Οι έρωτες στα χρόνια της Επανάστασης του 1821
Ο έρωτας της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δημήτριο Υψηλάντη πολεμήθηκε και νικήθηκε
«Ο πρίγκηπας τρέχει πίσω από τα φουστάνια της όμορφης Μυκονιάτισσας». Με αυτά τα λόγια συνήθιζαν να περιγράφουν εχθροί και φίλοι τον έρωτα που γεννήθηκε μέσα στη φωτιά και το αίμα της Επανάστασης ανάμεσα στην πανέμορφη και λυγερόκορμη Μαντώ Μαυρογένους και τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλάντη.
Η νεαρή Μαντώ ήταν όμορφη, λεπτοκαμωμένη, με καλούς τρόπους και ευρωπαϊκή μόρφωση και κουλτούρα. Η μητέρα της Ζαχαράτη Χατζή Μπατή, γεννημένη στη Μύκονο αλλά με καταγωγή από τη Σπάρτη, ήταν πολύγλωσση και κρατούσε τα κατάστιχα των εμπορικών δραστηριοτήτων του άνδρα της Νικόλαου Μαυρογένη. Η Μαντώ γνώριζε γαλλικά και ιταλικά. Ήταν προικισμένη με ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά όταν μιλούσε για την ελευθερία της πατρίδας της φλογιζόταν, η συζήτηση ζωντάνευε, τα μάτια της άστραφταν και τα λόγια της κυλούσαν με αξιοζήλευτη ευγλωττία.

Με καταγωγή από την Τεργέστη και πάθος για την απελευθέρωση
Η Μαντώ (Μαγδαληνή το βαπτιστικό της όνομα) Μαυρογένους γεννήθηκε το 1796 ή το 1797 στην Τεργέστη. Ο πατέρας της, ήδη εξέχον μέλος της Φιλικής Εταιρείας μαζί με τον θείο της ιερέα και επίσης Φιλικό παπά-Μαύρο, μύησε τη νεαρή κοπέλα στην Εθνεγερσία το 1821 και η ίδια όταν ξέσπασε η Επανάσταση εγκατέλειψε την Πάρο και προσέφυγε στη γενέτειρα της, τη Μύκονο, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες της στον αγώνα επιδεικνύοντας ανδρεία και αυτοθυσία. Με την έναρξη της Επανάστασης η πανέμορφη Μαντώ διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον εξοπλισμό και την επάνδρωση μυκονιάτικων πλοίων και -κατά τις πληροφορίες ξένων, κυρίως, περιηγητών- έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων στην Κάρυστο, στο Πήλιο και τη Φθιώτιδα (1823).
Η γνωριμία με τον έρωτα
Η πρώτη γνωριμία τους πλούσιας Μυκονιάτισσας με τον πρίγκιπα ενδεχομένως έγινε στην Τεργέστη στο σπίτι του πατέρα της. Ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν δυναμικός και πανέξυπνος αλλά σε καμία περίπτωση δεν συναγωνιζόταν στα κάλλη την πανέμορφη Μυκονιάτισα, την οποία ερωτεύτηκε παράφορα. Μάλιστα οι δυο τους ήταν τόσο ερωτευμένοι που, όταν τελείωναν τον αγώνα, τα βράδια κοιμούνταν μαζί αγκαλιά στην ίδια σκηνή αδιαφορώντας για το τι θα πουν οι συμπατριώτες τους.

