Το Your Face Sounds Familiar είναι, αναμφισβήτητα, ένα από τα πιο καλοστημένα και ψυχαγωγικά τηλεοπτικά σόου. Έχει δουλειά, έχει ταλέντο, έχει εντυπωσιακές μεταμορφώσεις, έχει ανθρώπους που κοπιάζουν κάθε εβδομάδα για να παρουσιάσουν ένα άρτιο αποτέλεσμα. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι κρίμα να υποτιμάται η νοημοσύνη του κοινού στο τέλος κάθε επεισοδίου.

Γιατί εκεί που έχεις απολαύσει δύο και πλέον ώρες ψυχαγωγίας, έρχεται η στιγμή του μπάζερ. Η στιγμή που καλούμαστε να πιστέψουμε ότι όλα όσα θα ακολουθήσουν την επόμενη εβδομάδα είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας επιλογής.
Μόνο που πλέον ελάχιστοι το πιστεύουν.
Οι τηλεθεατές δεν είναι αφελείς. Βλέπουν τις συμπτώσεις να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Βλέπουν καλλιτέχνες να καταλήγουν σε πρόσωπα που ταιριάζουν απόλυτα στη φωνή τους, στην εικόνα τους, στις μουσικές τους επιρροές ή ακόμη και στην προσωπική τους διαδρομή. Βλέπουν ανθρώπους να δηλώνουν πόσο αγαπούν τον καλλιτέχνη που τους «έτυχε», πόσο ήθελαν να τον υποδυθούν ή πόσο σημαντικός υπήρξε στη ζωή τους.
Και ύστερα βλέπουν την υποτιθέμενη έκπληξη.
Εκεί είναι που η όλη διαδικασία αρχίζει να γίνεται αμήχανη.
Όχι επειδή μας ενοχλεί αν η παραγωγή θέλει να εξασφαλίσει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ή έχουν κάνει deal οι καλλιτέχνες να επιλέγουν οι ίδιοι τις μεταμορφώσεις τους. Αυτό είναι απολύτως λογικό και συμβαίνει σε κάθε μεγάλο τηλεοπτικό πρότζεκτ. Εκείνο που απογοητεύει είναι η επιμονή να παρουσιάζεται μια προφανώς τηλεοπτική διαδικασία ως κάτι απολύτως τυχαίο.

Ακόμη και τα μέλη της κριτικής επιτροπής πολλές φορές μοιάζουν να βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Οι εκφράσεις τους, οι αμήχανοι μορφασμοί, τα χαμόγελα που προσπαθούν να κρύψουν κάτι, δίνουν συχνά την αίσθηση ανθρώπων που γνωρίζουν πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούν να πουν δημόσια. Και φυσικά δεν μπορούν να εκφραστούν διαφορετικά. Είναι μέρος του παιχνιδιού.
Όμως το κοινό βλέπει.
Και γι’ αυτό η συγκεκριμένη στιγμή δεν προσθέτει τίποτα στο σόου. Αντίθετα, αφαιρεί. Αφαιρεί από την αξιοπιστία του. Αφαιρεί από την αυθεντικότητα που έχουν οι ίδιες οι μεταμορφώσεις. Αφαιρεί από την απόλαυση ενός προγράμματος που δεν έχει ανάγκη τέτοιου είδους τεχνάσματα για να σταθεί.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι αν το μπάζερ αποφασίζει ή όχι. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι ζητείται από το κοινό να προσποιηθεί πως δεν καταλαβαίνει αυτό που βλέπει.
Και αυτό είναι κρίμα. Γιατί μιλάμε για ένα πραγματικά καλό σόου. Ένα σόου που δεν χρειάζεται να πείσει κανέναν ότι οι επιλογές είναι τυχαίες για να κερδίσει το χειροκρότημα του κόσμου. Το έχει ήδη κερδίσει. Το μόνο που καταφέρνει το φινάλε με το μπάζερ είναι να αφήνει μια περιττή αίσθηση δυσπιστίας εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να μένει μόνο ο ενθουσιασμός για το επόμενο επεισόδιο.

