Έλενα Σολταρίδου: «Ποιος αξίζει το άγχος μου;»

Έλενα Σολταρίδου: «Ποιος αξίζει το άγχος μου;»
Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Στο περιοδικό «Εγώ» φιλοξενούμε την ψυχολόγο και συγγραφέα κυρία Έλενα Σολταρίδου, με αφορμή το βιβλίο της «Ποιος αξίζει το άγχος μου; 45 τρόποι να σταματήσεις να ζεις για τους άλλους», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Key Books. Είναι υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με ερευνητικό αντικείμενο τη διαχείριση του άγχους, απόφοιτος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Διοίκηση Υγείας. Έχει εξειδικευτεί στη Γνωσιακή και Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, διδάσκει σε εκπαιδευτικούς φορείς και συνεργάζεται με επιχειρήσεις σε προγράμματα εκπαίδευσης και ενδυνάμωσης εργαζομένων.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Στο τέταρτο βιβλίο της, η συγγραφέας προσεγγίζει το άγχος όχι μόνο ως ατομικό συναίσθημα, αλλά και ως τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε. Σε σαράντα πέντε σύντομα κεφάλαια εξετάζει την ανάγκη για αποδοχή, την προσκόλληση, την τελειοθηρία, την αποφυγή, την εσωτερίκευση του θυμού και τη δυσκολία να θέσουμε προσωπικά όρια. Παράλληλα, αναφέρεται σε σύγχρονες μορφές συναισθηματικής χειραγώγησης και απόρριψης, διερευνώντας πώς οι συμπεριφορές των άλλων μπορούν να επηρεάσουν την αυτοεκτίμηση και τις επιλογές μας.

Το ερώτημα του τίτλου δεν υποστηρίζει ότι το άγχος μπορεί να εξαφανιστεί απλώς απομακρύνοντας έναν άνθρωπο από τη ζωή μας. Μας καλεί να αναγνωρίσουμε ποιες ευθύνες μάς ανήκουν, ποιες έχουμε αναλάβει από φόβο και πότε η φροντίδα των άλλων μετατρέπεται σε εγκατάλειψη του εαυτού. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολη. Το άγχος μπορεί να αποτελεί φυσιολογική αντίδραση, προειδοποιητικό σήμα ή σύμπτωμα που χρειάζεται επαγγελματική αντιμετώπιση. Ένα βιβλίο μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς την αυτοπαρατήρηση, αλλά δεν αντικαθιστά την ψυχοθεραπεία ή την ιατρική φροντίδα όταν αυτές είναι απαραίτητες.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Ο τίτλος «Ποιος αξίζει το άγχος μου;» αποδίδει σχεδόν μια αξία ή έναν αποδέκτη στο άγχος. Τι σημαίνει πραγματικά το ρήμα «αξίζει» σε αυτή την ερώτηση; Μας καλείτε να αξιολογήσουμε πού επενδύουμε την ψυχική μας ενέργεια ή να αναγνωρίσουμε γιατί παραχωρήσαμε σε ορισμένους ανθρώπους τόσο μεγάλη επιρροή πάνω μας;

Ε.Σ.: Η λέξη «αξίζει» είναι μια λέξη που λειτουργεί ως αφορμή για έναν εσωτερικό διάλογο. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν το άγχος που βιώνουμε ανταποκρίνεται στις πραγματικές απαιτήσεις της ζωής ή αν έχει διογκωθεί επειδή έχουμε παραχωρήσει υπερβολική δύναμη στις προσδοκίες, στις κρίσεις ή στις ανάγκες των άλλων.

Πολλές φορές δεν αγχωνόμαστε μόνο για όσα συμβαίνουν, αλλά για τα σενάρια που κάνουμε, για τις σκέψεις μας, για όσα φοβόμαστε ότι θα σκεφτούν οι άλλοι, για την ανάγκη να τους ικανοποιήσουμε ή να μη τους απογοητεύσουμε.

Και αγγίζουμε ένα σημείο, που η ψυχική μας ενέργεια, ο χρόνος μας, η καθημερινότητά μας επενδύεται περισσότερο στη διατήρηση της αποδοχής των άλλων παρά στις δικές μας πραγματικές ανάγκες. Εκεί γεννιέται το ερώτημα του τίτλου.