Η Καρέζη και ο Φυσσούν υποδύθηκαν τους ρόλους του ζευγαριού
Ο πόλεμος των συντηρητικών στον έρωτά τους
Ο Υψηλάντης είχε υποσχεθεί ότι θα παντρευόταν την αγαπημένη του μετά την απελευθέρωση της πατρίδας, όμως το ειδύλλιο που άνθησε είχε τραγική κατάληξη. Ο «επικεφαλής» των αντιπάλων τους στην Ελλάδα ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος έμεινε στην ιστορία κυρίως για τις δολοπλοκίες του και τις διαρκείς απόπειρες διάλυσης του αρραβώνα της Μαντώς με τον Δημήτρη. Στην απόφασή του συνέβαλαν ιδιαίτερα δύο γεγονότα. Το ένα ήταν η διαρκής επιδείνωση της υγείας του Υψηλάντη (ο οποίος υπέφερε από χρόνια πάθηση των πνευμόνων) και το άλλο η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγονός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει τη σχέση τους. Η Μαντώ, η οποία αντιμετώπιζε εντονότερες επικρίσεις ούσα νεαρή κοπέλα, ζήτησε από τoν Υψηλάντη να τη νυμφευθεί. Εκείνος προσπάθησε να της εξηγήσει πως οι στιγμές ήταν κρίσιμες και δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο τη στιγμή που η πατρίδα χανόταν. Επειδή όμως κατανοούσε τη θέση της, τής έδωσε έγγραφη υπόσχεση για γάμο όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν και η χώρα θα απελευθερωνόταν. Ένα βράδυ που ο πρίγκιπας έλειπε σε περιπολία στους Μύλους, μερικοί άνδρες του στρατού του εισέβαλαν στο σπίτι της Μαντώς, τη μετέφεραν στο λιμάνι και την επιβίβασαν βίαια σε ένα πλοίο που απέπλεε για τη Μύκονο απειλώντας τη με θάνατο αν επέστρεφε στο Ναύπλιο. Όταν ο πρίγκιπας επέστρεψε στην πόλη και πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, εξοργίσθηκε. Έμαθε ποιοι ήταν οι ένοχοι, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει τον πρωταίτιο. Αμέσως έστειλε επιστολή στην ερωμένη του, με την οποία την καλούσε κοντά του και την παρακαλούσε να συγχωρήσει την απερισκεψία των ανδρών του. Πράγματι, η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο και ο Κωλέττης εφάρμοσε ένα τρίτο σχέδιο. Μια μέρα της έστειλε τους δύο προσωπικούς γιατρούς του Υψηλάντη να της παρουσιάσουν με τραγικό τρόπο την κατάσταση της υγείας του πρίγκιπα και να της δηλώσουν πως, αν δεν τον αποχωριζόταν, εκείνος θα πέθαινε και η πατρίδα θα έχανε έναν από τους πιο άξιους υπερασπιστές της. Τα λόγια τους ήταν αρκετά για να θίξουν τη φιλοπατρία της Μαντώς, η οποία συντετριμμένη συγκέντρωσε τα πράγματά της και, χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν εγκατέλειψε το Ναύπλιο. Ο Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε τη φυγή της Μαντώς της έστειλε επανειλημμένα φλογερές επιστολές καλώντας τη να επιστρέψει, όμως οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό, αφού εκείνη ήταν πεπεισμένη πως η επίσκεψη των γιατρών είχε σκηνοθετηθεί από τον ίδιο.

Οργή γι’ αυτόν που αγάπησε
Μετά τον χωρισμό η αγάπη της και τα παθιασμένα ερωτικά συναισθήματα μετατράπηκαν σε οργή και μνησικακία. Χωρίς να υπολογίσει την προσωπική της αξιοπρέπεια, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και κατέφθασε στην Τροιζήνα την περίοδο της έναρξης των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης τον Μάιο του 1827. Εκεί συνέταξε μια αναφορά, στην οποία επισύναψε τη γραπτή υπόσχεση γάμου του πρίγκιπα ζητώντας επίμονα δικαίωση, περισσότερο ίσως για να εξευτελίσει τον πρώην αγαπημένο της.
Το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης, για να μην προκληθεί σκάνδαλο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτησή της, ακόμη και να την αναγνώσει. Δέχθηκε, όμως, το αίτημά της να της παραχωρηθεί το σπίτι όπου διέμενε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της σχέσης της με τον Υψηλάντη και το οποίο της θύμιζε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Η Μαντώ στο Ναύπλιο ζούσε καταθλιπτικά, σε κατάσταση εξαθλίωσης, στερήσεων και φτώχειας και δεν έλαβε κάποια τιμητική σύνταξη ούτε της αποπληρώθηκε κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχε δώσει για τη χρηματοδότηση των διάφορων μαχών.

Ο θάνατος του Υψηλάντη
Ο Υψηλάντης εξακολουθούσε να πολεμάει για την πατρίδα με εντολές και οδηγίες από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, κάτι όμως που επιδείνωνε την υγεία του, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στο Ναύπλιο άρρωστος και καταβεβλημένος. Τον Αύγουστο του 1832 ο Υψηλάντης πέθανε από φυματίωση. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του, που ήταν μόλις λίγες πόρτες μακριά από αυτό της πανέμορφης γυναίκας. Όταν όμως ο πρίγκιπας πέθανε, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει, χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυροφορεμένη την κηδεία του στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο· μια τραγική ανύπαντρη χήρα.
Απιστίες, ένα εξώγαμο και μια απαγωγή και ο αρραβώνας που κατέληξε σε μίσος
Όλοι λίγο έως πολύ έχουμε διαβάσει ή έχουμε ακούσει για τα ανδραγαθήματα των ηρώων της Επανάστασης του 1821, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν στοιχεία από την προσωπική τους ζωή και, δη, την ερωτική.
Οι οπλαρχηγοί του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα δεν είχαν βέβαια πολυπληθή χαρέμια με καλλίπυγες χανούμισσες όπως οι πασάδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά έδιναν συχνά τη δική τους μάχη προκειμένου να κερδίσουν την καρδιά των γυναικών με τη γοητεία τους, ενίοτε με γλυκά λόγια και αρκετές φορές με το νταηλίκι τους.

