Στα 16 του χρόνια γνώρισε τον Γιάννη Μπλέσια, όταν ήταν ακόμη ένας μαθητής με ένα μεγάλο όνειρο: να γίνει πιλότος. Χρόνια αργότερα, ο καθηγητής του τον είδε να μεγαλώνει, να δημιουργεί τη δική του οικογένεια και να πραγματοποιεί το όνειρό του.
Σήμερα, όμως, καλείται να αποχαιρετήσει τον πρώην μαθητή του, τον 40χρονο Επισμηναγό Γιάννη Μπλέσια, ο οποίος έχασε τη ζωή του μαζί με τον Σμηναγό Δημήτρη Πέτρου στη συντριβή του Phantom στην Τανάγρα, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του και τον πεντάχρονο γιο τους.

Με μια συγκλονιστική ανάρτηση, ο καθηγητής περιγράφει τον Γιάννη όπως τον γνώρισε πριν φορέσει τη στολή της Πολεμικής Αεροπορίας. Όπως σημειώνει, ήταν ένα από τα πρώτα παιδιά που συνάντησε στην εκπαιδευτική του πορεία και ένας από εκείνους τους μαθητές που παραμένουν αξέχαστοι, όχι επειδή ήταν απαραίτητα οι καλύτεροι ή επειδή έκαναν κάτι εντυπωσιακό, αλλά επειδή είχαν «κάτι διαφορετικό».
Ο Γιάννης, όπως γράφει, είχε καλοσύνη, όμορφη ενέργεια, χαμόγελο και έναν ξεχωριστό τρόπο επικοινωνίας που έκανε τους ανθρώπους γύρω του να τον συμπαθούν από την πρώτη στιγμή. Παράλληλα, γνώριζε από νωρίς τι ήθελε να πετύχει και το έλεγε με αποφασιστικότητα: ήθελε να γίνει πιλότος.
Το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Με τα χρόνια μεγάλωσε, δημιούργησε τη δική του οικογένεια, ενώ η σχέση με τον καθηγητή του δεν χάθηκε. Οι δύο άνδρες συνέχισαν να επικοινωνούν και να συναντιούνται, με τη ζωή να τους φέρνει ξανά κοντά με έναν ιδιαίτερα συγκινητικό τρόπο: τα παιδιά τους έπαιζαν μαζί στην παιδική χαρά, την ώρα που εκείνοι συζητούσαν για την καθημερινότητα, την οικογένεια και τη ζωή.
Η συγκλονιστική ανάρτηση του καθηγητή
«Τον γνώρισα όταν ήταν μόλις 16 χρονών. Ήταν από τα πρώτα παιδιά που γνώρισα ως καθηγητής. Και υπάρχουν κάποιοι μαθητές που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν τους ξεχνάς. Όχι επειδή ήταν οι καλύτεροι μαθητές ή επειδή έκαναν κάτι εντυπωσιακό. Τους θυμάσαι γιατί είχαν κάτι διαφορετικό. Εκείνος είχε καλοσύνη.

