Η Ελένη Ερήμου υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, συνδυάζοντας ομορφιά, φινέτσα και ταλέντο. Ακόμη και σήμερα, διατηρεί μια διακριτική γοητεία που δεν περνά απαρατήρητη. Με τα χαρακτηριστικά ξανθά μαλλιά και το διαπεραστικό βλέμμα της, καθιερώθηκε γρήγορα στο κοινό, ενώ πολλοί τη θυμούνται από τη συμμετοχή της στην ταινία «Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά», όπου εμφανίστηκε στο πλευρό του Κώστας Βουτσάς και του Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Παρά τις επιφυλάξεις της οικογένειάς της, ακολούθησε τον δρόμο της υποκριτικής, σπουδάζοντας στη σχολή του Πέλου Κατσέλη, ενώ παράλληλα επέλεξε να διευρύνει τους ορίζοντές της με σπουδές στην Πάντειο και στη Νομική. Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αξιόλογη πορεία τόσο στη μεγάλη οθόνη όσο και στο θέατρο. Συμμετείχε σε αρκετές γνωστές παραγωγές της εποχής και συνεργάστηκε με σημαντικούς ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Κούρκουλος, αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα στον καλλιτεχνικό χώρο. Στην προσωπική της ζωή κράτησε χαμηλό προφίλ, αποφεύγοντας τη δημοσιότητα. Δεν δημιούργησε οικογένεια, επιλέγοντας έναν πιο ανεξάρτητο τρόπο ζωής, όπως έχει η ίδια αφήσει να εννοηθεί σε παλαιότερες δηλώσεις της. Σήμερα παραμένει ενεργή στο θέατρο, με σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις, διατηρώντας την κομψότητα και την ήρεμη δύναμη που τη χαρακτήριζαν πάντα, παρόλο που φέτος κλείνει τα 81 της χρόνια.

“Κάποια στιγμή με είχαν ρωτήσει οι φίλες μου τι θα γίνω άμα μεγαλώσω και είχα πει ηθοποιός. “Και πως θα γίνεις ηθοποιός, αφού όταν σου μιλάνε κοκκινίζεις””
Πριν δυο χρόνια μίλησε στο Bovary.gr για όλα. «Εχω καλά παιδικά χρόνια να θυμάμαι. Μεγαλώσαμε άνετα για την εποχή, σε μια μονοκατοικία με αυλή στο Μοσχάτο –όλα τα σπίτια είχαν αυλές. Ζούσαμε ανάμεσα σε δέντρα, λουλούδια, και το βράδυ κοιμόσουν κάτω απ΄τα αστέρια, με τα παράθυρα ανοιχτά.
»Η οικογένειά μου δεν είχε κάποια σχέση με την τέχνη, το θέατρο. Ο πατέρας μου ήταν στην ΔΕΗ, η μητέρα μου δεν δούλευε. Θυμάμαι ότι εγώ προσπαθούσα να βρω τρόπους, τις Κυριακές που όλη η οικογένεια κάπου είχε να πάει, να μείνω σπίτι. Άνοιγα τα βιβλία μου και μίλαγα με τους ποιητές, διάβαζα ποιήματα. Ημουν ένα καλό, αδύνατο, ξανθό, κοριτσάκι – μυξιάρικο μ΄έλεγαν. Δεν είχα την εντύπωση ότι ήμουν όμορφη, μάλλον άσχημη νόμιζα ότι είμαι. Οσο μεγάλωνα καταλάβαινα ότι άρεσα. Αλλά δεν μου το καλλιεργούσαν στο σπίτι. Αν και η μάνα μου το΄νοιωθε, μου το πέρναγε μ΄έναν άλλον τρόπο. Μου΄λεγε ότι η ομορφιά περνάει, δεν κρατάει, δεν αρκεί. Οπότε από μικρή το΄ξερα αυτό. Ενώ πήγαινα σχολείο, άρχισα κι εγώ αλλά κυρίως η μητέρα μου, να καταλαβαίνει ότι τ΄αγόρια με κοιτάνε κάπως… Μ΄άλλαξε σχολείο, πήγαμε σ΄ένα πρότυπο στην Καστέλλα με τον αδελφό μου. Εκεί, άρχισα να βλέπω την θάλασσα, να “ταξιδεύω”.