Οι μεγαλύτεροι σαγηνευτές
Σύμφωνα με τις ιστορικές έρευνες, τις μαρτυρίες και τα απομνημονεύματα, οι μεγαλύτεροι σαγηνευτές εκείνης της εποχής ήταν ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο στρατάρχης Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μανιάτης οπλαρχηγός Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, ο Κεφαλλονίτης αγωνιστής και μετέπειτα πρωθυπουργός Ανδρέας Μεταξάς, ο Σουλιώτης Κίτσος Τζαβέλας, ο πορθητής του Αγρινίου Γιωργάκης Bαρνακιώτης, ο Στερεοελλαδίτης αγωνιστής Γιάννης Γκούρας και -όσο κι αν ακούγεται για κάποιους παράδοξο- ο κληρικός Γρηγόριος Δικαίος ή Φλέσσας, κατά κόσμον Παπαφλέσσας.

Οι απιστίες του Γεώργιου Καραϊσκάκη
Ο Καραϊσκάκης μπορεί να ήταν παντρεμένος με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου και να είχε μαζί της δύο κόρες και έναν γιο, ωστόσο είναι γνωστό ότι της ήταν πολλάκις άπιστος. Η ζωή του, άλλωστε, ήταν εξαρχής πολυκύμαντη. Ξεκίνησε ως κλέφτης στα βουνά, ακολούθως έγινε αρματολός και αρκετό καιρό μετά την έναρξη της Επανάστασης μπήκε στον Αγώνα. Μπορεί να καθυστέρησε να ενταχθεί στο πλευρό των Ελλήνων, αλλά όταν το έκανε, έδωσε τα πάντα. Ρίσκαρε τη ζωή του σχεδόν σε κάθε μάχη μπαίνοντας μπροστά. Συνήθιζε να έχει μαζί του στις μάχες μια εκχριστιανισμένη Τουρκάλα, τη Μαριώ, την οποία έντυνε με ανδρικά ρούχα και τη φώναζε «Ζαφείρη». Όπως αναφέρει ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης στην εφημερίδα «Εστία» το 1917, «ήταν στρογγυλοπρόσωπη, με μαύρα μάτια και μια κοτσίδα γύρω από το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα. Φορούσε άσπρες μπαμπακερές κάλτσες, άσπρο φλοκωτό σακάκι, φουστανέλα, στο σελάχι είχε δύο μπιστόλια και ένα γιαταγάνι και στο ένα χέρι κρατούσε ένα ελαφρό ντουφέκι. Ο Καραϊσκάκης, αρρωστιάρης και μακριά από τους δικούς του, είχε ανάγκη από τη φροντίδα μιας γυναίκας». Όταν κάποια φορά η σύζυγός του δυσανασχέτησε για το γεγονός ότι έπαιρνε σχεδόν πάντα στο στρατόπεδο την ερωμένη του, εκείνος της απάντησε: «έγνοια σου μουρή, έχω και για σένα, μη μου χολιάζεις…». Η αλήθεια είναι ότι, σύμφωνα με τις πηγές, της το είπε πολύ πιο αισχρά, αλλά ας μην το μεταφέρουμε επακριβώς. Γενικώς ο Καραϊσκάκης ήταν πάρα πολύ αθυρόστομος, σε τέτοιο σημείο που «κοκκίνιζαν» ακόμη και οι άνδρες του όταν τον άκουγαν.

