Θεοφανία Ανδρονίκου Βασιλάκη: «Το μεγαλύτερο μυστικό του βιβλίου “Χωρίς Άλλοθι” δεν είναι ο δολοφόνος»

Το «Χωρίς Άλλοθι», το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη,  δεν ακολουθεί την πεπατημένη του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Το έγκλημα αποτελεί την αφετηρία μιας ιστορίας που εστιάζει περισσότερο στους ανθρώπους, στις οικογενειακές σχέσεις, στα μυστικά που επιβιώνουν στον χρόνο και στις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην αλήθεια και τη σιωπή. Με πρωταγωνίστρια τη δημοσιογράφο Λητώ Ράλλη, που επιστρέφει στην Ελλάδα ύστερα από έντεκα χρόνια ζωής στο Λονδίνο, η συγγραφέας Θεοφανία Ανδρονίκου Βασιλάκη δημιουργεί ένα μυθιστόρημα όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και κάθε ήρωας κουβαλά το δικό του βάρος.

Το “Χωρίς Άλλοθι” ξεκινά ως ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε ένα πολυεπίπεδο ψυχογράφημα. Ήταν αυτή η πρόθεσή σας από την αρχή;

Απολύτως. Δεν με ενδιέφερε να γράψω ένα βιβλίο όπου ο αναγνώστης θα περιμένει απλώς να μάθει ποιος είναι ο δολοφόνος. Αυτό που ήθελα ήταν να τον κάνω να αναρωτηθεί γιατί οι άνθρωποι φτάνουν σε ορισμένες πράξεις και πόσο εύθραυστες είναι τελικά οι ισορροπίες μέσα σε μια οικογένεια. Το έγκλημα είναι μόνο η αφορμή. Η πραγματική ιστορία βρίσκεται πίσω από τις κλειστές πόρτες, εκεί όπου γεννιούνται οι σιωπές, οι ενοχές και τα μυστικά που διαμορφώνουν τους χαρακτήρες.

Η Λητώ Ράλλη επιστρέφει στην Ελλάδα ύστερα από έντεκα χρόνια. Γιατί ήταν τόσο σημαντική αυτή η επιστροφή;

Γιατί η επιστροφή λειτουργεί ως καταλύτης. Η Λητώ έχει καταφέρει να χτίσει μια νέα ζωή στο Λονδίνο, έχει διακριθεί επαγγελματικά, έχει αφήσει πίσω της μια δύσκολη περίοδο. Όμως ο θάνατος του πατέρα της τη φέρνει αντιμέτωπη με όλα όσα πίστευε ότι είχε ξεπεράσει. Ήθελα να δείξω πως, όσο μακριά κι αν φύγει κανείς, υπάρχουν δεσμοί που δεν κόβονται ποτέ. Η επιστροφή της δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι μια βίαιη επιστροφή στη μνήμη, στις ενοχές και στις αλήθειες που είχαν μείνει θαμμένες.

Ποια είναι η Λητώ Ράλλη ως λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Η Λητώ είναι μια γυναίκα που έχει μάθει να επιβιώνει. Δεν είναι η αλάνθαστη ηρωίδα που λύνει όλα τα μυστήρια. Είναι ευφυής, παρατηρητική και εξαιρετική στη δουλειά της, αλλά κουβαλά προσωπικά τραύματα που επηρεάζουν τις αποφάσεις της. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα με αντιφάσεις. Μια γυναίκα που μπορεί να διαβάζει με ακρίβεια τους άλλους, αλλά δυσκολεύεται να ερμηνεύσει τη δική της ζωή.

Γιατί επιλέξατε μια δημοσιογράφο και όχι έναν αστυνομικό ή έναν εισαγγελέα;

Γιατί η δημοσιογράφος αναζητά την αλήθεια με διαφορετικό τρόπο. Δεν έχει εξουσία, δεν συλλαμβάνει, δεν δικάζει. Παρατηρεί, συνδέει στοιχεία, ακούει ανθρώπους. Η Λητώ δεν ερευνά μόνο ένα έγκλημα. Ερευνά μια οικογένεια. Και πολλές φορές η δημοσιογραφική ματιά είναι πιο διεισδυτική από την αστυνομική, γιατί δεν περιορίζεται στη δικογραφία. Αναζητά τα κίνητρα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τα «γιατί».

