Με βαθιά συγκίνηση μίλησε ο Γιώργος Κωνσταντίνου για την απώλεια της Μάρως Κοντού, μιας γυναίκας που συνδέθηκε όσο λίγες με τη δική του καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά και με μια προσωπική φιλία που άντεξε στον χρόνο για περισσότερες από έξι δεκαετίες. Ο σπουδαίος ηθοποιός, εμφανώς φορτισμένος, αναφέρθηκε στη συνάδελφό του και αγαπημένη του φίλη, εξηγώντας πως ο θάνατός της τον αιφνιδίασε απόλυτα, καθώς δεν είχε αντιληφθεί ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου βρέθηκε το απόγευμα της Τρίτης 1ης Σεπτεμβρίου στην εκπομπή «Studio στις 3» του ΣΚΑΪ, όπου συνομίλησε με τη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και τον Θανάση Αναγνωστόπουλο. Η συζήτηση αναπόφευκτα στράφηκε στην απώλεια της Μάρως Κοντού, με τον ίδιο να μιλά για έναν άνθρωπο που δεν θεωρούσε απλώς συνεργάτη, αλλά έναν από τους ανθρώπους που είχαν μείνει βαθιά χαραγμένοι στη ζωή του.

Η σχέση των δύο ηθοποιών ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν συναντήθηκαν καλλιτεχνικά στην περίφημη «Οδό Ονείρων». Η Μάρω Κοντού είχε ήδη αρχίσει να καθιερώνεται ως πρωταγωνίστρια, ενώ ο Γιώργος Κωνσταντίνου βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα. Από εκείνη τη συνάντηση γεννήθηκε μια σχέση που ξεπέρασε τα όρια μιας απλής επαγγελματικής συνεργασίας και εξελίχθηκε σε μια βαθιά φιλία.
«Με τη Μάρω Κοντού είχαμε πολύ μεγάλη σχέση. Ξεκινήσαμε μαζί, από την “Οδό Ονείρων”, από το ’60», θυμήθηκε ο ηθοποιός, περιγράφοντας ουσιαστικά την αφετηρία μιας γνωριμίας που θα κρατούσε για περισσότερα από 60 χρόνια.

Για τον ίδιο, η φιλία ανάμεσα στους ηθοποιούς έχει μια ιδιαίτερη δυναμική, καθώς οι άνθρωποι που συνεργάζονται περνούν μαζί μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, μοιράζονται αγωνίες, επιτυχίες, αποτυχίες, παραστάσεις και αμέτρητες στιγμές. Στην περίπτωση της Μάρως Κοντού, όμως, αυτή η σχέση είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα επαγγελματικά όρια.
Οι δυο τους συνέχισαν να επικοινωνούν όλα αυτά τα χρόνια. Τηλεφωνούσαν ο ένας στον άλλον, συναντιούνταν και παρέμεναν κοντά, παρά τις διαφορετικές πορείες που ακολούθησε ο καθένας. Γι’ αυτό και η είδηση του θανάτου της ήταν για τον Γιώργο Κωνσταντίνου ακόμη πιο δύσκολη να διαχειριστεί.