Το εξώγαμο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με μια πρώην καλόγρια
Ουκ ολίγες ήταν οι ερωτικές περιπέτειες που είχε και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όσο καιρό βρισκόταν φυλακισμένος από τους ομοεθνείς του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, τον φρόντιζε μια πρώην μοναχή, η Μαργαρίτα, την οποία γρήγορα ερωτεύτηκε και έκανε μαζί της ένα παιδί που το ονόμασε Πάνο· του έδωσε, δηλαδή, το ίδιο όνομα με τον γιο που έχασε το 1824 κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου που είχε εμφιλοχωρήσει στις τάξεις των Ελλήνων μεσούσης της Επανάστασης. Ο Γέρος του Μοριά όχι απλώς δεν νοιαζόταν καν για το τι θα πει ο κόσμος που έφερε στη ζωή ένα εξώγαμο, αλλά το συμπεριέλαβε και στη διαθήκη του, παρά το γεγονός ότι φίλοι και γνωστοί του ήταν αντίθετοι με μια τέτοια κίνηση. Όπως ανέφερε ο ίδιος στη διαθήκη του, «αφήνω κι ένα μερίδιο στον υιό μου Παναγιωτάκην, τον οποίο απέκτησα με τη Μαργαρίτα, θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα». Δεν πρόλαβε όμως να τον χαρεί πολύ, καθώς ο οπλαρχηγός εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο στις 4 Φεβρουαρίου 1843, όταν ο μικρός ήταν μόλις δύο ετών. Όταν μεγάλωσε έγινε αξιωματικός, διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών – Πειραιώς, υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α’ και διοικητής της Σχολής Ευελπίδων.

Η απαγωγή της παντρεμένης 16χρονης από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη
Ένας από τους σημαντικότερους Βαλκάνιους φιλέλληνες ήταν ο σλαβικής καταγωγής Βάσος Μαυροβουνιώτης. Με το που ξεκίνησε η Επανάσταση, τέθηκε επικεφαλής ένοπλης ομάδας συγκροτημένης από συγγενείς του Μαυροβούνιους και Σέρβους, δραστηριοποιούμενος αρχικά στην Εύβοια, όπου συμμετείχε σε τουλάχιστον δέκα μάχες κατά των Οθωμανών. Πάλαι ποτέ ληστής, τυχοδιώκτης, μισθοφόρος και τρόφιμος φυλακών, το 1824 μετακινείται στην Ύδρα προκειμένου να συμβάλει στην άμυνα του νησιού. Ο Υδραίος πρόεδρος του Εκτελεστικού («πρωθυπουργός» με τα σημερινά δεδομένα) Γεώργιος Κουντουριώτης αναγνωρίζει τη συμβολή του και τον προβιβάζει σε στρατηγό. Το 1826 ο Μαυροβουνιώτης θα βρεθεί στην Κέα. Εκεί θα συναντήσει μια εκθαμβωτική 16χρονη κοπέλα, την Ελένη. Όσοι την αντίκριζαν θαμπώνονταν από τα κάλλη και την ομορφιά της, την οποία εξύμνησαν μεταξύ άλλων ο Γάλλος φιλέλληνας συγγραφέας Φρανσουά Ωγκύστ Ρενέ, υποκόμης ντε Σατωμπριάν (εξελληνισμένα Σατωβριάνδος) και ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος. Η Ελέγκω, όπως τη φώναζαν, θα «μαγέψει» τον Βάσο Μαυρωβουνιώτη που χωρίς περιστροφές πήγε να μιλήσει στους γονείς της για να του τη δώσουν. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν, γιατί πολύ απλά ήταν ήδη παντρεμένη με τον προεστό και πρόξενο της Γαλλίας, Μιχαήλ-Τζώρτζη Πάγκαλο. Αντιλαμβανόμενοι τις προθέσεις του τού ζητούν να φύγει. Εκείνος, όμως, δεν το βάζει κάτω. Την απαγάγει, τη μεταφέρει στο χωριό Αμμόλοχος της Άνδρου και την κλείνει στον πετρόκτιστο πύργο του Δημήτριου Γιαννούλη που ήταν φίλος του. Έβαλε, μάλιστα, φρουρούς στις εισόδους για να μην επιχειρήσει να πάει κανείς να την πάρει πίσω. Παράλληλα, προσέλαβε μια παραδουλεύτρα από τον Βόλο για να τη φροντίζει και να της στέλνει φαγητό με ένα σκοινί από το παράθυρο. Η Ελέγκω θα μείνει εκεί κλεισμένη για πολλούς μήνες. Επιστρέφοντας από τις μάχες ο Βάσος Μαυροβουνιώτης ενημερώνεται ότι ο σύζυγος της 16χρονης είχε πεθάνει· κάποιοι λένε ότι «έφυγε» ενδεχομένως και από τον καημό του. Τότε εκείνος την παντρεύεται. Ως νόμιμη γυναίκα του πλέον, την παίρνει μαζί στον Πειραιά συνεχίζοντας την πολεμική του δράση. Η νεαρή κοπέλα είναι πλέον συνέχεια στο πλευρό του εκτελώντας χρέη πότε νοσοκόμας στο μέτωπο και πότε γραμματέως, αφού ο άνδρας της δεν ήξερε ανάγνωση και γραφή.