Το βιβλίο δεν προτρέπει τον αναγνώστη να απομακρύνει ανθρώπους από τη ζωή του ούτε να αναζητήσει «ενόχους» για το άγχος του. Δεν είναι σκοπός η ενοχοποίηση κάποιου.. Το βιβλίο μας προσκαλεί όλους, σχεδόν μας προκαλεί  να παρατηρήσουμε τη συμμετοχή μας στις σχέσεις και να αναγνωρίσουμε τις συμπεριφορές μας.. ποιες γίνονται άραγε από φόβο, από ενοχή, από ανάγκη επιβεβαίωσης, από το άγχος απώλειας. . 

Τα σαράντα πέντε κεφάλαια περνούν από τις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους και την προσκόλληση έως τα όρια, την απόρριψη, την τελειοθηρία και την ψυχική ανθεκτικότητα. Με ποια λογική οργανώσατε αυτή τη διαδρομή και πώς αποφύγατε να μετατραπούν τόσο σύνθετα ζητήματα σε αποσπασματικές συμβουλές ή εύκολα συνθήματα αυτοβελτίωσης;

Ε.Σ.: Το άγχος είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, ένα πολυπαραγοντικό συναίσθημα. Επηρεάζεται από τις εμπειρίες μας, τις σχέσεις μας, τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αλλά και από βιολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Η σειρά των κεφαλαίων δεν είναι τυχαία. Ξεκινά από την κατανόηση του άγχους και σταδιακά περνά στους μηχανισμούς που το συντηρούν, όπως η ανάγκη για αποδοχή, η δυσκολία να θέσουμε όρια, η τελειοθηρία ή ο φόβος της απόρριψης.

Ο αναγνώστης δεν ήθελα να διαβάζει απομονωμένες συμβουλές, αλλά να αντιλαμβάνεται πώς όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους, τον τρόπο με τον οποίο εγκλωβίζεται μέσα σε σκέψεις , σε αποφάσεις και σε συμπεριφορές. Τα σαράντα πέντε κεφάλαια είναι σύντομα, αλλά δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Το καθένα φωτίζει μια διαφορετική πτυχή του ίδιου ζητήματος και προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια διαδικασία αυτοπαρατήρησης, όχι αυτοδιάγνωσης.

Δεν πιστεύω στις εύκολες λύσεις ούτε στις καθολικές απαντήσεις, όπως επίσης δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχουν εύκολες αποφάσεις, ιδιαίτερα σε θέματα που μας εγκλωβίζουν χρόνια, που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη σωματοποίηση, με ψυχοσωματικά συμπτώματα. .

Αυτό που πιστεύω όμως ακράδαντα είναι πως όταν ένας άνθρωπος κατανοήσει βαθύτερα τους μηχανισμούς που τροφοδοτούν το άγχος του, αποκτά περισσότερη ελευθερία να επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισής του.

Η υπερβολική φροντίδα για τους άλλους μπορεί να μοιάζει με γενναιοδωρία, ενώ στην πραγματικότητα να πηγάζει από φόβο εγκατάλειψης, ανάγκη αποδοχής ή διαρκή επαγρύπνηση. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να διακρίνει την αυθεντική προσφορά από μια συμπεριφορά που συντηρεί το άγχος και την εξάρτησή του;

Ε.Σ.: Η διαφορά δεν βρίσκεται στη συμπεριφορά αλλά στο κίνητρο που την καθοδηγεί.

Δύο άνθρωποι μπορεί να κάνουν ακριβώς την ίδια πράξη φροντίδας, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Ο ένας επειδή πραγματικά το επιθυμεί και ο άλλος επειδή φοβάται ότι, αν δεν το κάνει, θα απορριφθεί, θα νιώσει ενοχές ή θα πάψει να είναι σημαντικός για τους άλλους.

Η αυθεντική προσφορά προέρχεται από την ελευθερία της επιλογής. Είναι μια πράξη που δεν ακυρώνει τον εαυτό μας ούτε μας στερεί την αίσθηση ότι μπορούμε να πούμε και όχι. Αντίθετα, όταν η φροντίδα γίνεται υποχρέωση ή ο μοναδικός τρόπος για να αισθανόμαστε ότι αξίζουμε την αγάπη και την αποδοχή, τότε αρχίζει να τροφοδοτεί το άγχος και να μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο διαρκούς επιβεβαίωσης.

