Ένα οδοιπορικό στη Βοιωτία, μετά από πρόσκληση της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και με την οργάνωση του Tourist Media Events, μας ταξίδεψε στη Θήβα και τη Λιβαδειά, σε μια όμορφη διαδρομή γεμάτη εικόνες, ιστορία, γεύσεις και ανθρώπους. Συντροφιά με φίλους δημοσιογράφους, αλλά και συναδέλφους που γνώρισα για πρώτη φορά και, ειλικρινά, δεθήκαμε αμέσως, ανακαλύψαμε έναν τόπο γεμάτο ομορφιές, ιστορία και ξεχωριστές εμπειρίες. Ανάμεσα στους σταθμούς του ταξιδιού μας, όμως, υπήρξε ένας που ξεχώρισε και άφησε μέσα μου μια διαφορετική, βαθιά αίσθηση. Ένας τόπος που δεν τον βλέπεις απλώς, αλλά τον νιώθεις. Η Ιερά Μονή Παναγίας Μακαριώτισσας δεν ήταν απλώς μια ακόμη στάση. Ήταν μια εμπειρία.

Τα μέλη της δημοσιογραφικής αποστολής με την Αντιπεριφερειάρχη Στερεάς Ελλάδος, Φανή Παπαθωμά, τον Καθηγούμενο της Μονής, Αρχιμανδρίτη π. Θεοδόσιο Δαμόπουλο, τον Πρόεδρο της Κοινότητας Δομβραίνας, Κώστα Μπούγλα και τον Πρόεδρο της Κοινότητας Θίσβης, Χαράλαμπο Καραμπογιά.

Ξενάγηση από τον Ηγούμενο της Μονής
Ένας τόπος γαλήνης και ηρεμίας
Από τη στιγμή που περνάς την πόρτα της Μονής, αισθάνεσαι πως ο χρόνος αλλάζει ταχύτητα. Ο θόρυβος, η βιασύνη και η ένταση της καθημερινότητας μοιάζουν να μένουν πίσω. Υπάρχει μια ησυχία που δεν είναι άδεια. Είναι γεμάτη ζωή, πίστη, δημιουργία και μια παράξενη αίσθηση γαλήνης. Σε αυτό το οδοιπορικό είχαμε συνεχώς δίπλα μας την Αντιπεριφερειάρχη Φανή Παπαθωμά, η οποία φρόντισε προσωπικά ώστε η φιλοξενία μας να είναι ξεχωριστή. Η ζεστασιά και η φροντίδα της σε κάθε στάση έκαναν τη διαδρομή ακόμη πιο όμορφη. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά τον τόπο τους και αυτό φαίνεται. Και όταν αγαπάς τον τόπο σου, καταφέρνεις να κάνεις και τον επισκέπτη να τον αγαπήσει.


Η Μακαριώτισσα και οι μοναχοί της
Στη Μακαριώτισσα μας υποδέχθηκαν με αγάπη ο Καθηγούμενος της Μονής, Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Δαμόπουλος, και οι μοναχοί. Μας ξενάγησαν στους χώρους και μας έδειξαν έναν τρόπο ζωής βασισμένο στην πίστη, την απλότητα και την αυτάρκεια. Η Μονή ακολουθεί Αγιορείτικη παράδοση και η καθημερινότητα των μοναχών είναι εντελώς διαφορετική από τη δική μας. Δεν καταναλώνουν κρέας, καλλιεργούν τα δικά τους λαχανικά, φτιάχνουν το δικό τους ψωμί και προσπαθούν να παράγουν μόνοι τους όσο περισσότερα από όσα χρειάζονται. Και όλα αυτά χωρίς επίδειξη. Με έναν τρόπο ήσυχο, σχεδόν αυτονόητο. Πρόσωπα ήρεμα, γαλήνια, ευτυχισμένα, ζηλευτά από όλους εμάς που ζούμε σε ένα μόνιμο άγχος.

Ο Καθηγούμενος της Μονής, Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Δαμόπουλος, ο Πρόεδρος της Κοινότητας Δομβραίνας, Κώστας Μπούγλας και η Αντιπεριφερειάρχης Στερεάς Ελλάδος, Φανή Παπαθωμά
93 αγελάδες και ένα ολόκληρο μικρό «θαύμα» παραγωγής
Αυτό που πραγματικά μας εντυπωσίασε ήταν η κτηνοτροφική μονάδα της Μονής. Δεν πρόκειται για μια μικρή μονάδα, αλλά για έναν οργανωμένο χώρο με 93 αγελάδες, οι οποίες παράγουν το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή των γαλακτοκομικών προϊόντων της Μονής. Ανάμεσά τους το γιαούρτι και το ρυζόγαλο, προϊόντα που παρασκευάζονται με παραδοσιακό τρόπο.