»Η μητέρα μου μ΄έστειλε να μάθω πιάνο και μπαλέτο -έκανα από μικρή και δεν σταμάτησα ποτέ να γυμνάζομαι. Τα καλοκαίρια μ΄έστελνε και σε μια μοδίστρα για να μάθω να ράβω. Είχα μια έφεση στο ωραίο, έκανα φουστάνια στην κούκλα μου και σ΄εμένα. Η μητέρα μου κατάλαβε την κοκεταρία μου, αν και ήμουν και αγοροκόριτσο.
»Κι ενώ μ΄άρεσαν τα ποιήματα ντρεπόμουν να τα πω μπροστά σε κόσμο, δεν τολμούσα. Το κατάφερα στην εβδόμη τάξη του σχολείου και πήρα το μεγάλο χειροκρότημα. Και ήθελα αυτό το χειροκρότημα να μάθω να μην το΄χω ανάγκη. Εκανα πολλή δουλειά με τον εαυτό μου. Όταν εγώ χειροκροτώ είναι τόσο ωραία τα συναισθήματα που νιώθω για τους συναδέλφους μου. Αλλά έχω μάθει να ζω και χωρίς χειροκρότημα.
»Κάποια στιγμή με είχαν ρωτήσει οι φίλες μου τι θα γίνω άμα μεγαλώσω και είχα πει ηθοποιός. “Και πως θα γίνεις ηθοποιός, αφού όταν σου μιλάνε κοκκινίζεις”, μου είπαν. Με σημάδεψε αυτό. Ημουν μαζεμένο παιδί κι ίσως ο λόγος που διάλεξα να γίνω ηθοποιός ήταν για να το πολεμήσω, να πολεμήσω την συστολή μου. Αυτό το “κοκκινίζω” ήταν χαρακτηριστικό μου. Κι αν αισθανόμουν ότι κάποιος με πρόσβαλε, κρατιόμουν, μην δει ότι θα κλάψω.

»Θυμάμαι ότι όταν με ρώτησαν οι γονείς μου, μικρή, γιατί θέλω να γίνω ηθοποιός, τους είπα μια λίστα με ανθρώπους που ήθελα να βοηθήσω, που το είχαν ανάγκη. Κατάλαβα ότι η δουλειά που ήθελα να κάνω ήταν προσφορά. Και δεν το είδα στον χώρο μου όλα αυτά τα χρόνια. Τότε είχα ρωτήσει τον πατέρα μου αν είναι καλό ή κακό να΄σαι ηθοποιός -δεν μου΄πε ότι είναι κακό.
»Ο πατέρας μου, λεγόταν Ερημος -πολύ άσχημο. Η έννοια έρημος για μένα είναι σημαντική, την αγαπάω, έχω ταυτιστεί. Με ταλαιπώρησε όμως τ΄όνομά μου. Ημασταν τρία αδέλφια κι όπου πηγαίναμε περίμενα την αντίδραση των άλλων στο επώνυμό μας, το κουβάλαγα, το΄χα κόμπλεξ. Μέχρι που έφτασα στο επάγγελμα και σε μια πρώτη ταινία μου΄παν ότι πρέπει να τ΄αλλάξω. Κι άρχισαν να διαβάζουν ονόματα από έναν κατάλογο. Στο τέλος τους λέω, «Ερήμου δεν βρήκατε κανένα άλλο. Δεν θέλω να τ΄αλλάξω, είναι τ΄όνομά μου, η αλήθεια μου, αυτή είμαι εγώ». Κι έτσι έκανα τις πρώτες ταινίες.
“Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα”
»Κάποια στιγμή με φωνάζει ο Φίνος για το “Με φόβο και πάθος” με τον Κούρκουλο -εγώ τότε έκανα την “Μαντώ Μαυρογένους” με την Καρέζη. Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Μου λέει ο Φίνος ότι «σε είδα στην ταινία “Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά” και σε θέλω. Εδώ θα υιοθετηθείς. Αν έχεις πουθενά εκκρεμότητες, να τις τελειώσεις, αλλά όνομα θ΄αλλάξεις». Είχα ήδη κάνει πέντε-δέκα ταινίες ως Ελένη Ερήμου, το θεωρούσα πολύ υποτιμητικό να τ΄αλλάξω. Τελικά δεν το άλλαξα. Μόνο όταν άρχισα να γίνομαι κάπως γνωστή άρχισαν να μου λένε τι ωραίο όνομα…
»Ηταν η εποχή που ο κινηματογράφος ήταν στα τελειώματα -ήμουν άτυχη ως προς αυτό. Γιατί είχαν γίνει πολύ ωραία πράγματα και τηλεοπτικά -είχα κάνει το “Τερέζα Βάρμα Δακόστα”… Τότε, για να με βρει ο Κουτσομύτης και να παίξω στην σειρά, είχε πάει μέσω της ΔΕΗ που δούλευε ο αδελφός μου. Τον είχα γνωρίσει στις ταινίες, ήταν βοηθός του Φώσκολου στο “Φόβος και πάθος”. Μετά έκανα μερικές δουλειές και ύστερα άρχισα να λέω όχι. Ηθελα το καλύτερο. Δεν μου επέτρεπα να κάνω κάτι λιγότερο απ΄αυτό. Κι έμεινα στο ράφι τρία-πέντε χρόνια, λέγοντας όχι… Ημουν όμως και επαγγελματίας κι έπρεπε να ζήσω.