Αξίζει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε το εξής. . .αν γνωρίζαμε ότι ο άλλος δεν θα μας παρεξηγήσει, δεν θα θυμώσει και δεν θα μας απορρίψει… θα κάναμε πάλι το ίδιο, θα επιλέγαμε πάλι την ίδια συμπεριφορά;

Η φροντίδα είναι ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία των ανθρώπινων σχέσεων. Χάνει όμως την ουσία της όταν γίνεται ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο νιώθουμε ότι έχουμε αξία.

Οι υγιείς σχέσεις δεν στηρίζονται στη διαρκή αυτοθυσία, αλλά στην αμοιβαιότητα, στον σεβασμό, στην επικοινωνία και στην ελευθερία και των δύο ανθρώπων να υπάρχουν αυθεντικά μέσα σε αυτές.

Η συμβουλή να θέτουμε όρια ακούγεται απλή, αλλά ένα «όχι» μπορεί να έχει πραγματικό κόστος μέσα στην οικογένεια, στην εργασία ή σε μια σχέση με άνιση κατανομή εξουσίας. Πώς χτίζονται λειτουργικά όρια χωρίς να αγνοούνται οι συνέπειες που μπορεί να αντιμετωπίσει εκείνος που τα διεκδικεί;

Ε.Σ.: Η συμβουλή «βάλε όρια» ακούγεται πολύ πιο εύκολη, σε σχέση με το να ζήσουμε με τις συνέπειες αυτής της επιλογής.

Υπάρχουν σχέσεις και περιβάλλοντα όπου ένα «όχι» μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις, δυσαρέσκεια ή ακόμη και να επηρεάσει σημαντικές ισορροπίες. Για αυτό και τα όρια δεν είναι μια πράξη αντίδρασης ούτε μια δεξιότητα που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε περίσταση. Η διεκδίκησή τους χρειάζεται επίγνωση, αξιολόγηση της πραγματικότητας και, πολλές φορές, σταδιακή εφαρμογή. Δεν χρειάζεται να περάσουμε από την απόλυτη υποχώρηση στην απόλυτη σύγκρουση.

Συχνά, οι πιο ουσιαστικές αλλαγές ξεκινούν από μικρές, σταθερές διαφοροποιήσεις στον τρόπο που επικοινωνούμε τις ανάγκες μας και διαχειριζόμαστε τις προσδοκίες των άλλων. Εξίσου σημαντικό είναι να αποδεχτούμε ότι, όταν αλλάζουμε έναν τρόπο συμπεριφοράς που οι άλλοι είχαν συνηθίσει, είναι πιθανό να υπάρξουν αντιδράσεις. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνουμε κάτι λάθος. Οι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν σε μια νέα δυναμική σχέσης, όπως ακριβώς χρειάζεται χρόνο και εκείνος που μαθαίνει να θέτει όρια.

Τα υγιή όρια, τα λειτουργικά όρια δεν είναι τείχη που μας απομονώνουν. . στην πραγματικότητα είναι μορφή αυτοφροντίδας, είναι γέφυρες που επιτρέπουν στις σχέσεις να γίνουν πιο ξεκάθαρες, πιο ειλικρινείς και τελικά πιο υγιείς.

Όροι όπως ghosting, gaslighting και negging έχουν βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να αναγνωρίσουν συμπεριφορές που παλαιότερα δυσκολεύονταν να περιγράψουν. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος να χρησιμοποιούνται ως πρόχειρες διαγνώσεις ή ως ετικέτες που ακυρώνουν κάθε δύσκολη ανθρώπινη σχέση; Πώς ξεχωρίζουμε ένα σταθερό μοτίβο χειραγώγησης από μια μεμονωμένη κακή συμπεριφορά;

Ε.Σ.: Οι όροι αυτοί μπήκαν στη ζωή μας γιατί πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονταν να περιγράψουν εμπειρίες που τους μπέρδευαν ή τους πλήγωναν. Όταν μπορείς να ονομάσεις αυτό που ζεις, συχνά μπορείς και να το κατανοήσεις καλύτερα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λέξη προηγείται της κατανόησης, όταν γενικεύοιυμε, όταν μεταφέρουμε τις ευθύνες μιας συμπερφοράς στους άλλους και όταν χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει κάθε δύσκολη σχέση.