Είναι ξεκάθαρο σε όποιο παρακολουθεί προσεκτικά το πρόγραμμα ότι, κάθε φορά που ανακοινώνεται μια μεταμόρφωση, οι διαγωνιζόμενοι συχνά μιλούν με ενθουσιασμό για το πόσο πολύ ήθελαν να υποδυθούν τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Άλλος αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια και στα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσε, άλλος εξηγεί ότι πρόκειται για έναν αγαπημένο ερμηνευτή που θαύμαζε από μικρός, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποκαλύπτουν πως η συγκεκριμένη προσωπικότητα αποτελούσε όνειρο ζωής να την ενσαρκώσουν πάνω στη σκηνή.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Δωροθέα Μερκούρη. Μια γυναίκα που έχει συνδέσει τη ζωή της με την Ιταλία, έχει ζήσει εκεί για χρόνια, μιλά άπταιστα τη γλώσσα, έχει εργαστεί στην ιταλική τηλεόραση και είναι ιδιαίτερα αγαπητή στο ιταλικό κοινό. Όταν λοιπόν βλέπουμε να καλείται να υποδυθεί προσωπικότητες που ταιριάζουν απόλυτα στο προφίλ, την ηλικία, την αισθητική και την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Ραφαέλα Καρρά, σοφία Λόρεν, Μπόι Τζωρτζ, Μαντόνα κλπ.

Από την άλλη, παρακολουθώντας τις μεταμορφώσεις της Μαριάντας Πιερίδη δημιουργείται η εντύπωση ότι οι επιλογές που της αναλογούν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις φωνητικές της δυνατότητες και λιγότερο στην καθαρά λαϊκή ταυτότητα με την οποία τη γνώρισε το κοινό όλα αυτά τα χρόνια. Ερμηνεύτριες όπως η Christina Aguilera ή η Lady Gaga, ακόμη και Άννα Βίσση απαιτούν τεχνική, εύρος και σκηνική παρουσία διαφορετικού τύπου από εκείνα που συνήθως συνδέονται με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι σε μια προσπάθεια να αποβάλει την λαική της πορεία.

Ένα ακόμη στοιχείο που βγάζει μάτι είναι η περίπτωση της Ίντρα Κέιν. Παρακολουθώντας τις μεταμορφώσεις της μέσα στη σεζόν, δεν περνά απαρατήρητο ότι αρκετές από τις επιλογές που της αναλογούν ανήκουν σε καλλιτέχνες με τους οποίους φαίνεται να έχει ιδιαίτερη μουσική και ερμηνευτική σύνδεση. Η ίδια έχει κατά καιρούς εκφράσει τον θαυμασμό της για τη soul, την R&B και τη gospel μουσική, επομένως δεν είναι παράλογο να αναρωτιούνται ορισμένοι τηλεθεατές πόσο «τυχαίο» είναι ότι συχνά καλείται να ενσαρκώσει προσωπικότητες που κινούνται ακριβώς σε αυτό το καλλιτεχνικό σύμπαν.

Το ίδιο συμβαίνει με όλους τους καλλιτέχνες με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Από τους νέους Biest Beast και την Αφροδίτη που προσπαθούν να αναδείξουν τη φωνή τους ως και τους πιο έμπειρους που απλά θέλουν να πειραματιστούν σε ρόλους που δεν θα τους δοθούν ποτέ.
Χτες το βράδυ, “ο μπάζερ επέλεξε” Τρύπες για τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη και εκεί κάπως κλονίστηκα μέχρι να πει ο ίδιος “Όλη μου η νεανική ηλικία” κάνοντας μορφασμό συγκίνησης.
Και εκεί αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά: Γιατί μας δουλεύουν έτσι απροκάλυπτα εκεί στον ΑΝΤ1;