»Η Καρέζη -μ΄αγαπούσε πολύ, κι εγώ, την αγαπούσα, την εκτιμούσα και την θαύμαζα. Μου΄λεγε ότι είναι καλύτερα να είσαι στον χώρο, μου΄λεγε τι την θες την Πάντειο, εσύ θα μείνεις στο θέατρο.
»Αλλά εγώ σαν χαρακτήρας δεν είχα καμία σχέση. Ηταν και παρεξηγημένη υπόθεση εκείνη την εποχή να΄σαι ηθοποιός, δεν είχα και τις ευλογίες της οικογένειας, οπότε έδωσα εξετάσεις και για το Πανεπιστήμιο. Την πρώτη φορά μπήκα στην Νομική Θεσσαλονίκης -ήμουν ήδη στην Δραματική Σχολή Κατσέλη. Την δεύτερη, με πήραν στην Πάντειο. Ενας απ΄τους λόγους που τελείωσα την Πάντειο ήταν για να μπορώ να λέω όχι τα βράδια που, μετά την παράσταση, συνήθιζαν οι ηθοποιοί να βγαίνουν.
»Επαιξα με την Καρέζη, την Βουγιουκλάκη, την Συνοδινού. Οταν ήμουν στον Χορό της Συνοδινού, στον Λυκαβηττό, θυμάμαι πριν ανέβω πήγαινα στην Βιβλιοθήκη -τότε δεν είχα βιβλία, τώρα έχω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη, αυτός είναι ο πλούτος μου. Κι όταν κατέβαινα απ΄τον Λυκαβηττό, έλεγα τον μονόλογο που είχα.
»Η ομορφιά στην αρχή σε δυσκολεύει, όσο κι αν είναι διαβατήριο. Δεν ξέρεις πως σε βλέπει ο άλλος. Και τασάκι κάποια στιγμή βούτηξα για να το πετάξω -ευτυχώς δεν το πέταξα. Ένα διάστημα κυκλοφορούσα σαν με πανοπλία, έκρυβα το στήθος μου, φορούσα κάτι ώστε να μην διαγράφεται το σώμα μου, μόνο το πρόσωπο φαινόταν…
»Θυμάμαι τι είχε γίνει όταν έπαιξα με την Καρέζη στην “Κυρία δεν με μέλλει”. Είχα πάει να ζητήσω δουλειά, απ΄τον Καζάκο ουσιαστικά, γιατί έπαιζε με την Συνοδινού και κάπως τον είχα γνωρίσει, λέγαμε μια καλησπέρα. Κι είναι μια από τις 2-3 φορές που πήγα να ζητήσω δουλειά. Για να το κάνω έπρεπε να πάω εκατό φορές έξω απ΄το θέατρο, να πω, σήμερα θα μπω. Πήγαινα κάθε μέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή, σαν κάποιος να μ΄έσπρωχνε, έμπαινα για οντισιόν.
»Τότε λοιπόν με τον Καζάκο και την Καρέζη άλλαζαν έργο. Επαιζε η Δήμητρα Ζέζα που κάπως την ήξερα και πήγα. Στην είσοδο στεκόταν κάποιος που ήταν κοντά στην Καρέζη και δεν μ΄άφησε να μπω. Εγώ όμως βρήκα τρόπο και μπήκα. Ο Καζάκος μου΄πε ότι είχαν κλείσει τον θίασο. Την άλλη μέρα όμως δέχτηκα ένα τηλεφώνημα, απ΄τον κύριο που δεν μ΄είχε αφήσει να μπω την προηγουμένη. “Ελάτε να σας δούμε. Προέκυψε ένας ρόλος”. Πήγα, κουκουλωμένη με παλτό,. Με ρώτησε αν έχω στήθος… “Είναι ένας ρόλος που σας θέλουμε για το μεγάλο ντεκολτέ”. Πήρα τον ρόλο και μαζί το πρώτο μου χειροκρότημα…

»Ζήλεια; Ναι ένοιωσα και νομίζω ότι με ταλαιπώρησε πολύ στην ζωή μου. Γιατί κανείς δεν ξέρει τις δυσκολίες που πέρασα. Από πολύ νωρίς έφυγα απ΄το θέατρο, θέτοντας στον εαυτό μου το ερώτημα αν έγινα ηθοποιός για να παίζω αυτά κι εκείνα… Γιατί πρέπει να πω ότι από ένα σημείο και ύστερα, μετά τον πρώτο καιρό που ξεκίνησε η τηλεόραση, γίνονταν και σαχλά πράγματα. Κι ενώ τον πρώτο καιρό που βγήκα έπαιρνα κριτικές ύμνους σαν ταλέντο, σαν ομορφιά, όλα μαζί, μετά και δικαιολογημένα ίσως, με παρουσίαζαν σαν να μην ήμουν εγώ. Κι εγώ μ΄αυτήν δεν είχα καμία σχέση.
»Κι αυτό μ΄έκανε ν΄απομακρύνομαι. Γράφανε ψέματα για μένα. Ορκίστηκα να μην ξανακάνω επίσημη πρεμιέρα, για ν΄αγωνιώ ποιος θα έρθει και που θα κάτσει. Δεν ήταν έτσι όταν ξεκίνησα, δεν ήταν αυτός ο χώρος που είχα επιλέξει.