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σύνθετες και δεν μπορεί κάθε σύγκρουση, κάθε απομάκρυνση ή κάθε άστοχη συμπεριφορά να μεταφράζεται αυτόματα με μια ετικέτα.

Ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν συνιστά απαραίτητα ένα σταθερό μοτίβο χειραγώγησης. Η διαφορά στις συμπεριφορές βρίσκεται στη διάρκεια, στη συχνότητα, στην πρόθεση και κυρίως στην επίδραση που έχουν στον άνθρωπο που τη βιώνουν.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι να αναζητήσουμε έναν χαρακτηρισμό για τον άλλον, αλλά να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει μέσα μας. Πώς νιώθουμε σε αυτή τη σχέση;

Μπορούμε να εκφραστούμε με ασφάλεια;

Υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός ή κυριαρχούν ο φόβος, η σύγχυση και η συνεχής αμφισβήτηση του εαυτού μας;

Οι έννοιες αυτές είναι χρήσιμες όταν μας βοηθούν να κατανοήσουμε μια πραγματικότητα. Χάνουν όμως την αξία τους όταν χρησιμοποιούνται για να απλοποιήσουν σύνθετες ανθρώπινες σχέσεις.

Το άγχος δεν είναι πάντοτε παθολογικό, καθώς μπορεί να μας προειδοποιεί, να μας κινητοποιεί ή να μας προετοιμάζει για μια απαιτητική κατάσταση. Πότε παύει να αποτελεί μια αναμενόμενη αντίδραση της ζωής και αρχίζει να περιορίζει σοβαρά την καθημερινότητα, τις σχέσεις και τη σωματική λειτουργία ενός ανθρώπου;

Ε.Σ.: Το άγχος είναι μια φυσιολογική και απαραίτητη λειτουργία του οργανισμού. Μας προειδοποιεί για έναν κίνδυνο, μας κινητοποιεί να ανταποκριθούμε σε μια πρόκληση και πολλές φορές μας βοηθά να λειτουργήσουμε πιο αποτελεσματικά. Δεν είναι κάτι που πρέπει να εξαφανίσουμε από τη ζωή μας, γιατί αποτελεί μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το σημείο που πρέπει να μας προβληματίσει είναι όταν το άγχος παύει να σχετίζεται με μια συγκεκριμένη κατάσταση και αρχίζει να γίνεται ένας μόνιμος τρόπος ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, δυσκολεύεται να χαλαρώσει ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματική απειλή, όταν αποφεύγει καταστάσεις, όταν εξαντλείται ψυχικά και σωματικά ή διαπιστώνει ότι η εργασία, οι σχέσεις και η καθημερινότητά του επηρεάζονται σημαντικά, τότε δεν μιλάμε πλέον για μια αναμενόμενη αντίδραση.

Αυτό όμως που πρέπει να θυμόμαστε πάντα είναι ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε να φτάσουμε στα όριά των αντοχών και ανοχών μας για να ζητήσουμε βοήθεια. Όσο νωρίτερα αναγνωρίσουμε ότι το άγχος έχει αρχίσει να περιορίζει την ποιότητα της ζωής μας, τόσο πιο αποτελεσματική μπορεί να είναι η παρέμβαση.

Εξάλλου, η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι ένδειξη αδυναμίας . . .είναι μια υπεύθυνη πράξη φροντίδας απέναντι στον εαυτό μας.

Συνδέετε προκλητικά την πιθανή χρήση αγχολυτικής αγωγής με τους ανθρώπους και τις καταστάσεις στους οποίους παραχωρούμε την ψυχική μας ηρεμία. Πώς προστατεύεται ο αναγνώστης από την ενοχή ότι χρειάζεται φαρμακευτική υποστήριξη «εξαιτίας κάποιου άλλου»; Πόσο σημαντικό είναι να παραμένει σαφές ότι μια ενδεδειγμένη αγωγή δεν αποτελεί αποτυχία ούτε πρέπει να διακόπτεται χωρίς ιατρική καθοδήγηση;

Ε.Σ.: Το βιβλίο δεν υποστηρίζει ότι το άγχος αντιμετωπίζεται αλλάζοντας ανθρώπους ή καταστάσεις, ούτε ότι η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί ένδειξη αποτυχίας.