Οι χαρακτήρες σας δεν είναι μονοδιάστατοι. Ακόμη και οι πιο αυστηρές προσωπικότητες μοιάζουν να έχουν μια δική τους αλήθεια. Πόσο δύσκολο είναι να κρατήσετε αυτή την ισορροπία;

Είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της συγγραφής. Δεν με ενδιαφέρουν οι ήρωες που χωρίζονται εύκολα σε καλούς και κακούς. Στην πραγματική ζωή οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αγαπούν, πληγώνουν, φοβούνται, μετανιώνουν. Ήθελα κάθε πρόσωπο του βιβλίου να έχει τους δικούς του λόγους, ακόμη κι αν ο αναγνώστης διαφωνεί μαζί του. Πιστεύω ότι ο συγγραφέας δεν πρέπει να δικάζει τους χαρακτήρες του. Πρέπει να τους κατανοεί.

Η Βάνα είναι από τις πιο αμφιλεγόμενες παρουσίες του βιβλίου. Είναι ο «αντίπαλος» της Λητώς;

Δεν θα την χαρακτήριζα έτσι. Η Βάνα είναι ένας άνθρωπος που έχει περάσει τη ζωή του προστατεύοντας κάτι που θεωρεί σημαντικότερο από τον ίδιο της τον εαυτό. Οι πράξεις της μπορεί να ξενίσουν ή ακόμη και να εξοργίσουν τον αναγνώστη, όμως δεν είναι προϊόν κακίας. Είναι αποτέλεσμα επιλογών, φόβων και μιας διαφορετικής αντίληψης για το τι σημαίνει οικογένεια και καθήκον. Προσπάθησα να της δώσω το δικαίωμα να ακουστεί, χωρίς να την αντιμετωπίσω ως μια εύκολη «κακιά» της ιστορίας.

Ο Λουκάς Ράλλης είναι ένας από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες του βιβλίου. Πώς τον προσεγγίσατε συγγραφικά;

Ο Λουκάς είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά το βάρος των επιλογών του. Δεν ήθελα να τον παρουσιάσω ως έναν πατέρα που απλώς έκανε λάθη ούτε ως έναν άνθρωπο που ζητά εύκολα τη συγχώρεση του αναγνώστη. Είναι μια προσωπικότητα που διαμορφώθηκε από την εποχή της, από τις κοινωνικές συμβάσεις, από τις φιλοδοξίες, αλλά και από τις αδυναμίες της. Πιστεύω ότι είναι ένας τραγικός ήρωας με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Ξέρει ότι πλησιάζει το τέλος του και αντιλαμβάνεται πως υπάρχουν αλήθειες που δεν μπορεί να πάρει μαζί του. Αυτός ο εσωτερικός αγώνας ήταν που με ενδιέφερε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Στο βιβλίο η Κηφισιά δεν λειτουργεί απλώς ως τόπος δράσης. Μοιάζει να αποκτά δική της προσωπικότητα.

Οι τόποι έχουν μνήμη. Δεν πιστεύω ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να εκτυλίσσεται οπουδήποτε χωρίς να αλλάζει η ψυχή του. Η Κηφισιά, με τις παλιές επαύλεις, τους ήσυχους δρόμους και την αίσθηση μιας παλιάς αστικής Ελλάδας που σβήνει, ήταν ο ιδανικός χώρος για αυτή την ιστορία. Πίσω από τις καλαίσθητες προσόψεις υπάρχουν ζωές που δεν είναι πάντοτε τόσο τακτοποιημένες όσο δείχνουν. Ήθελα ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι ακόμη και το ίδιο το σπίτι παρακολουθεί τους ανθρώπους που κινούνται μέσα του, σαν να φυλάει μυστικά που αρνείται να αποκαλύψει.