Είχε μια όμορφη ενέργεια. Ένα χαμόγελο, μια ζωντάνια, έναν τρόπο να επικοινωνεί που σε έκανε να τον συμπαθείς από την πρώτη στιγμή. Και είχε και κάτι ακόμη: ήξερε από τότε τι ήθελε. Ήθελε να γίνει πιλότος. Δεν το έλεγε σαν ένα παιδικό όνειρο που μπορεί να ξεχαστεί. Το έλεγε με εκείνη την αποφασιστικότητα που έχουν κάποια παιδιά όταν μέσα τους έχουν ήδη χαράξει τον δρόμο που θέλουν να ακολουθήσουν. Και τα κατάφερε.
Τα χρόνια πέρασαν. Εκείνος μεγάλωσε, δημιούργησε τη δική του οικογένεια και η σχέση μας δεν χάθηκε. Συνεχίσαμε να μιλάμε, να συναντιόμαστε. Και η ζωή έκανε έναν όμορφο κύκλο. Τα παιδιά μας βρέθηκαν να παίζουν μαζί στην παιδική χαρά και εμείς να μιλάμε για τη ζωή, τα παιδιά, την καθημερινότητα. Από εκείνο το 16χρονο παιδί είχε πλέον γίνει ένας άντρας, ένας πατέρας. Και σήμερα δεν μπορώ να δεχτώ εύκολα τη λέξη “ήρωας”.
Όχι γιατί δεν ήταν γενναίος. Αλλά γιατί φοβάμαι πως η λέξη αυτή χρησιμοποιείται πολύ εύκολα από ανθρώπους που δεν θα ζήσουν ούτε μία ημέρα από αυτό που ζει η οικογένειά του. Θα ακουστούν δηλώσεις. Θα γραφτούν ανακοινώσεις. Θα φορεθούν σοβαρά κοστούμια, θα ειπωθούν μεγάλα λόγια, θα μιλήσουν για “ήρωες”, “θυσίες”, “καθήκον” και “υπερηφάνεια”. Και μετά;
Μετά θα επιστρέψουν όλοι στις δουλειές τους. Θα κλείσουν οι κάμερες. Θα τελειώσουν τα δελτία ειδήσεων. Θα σβήσουν οι αναρτήσεις. Θα περάσουν οι μέρες. Και η ζωή των περισσότερων θα συνεχιστεί. Μόνο που σε ένα σπίτι δεν θα συνεχιστεί ποτέ όπως πριν. Εκεί δεν θα υπάρχει ένας “ήρωας”. Θα λείπει ένας άνθρωπος. Θα λείπει ένας πατέρας. Θα λείπει ένας σύζυγος. Θα λείπει ένας γιος. Θα λείπει ένας άνθρωπος που έπρεπε να γυρίσει σπίτι.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αδικία όλων αυτών των μεγαλόστομων δηλώσεων. Γιατί είναι πολύ εύκολο να βαφτίζεις κάποιον “ήρωα” όταν δεν είσαι εσύ αυτός που θα μεγαλώσει το παιδί του χωρίς εκείνον. Είναι πολύ εύκολο να μιλάς για “θυσία” όταν δεν είσαι εσύ αυτός που θα περιμένει μάταια να ανοίξει η πόρτα. Είναι πολύ εύκολο να υποκλίνεσαι στον νεκρό, όταν δεν χρειάζεται εσύ να μάθεις στο παιδί σου πώς να μεγαλώσει χωρίς τον πατέρα του. Ας σταματήσουμε λοιπόν για λίγο τις υποκριτικές κορώνες. Ας αφήσουμε στην άκρη τις φωτογραφίες, τα στεφάνια και τα μεγάλα λόγια.
Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι πίσω από κάθε “ήρωα” υπάρχει ένας άνθρωπος. Και πίσω από κάθε άνθρωπο που χάνεται υπάρχει μια οικογένεια που πληρώνει το τίμημα για πάντα. Δεν ξέρω τι θα θυμάται ο κόσμος από εκείνον. Εγώ θα θυμάμαι ένα παιδί 16 χρονών. Ένα καλό παιδί. Με καλή ενέργεια. Με όνειρα. Με θέληση. Ένα παιδί που ήθελε να γίνει πιλότος. Και θα θυμάμαι και τον άντρα που συνάντησα χρόνια αργότερα στην παιδική χαρά, με τα παιδιά μας να παίζουν δίπλα μας. Αυτόν θα θυμάμαι.

Όχι τον τίτλο. Όχι την ιδιότητα. Όχι το “ηρωικό” αφήγημα που θα χτιστεί γύρω από τον θάνατό του. Γιατί ξέρετε κάτι; Ο γιος του δεν θα ήθελε έναν ήρωα. Δεν θα τον παρηγορήσει καμία επίσημη ανακοίνωση. Δεν θα τον αγκαλιάσει κανένα στεφάνι. Δεν θα του μιλήσει καμία κάμερα. Δεν θα του επιστρέψει τον πατέρα του κανένας μεγαλόστομος λόγος. Ο γιος του θα ήθελε μόνο ένα πράγμα. Να είναι ο πατέρας του ζωντανός. Να γυρίσει σπίτι. Να ανοίξει η πόρτα. Να τον αγκαλιάσει. Να τον δει να μεγαλώνει. Αυτός είναι ο πραγματικός πόνος. Και μπροστά σε αυτόν τον πόνο, όλες οι υποκριτικές δηλώσεις των υπολοίπων είναι απλώς θόρυβος.
Καλό ταξίδι. Σε γνώρισα παιδί. Σε είδα να μεγαλώνεις και να πραγματοποιείς το όνειρό σου. Και θα ήθελα, όπως όλοι όσοι σε αγάπησαν, να μπορούσες απλώς να γυρίσεις σπίτι. Γιατί τελικά, όσο “ήρωα” κι αν σε βαφτίσουν, για το παιδί σου θα είσαι πάντα κάτι πολύ πιο σημαντικό: Ο μπαμπάς του».