Το άγχος είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, στο οποίο αλληλεπιδρούν βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Για ορισμένους ανθρώπους, η φαρμακευτική αγωγή είναι ένα πολύτιμο και επιστημονικά τεκμηριωμένο μέρος της θεραπείας τους.

Το ερώτημα που θέτει το βιβλίο είναι διαφορετικό. Υπάρχουν φορές που επιβαρύνουμε την ψυχική μας υγεία αναλαμβάνοντας ευθύνες που δεν μας αναλογούν, παραμένοντας σε δυσλειτουργικές δυναμικές ή αγνοώντας συστηματικά τις δικές μας ανάγκες.

Αυτή η διαπίστωση δεν αναιρεί την αξία της θεραπευτικής παρέμβασης, αντίθετα είναι μέρος της. Η φαρμακευτική αγωγή, όταν χορηγείται από τον θεράποντα ιατρό, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας του θεραπευόμενου, ούτε κάτι που πρέπει να προκαλεί ενοχές. Είναι θεραπευτική επιλογή και δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται ή να τροποποιείται χωρίς ιατρική καθοδήγηση.

Στόχος όλων των θεραπευτών είναι να συστήνουμε εκείνη τη θεραπεία που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες των θεραπευομένων μας.  Για κάποιους ανθρώπους αυτό μπορεί να είναι η ψυχοθεραπεία, για άλλους η φαρμακευτική αγωγή και, πολύ συχνά, ο συνδυασμός των δύο.

Το σημαντικό είναι να μη στερούμε από τον εαυτό μας καμία θεραπευτική επιλογή που μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της ψυχικής μας υγείας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής μας.

Έλενα Σολταρίδου: Το άγχος δεν έχει πάντοτε μια αιτία που λύνεται με ένα «όχι». Μπορεί, όμως, να αποκαλύψει πόσο χώρο έχουμε παραχωρήσει στις ανάγκες, στις προσδοκίες και στις αποφάσεις των άλλων.

Η Γνωσιακή και Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία μάς βοηθά να αναγνωρίζουμε σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές που συντηρούν το άγχος. Ποια αλλαγή μπορεί ρεαλιστικά να ξεκινήσει μόνο μέσα από την ανάγνωση και ποια σημάδια δείχνουν ότι ο άνθρωπος χρειάζεται εξατομικευμένη βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας;

Ε.Σ.: Ένα βιβλίο μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας σημαντικής εσωτερικής διεργασίας. Μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, να αναγνωρίσει μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς που μέχρι τότε λειτουργούσαν σχεδόν αυτόματα και να αποκτήσει ένα διαφορετικό τρόπο να ερμηνεύει όσα βιώνει. Αυτή η επίγνωση είναι πολλές φορές το πρώτο βήμα προς την αλλαγή.

Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πλέον σημαντικά εργαλεία που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει την αλλαγή του. . βιβλία, podcasts, ομιλίες, βιωματικά σεμινάρια. .

Όταν το άγχος όμως είναι επίμονο, όταν περιορίζει την καθημερινότητα, τις σχέσεις ή την εργασία, όταν συνοδεύεται από έντονη ψυχική δυσφορία ή όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι, παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορεί να διαχειριστεί όσα βιώνει, τότε είναι σημαντικό να απευθυνθεί σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Για μένα, το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός βιβλίου, ο πιο ισχυρός στόχος ενός βιβλίου δεν είναι να θεραπεύσει. Είναι να φωτίσει πλευρές, να εξελίξει γνώσεις, να βοηθήσει τον άνθρωπο να κάνει το πρώτο βήμα,  να αναγνωρίσει ότι αυτό που βιώνει αξίζει φροντίδα και ότι δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσει μόνος του.. .

Μέσα από τη συνεργασία σας με επιχειρήσεις, συναντάτε ανθρώπους που καλούνται να διαχειριστούν έντονη πίεση και διαρκείς απαιτήσεις. Υπάρχει ο κίνδυνος η εκπαίδευση στη διαχείριση του άγχους να μεταθέσει ολόκληρη την ευθύνη στον εργαζόμενο, αντί να αλλάξει ένας επιβαρυντικός ή δυσλειτουργικός εργασιακός χώρος; Πού συναντώνται η ατομική φροντίδα και η ευθύνη του οργανισμού;

Ε.Σ.: Η εκπαίδευση στη διαχείριση του άγχους δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο προσαρμογής του εργαζομένου σε ένα περιβάλλον που παραμένει συστηματικά δυσλειτουργικό. Δεν μπορούμε να ζητάμε από έναν άνθρωπο να διαχειρίζεται καλύτερα την πίεση, όταν οι συνθήκες που τη δημιουργούν δεν αλλάζουν.