Η αφήγησή σας έχει έντονα κινηματογραφικά στοιχεία. Γράφετε έχοντας στο μυαλό σας εικόνες;

Πάντα. Πριν γράψω μια σκηνή, τη βλέπω. Δεν ξεκινώ από τον διάλογο αλλά από την εικόνα, το φως, τους ήχους, ακόμη και τις μυρωδιές του χώρου. Θέλω ο αναγνώστης να αισθάνεται ότι δεν διαβάζει απλώς μια ιστορία, αλλά ότι βρίσκεται μέσα σε αυτήν. Ίσως γι’ αυτό δίνω ιδιαίτερη σημασία στην ατμόσφαιρα. Πιστεύω ότι το σασπένς δεν γεννιέται μόνο από την πλοκή. Γεννιέται και από όσα υπονοούνται, από τις σιωπές, από μια πόρτα που ανοίγει, από έναν διάδρομο που μένει σκοτεινός, από ένα βλέμμα που διαρκεί λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

Οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη, χωρίς όμως να χάνεται η ψυχολογική συνοχή των χαρακτήρων. Πώς ισορροπεί ένας συγγραφέας ανάμεσα στην πλοκή και στο ψυχογράφημα;

Νομίζω ότι η πλοκή πρέπει να γεννιέται από τους χαρακτήρες και όχι το αντίστροφο. Δεν δημιουργώ πρώτα μια σειρά ανατροπών για να βάλω μετά τους ήρωες να τις υπηρετήσουν. Κάθε αποκάλυψη προκύπτει επειδή ένας χαρακτήρας αποφασίζει να μιλήσει, να σωπάσει, να κρύψει ή να αποκαλύψει κάτι. Αν οι άνθρωποι ενός μυθιστορήματος είναι αληθινοί, τότε και η ιστορία θα εξελιχθεί οργανικά. Οι ανατροπές δεν πρέπει ποτέ να μοιάζουν με τεχνάσματα· πρέπει να μοιάζουν αναπόφευκτες.

Ο τίτλος “Χωρίς Άλλοθι” λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Τι σημαίνει για εσάς;
Στην επιφάνεια παραπέμπει, φυσικά, σε μια αστυνομική ιστορία. Όμως για μένα έχει πολύ βαθύτερη σημασία. Όλοι οι άνθρωποι αναζητούμε άλλοθι. Για τις επιλογές μας, για τις παραλείψεις μας, για όσα φοβηθήκαμε να κάνουμε. Κάποια στιγμή όμως έρχεται η ώρα που μένουμε μόνοι απέναντι στον εαυτό μας. Εκεί δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Εκεί δεν υπάρχουν άλλοθι. Αυτό είναι, νομίζω, το πιο δύσκολο δικαστήριο που καλείται να περάσει κάθε άνθρωπος.

Τι θα θέλατε να αισθανθεί ο αναγνώστης όταν κλείσει την τελευταία σελίδα;

Δεν θα ήθελα να μείνει μόνο με την ικανοποίηση ότι έλυσε ένα μυστήριο. Θα ήθελα να συνεχίσει να σκέφτεται τους ήρωες. Να αναρωτηθεί τι θα έκανε ο ίδιος αν βρισκόταν στη θέση τους. Αν η αγάπη μπορεί να συνυπάρξει με τη σιωπή. Αν η αλήθεια είναι πάντοτε λυτρωτική ή αν υπάρχουν φορές που το τίμημά της είναι δυσβάσταχτο. Πιστεύω ότι ένα μυθιστόρημα ολοκληρώνεται πραγματικά όχι όταν ο συγγραφέας γράψει την τελευταία του λέξη, αλλά όταν ο αναγνώστης κλείσει το βιβλίο και εξακολουθήσει να συνομιλεί με τους ήρωές του. Αν ο Λουκάς, η Βάνα, η Αντιγόνη και, πάνω απ’ όλα, η Λητώ συνεχίσουν να υπάρχουν στη σκέψη του και μετά την τελευταία σελίδα, τότε θα αισθανθώ πως το Χωρίς Άλλοθι πέτυχε τον σκοπό του.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