Όπως αποκάλυψε, η Μάρω Κοντού δεν του είχε πει ότι αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Αντίθετα, στις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες παρέμενε ζωηρή και ευδιάθετη, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην έχει κανέναν λόγο να υποψιαστεί ότι η κατάσταση της υγείας της ήταν διαφορετική.
«Μου την έσκασε ουσιαστικά. Εγώ δεν το περίμενα. Ειλικρινά, δεν το περίμενα. Δεν είχα μάθει τίποτα. Δεν το μοιράστηκε με κανέναν», είπε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας το μέγεθος της έκπληξής του.
Μάλιστα, περίπου δύο μήνες πριν από τον θάνατό της, οι δυο τους είχαν συναντηθεί τυχαία σε ένα εστιατόριο. Ο Κωνσταντίνου θυμήθηκε πως πλησίασε τη φίλη του και κάθισε δίπλα της, χωρίς να αντιληφθεί κάτι που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην υποψία ότι περνούσε μια δύσκολη περίοδο.
«Ήταν τόσο ζωντανή στα τηλέφωνα, που δεν είχε κάτι που να με κάνει να πω ότι κάτι της συμβαίνει. Και μου ήρθε ταμπλάς», εξομολογήθηκε.
Η απώλεια της Μάρως Κοντού τον έκανε παράλληλα να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο βιώνει γενικότερα τον θάνατο των ανθρώπων με τους οποίους έχει μοιραστεί τη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία. Όπως εξήγησε, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει ότι άνθρωποι που βλέπει στις ταινίες του δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή.
Για τον Γιώργο Κωνσταντίνου, οι συνάδελφοί του παραμένουν κατά κάποιον τρόπο ζωντανοί μέσα από τις αναμνήσεις του. Οι εικόνες τους, οι φωνές τους και οι κοινές τους στιγμές εξακολουθούν να υπάρχουν, με αποτέλεσμα κάθε νέα απώλεια να μοιάζει σχεδόν απρόσμενη.
«Όλους αυτούς, επειδή τους έζησα από κοντά, τους έχω ζωντανούς μέσα μου», ανέφερε, περιγράφοντας με ιδιαίτερα ανθρώπινο τρόπο το πώς η μνήμη μπορεί να κρατήσει ζωντανούς τους ανθρώπους που έχουν φύγει.
Και μέσα σε αυτή τη φορτισμένη συζήτηση, ο Γιώργος Κωνσταντίνου αποκάλυψε και ένα περιστατικό που, όπως είπε, τον συγκλόνισε. Πρόκειται για ένα όνειρο που είδε το βράδυ πριν πληροφορηθεί τον θάνατο της Μάρως Κοντού.
Στο όνειρό του βρισκόταν μαζί με τη Μάρω Κοντού και έναν ακόμη ηθοποιό. Οι τρεις τους κατευθύνονταν σε κάποιο γύρισμα, όπως συνέβαινε αμέτρητες φορές στη διάρκεια της κοινής τους καλλιτεχνικής διαδρομής. Κάποια στιγμή, όμως, η Μάρω εξαφανίστηκε.
Ο ίδιος άρχισε να την αναζητά μέσα στο όνειρο και να ρωτά πού βρίσκεται. Όταν του είπαν ότι θα ερχόταν αργότερα, εκείνος επέμενε πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έλειπε, αφού επρόκειτο να ξεκινήσει το γύρισμα.
«Και αρχίζω και φωνάζω “Μάρω”», περιέγραψε.
Τότε, μέσα στο όνειρο, άκουσε τη φωνή της να του απαντά πως τη δουλειά τους θα την έκαναν κάποια άλλη φορά.
«Καλά, θα το κάνουμε άλλη φορά αυτό», θυμάται να του λέει.
Λίγες ώρες αργότερα, όταν ξύπνησε και πήρε στα χέρια του το κινητό του τηλέφωνο, αντίκρισε μηνύματα συλλυπητηρίων. Εκείνη ήταν η στιγμή που πληροφορήθηκε ότι η Μάρω Κοντού είχε φύγει από τη ζωή.
«Ξυπνάω το πρωί, ανοίγω το τηλέφωνο και βλέπω συλλυπητήρια. Πώς σου φαίνεται αυτό; Ήταν η μέρα που είχε πεθάνει», είπε εμφανώς συγκινημένος.
Το όνειρο αυτό, ανεξάρτητα από το πώς μπορεί κανείς να το ερμηνεύσει, έγινε για τον ίδιο ακόμη μία βαθιά συναισθηματική σύνδεση με έναν άνθρωπο που υπήρξε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η Μάρω Κοντού δεν ήταν απλώς η παρτενέρ με την οποία μοιράστηκε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν μια φίλη με την οποία συνδέθηκε από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του και παρέμεινε κοντά του για δεκαετίες.
Η κοινή τους ιστορία είχε ξεκινήσει σε μια διαφορετική εποχή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και συνεχίστηκε μέσα από συνεργασίες, συναντήσεις και προσωπικές στιγμές. Για τον Γιώργο Κωνσταντίνου, η απώλειά της δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος μιας ακόμη μεγάλης παρουσίας του ελληνικού θεάματος. Είναι η απώλεια ενός ανθρώπου που γνώρισε όταν ακόμη διαμορφωνόταν η δική του καλλιτεχνική ταυτότητα και που παρέμεινε στη ζωή του για περισσότερα από 60 χρόνια.
Και ίσως γι’ αυτό, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, δυσκολεύεται να αποδεχθεί την απουσία της. Γιατί στη δική του μνήμη η Μάρω Κοντού δεν έφυγε απλώς. Παραμένει εκεί, μέσα στις ταινίες, στις παραστάσεις, στις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, στις κοινές αναμνήσεις και στις στιγμές μιας ολόκληρης εποχής που έζησαν μαζί.










