχαμε κρατήσει τα πάντα για να περάσουν στις επόμενες γενιές. Και όμως αυτό το σπίτι στην κυριολεξία έλιωσε. Δεν έμεινε τίποτα. Μόνο τέσσερις τοίχοι. Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία των γονιών μου πλέον. Αισθάνομαι σαν να μην έχω παρελθόν. Το λέω και κλαίει η ψυχή μου. Ο μπαμπάς μου πέθανε μέσα σε αυτό το σπίτι το ’78. Και κλαίω νύχτα μέρα, γιατί όταν θα φύγω από αυτή τη ζωή δεν θα υπάρχει τίποτα από το ένδοξο παρελθόν των γονιών μου. Τίποτα», δήλωσε σε συνέντευξή της στον Νίκο Νικόλιζα.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