Από τη μία πλευρά, ο εργαζόμενος μπορεί να αναπτύξει δεξιότητες όπως η διαχείριση του άγχους, η επικοινωνία, η διεκδικητικότητα και η θέσπιση ορίων. Από την άλλη, όμως, και ο οργανισμός οφείλει να δημιουργεί ένα περιβάλλον που προάγει την ψυχική ευημερία, τον σεβασμό, τη σαφήνεια των ρόλων και έναν ρεαλιστικό φόρτο εργασίας.

Στις ομιλίες μου, στις συνεργασίες μου επιδιώκω πάντα να καθιστώ κατανοητό πώς η ευημερία των εργαζομένων δεν είναι αποκλειστικά ατομική υπόθεση ούτε επιτυγχάνεται μόνο μέσα από σεμινάρια και εκπαιδεύσεις. Χρειάζεται να αποτελεί μέρος της κουλτούρας του οργανισμού και να αποτυπώνεται στις καθημερινές πρακτικές, στις αποφάσεις της διοίκησης και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνεργάζονται μεταξύ τους. Η αποτελεσματική διαχείριση του άγχους εξάλλου δεν προκύπτει όταν αλλάζει μόνο ο άνθρωπος ή μόνο ο οργανισμός. Προκύπτει όταν και οι δύο αναλαμβάνουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί.

Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Μπορεί ειδικότερα ένα βιβλίο για το άγχος και τις ανθρώπινες σχέσεις να μετατρέψει την ανάγνωση σε ασφαλή χώρο αυτοπαρατήρησης, χωρίς να οδηγεί σε αυτοδιάγνωση ή στην απλουστευτική απόρριψη κάθε δύσκολης σχέσης; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Ε.Σ.: Τα βιβλία έχουν τη δύναμη να ανοίγουν εσωτερικούς διαλόγους. Δεν αλλάζουν τη ζωή μας από μόνα τους, μπορούν όμως να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και όσα βιώνουμε. Και πολλές φορές αυτό είναι η αρχή μιας ουσιαστικής αλλαγής.

 Ένα βιβλίο για την ψυχική υγεία δεν θα πρέπει να δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να εξηγήσει κάθε δυσκολία ή να αντικαταστήσει την επαγγελματική βοήθεια. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι πολύτιμο… έναν ασφαλή χώρο σκέψης και αυτοπαρατήρησης. Έναν χώρο όπου ο αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί χωρίς φόβο, να αναγνωρίσει μοτίβα, να αμφισβητήσει πεποιθήσεις και να δει τον εαυτό του με μεγαλύτερη κατανόηση, με μεγαλύτερη συμπόνοια. . .

Ας θυμόμαστε ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύ πιο σύνθετες από ό,τι μπορεί να αποτυπώσει ένα βιβλίο ή ένας ψυχολογικός όρος. Η αυτογνωσία δεν είναι η αναζήτηση ετικετών ούτε η εύκολη απόρριψη των ανθρώπων γύρω μας. Είναι μία συνολική προσπάθεια για να κατανοήσουμε τι μας συμβαίνει, ποια είναι η δική μας θέση μέσα στις σχέσεις και ποιες επιλογές έχουμε από εδώ και πέρα.

Και σκέφτομαι πως αν το « Ποιος αξίζει το άγχος μου;» καταφέρει να κάνει τον αναγνώστη να κλείσει την τελευταία σελίδα με υγιείς σκέψεις που θα τον εξελίξουν και λιγότερες βεβαιότητες, τότε πιστεύω ότι έχει πετύχει τον σκοπό του.. . . γιατί η αυτογνωσία και η αλλαγή δεν ξεκινά όταν βρίσκουμε όλες τις απαντήσεις… ξεκινά όταν τολμάμε να θέτουμε στον εαυτό μας τις κατάλληλες ερωτήσεις για υγιείς σχέσεις, για όρια και για όχι που αξίζει να πούμε . .

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