Η παλιά τσαντίλα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, θυμίζοντας μια εποχή όπου η παραγωγή είχε περισσότερο χρόνο, περισσότερο μεράκι και λιγότερη βιασύνη. Και το πιο σημαντικό είναι ότι τα έσοδα από αυτή τη δραστηριότητα καλύπτουν τις ανάγκες και τα έξοδα της Μονής, ενώ μεγάλο μέρος τους κατευθύνεται σε φιλανθρωπίες και στη στήριξη ανθρώπων που έχουν ανάγκη. Εκεί λοιπόν, στον χώρο όπου μας μίλησε ο Ηγούμενος απολαύσαμε το γιαούρτι και το ρυζόγαλο παραγωγής τους, μαζί με κουλουράκια και ελληνικό καφέ.
Από τον κήπο τους μέχρι το τραπέζι
Η αυτάρκεια της Μονής δεν σταματά στην κτηνοτροφία. Οι μοναχοί καλλιεργούν τα δικά τους λαχανικά και φτιάχνουν το ψωμί τους. Όταν καθίσαμε στο τραπέζι, καταλάβαμε στην πράξη τι σημαίνει να παράγεις μόνος σου αυτό που προσφέρεις. Ψωμί, τυρί, μαρούλια από τον κήπο τους, το πιο νόστιμο ψητό ψάρι που έχω δοκιμάσει και ένα ρύζι με πραγματικά ουράνια γεύση.


Ένα τραπέζι απλό, αλλά ταυτόχρονα πλούσιο, γιατί είχε μέσα του κάτι που δεν αγοράζεται: την προσωπική φροντίδα εκείνων που το ετοίμασαν. Ακόμη και ο χώρος όπου καθίσαμε για καφέ και φαγητό έχει τη δική του ιστορία. Τα έπιπλα είναι εξ ολοκλήρου χειροποίητα και φτιαγμένα από τον πατέρα Νικόδημο, ένα ακόμη παράδειγμα της δημιουργικότητας και της αυτάρκειας των ανθρώπων της Μονής.

Και τα γατάκια… μέλη της “οικογένειας”
Δεν θα μπορούσαν να λείπουν από αυτή την εικόνα τα γατάκια της Μονής. Οι μοναχοί είναι φιλόζωοι και τα ζώα κινούνται ελεύθερα στον χώρο. Μας ακολουθούσαν, τριγυρνούσαν ανάμεσά μας και έμοιαζαν να θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ότι ξαφνικά γέμισε ο χώρος με άγνωστους ανθρώπους. Όσο και αν φαίνεται περίεργο ή ίσως και υπερβολικό, η γαλήνη και η ηρεμία του χώρου φαίνονταν ακόμη και σε αυτά. Ήταν μια μικρή, τρυφερή λεπτομέρεια που έκανε την επίσκεψή μας ακόμη πιο ανθρώπινη.
Η ιστορία της Ιεράς Μονής Παναγίας Μακαριώτισσας – Από τους αιώνες της Τουρκοκρατίας μέχρι τη σημερινή αναγέννησή της
Το Μοναστήρι βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Ελικώνα, πάνω από τη Δομβραίνα Βοιωτίας, ένας από τους ιστορικούς μοναστικούς τόπους της Βοιωτίας. Η ίδρυσή της τοποθετείται από τις περισσότερες διαθέσιμες πηγές στον 12ο αιώνα, ενώ η ίδια η Μονή αναφέρει παλαιότερη χρονολόγηση, στον 11ο αιώνα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν τόπο με ιστορία πολλών αιώνων. Η Μακαριώτισσα βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων και, ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, φαίνεται πως δεν αποτέλεσε μόνο τόπο προσευχής και μοναστικής ζωής. Οι διαθέσιμες τοπικές πηγές την περιγράφουν ως εστία μελέτης και διαφώτισης, ενώ αναφέρουν και παράδοση σύμφωνα με την οποία στη Μονή λειτουργούσε κρυφό σχολειό. Η σχετική αναφορά υπάρχει και σε υλικό του Δήμου Θηβαίων. Ωστόσο, για το συγκεκριμένο ιστορικό στοιχείο υπάρχουν γενικότερα διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις γύρω από το ζήτημα των «κρυφών σχολείων», επομένως είναι προτιμότερο να παρουσιάζεται ως τοπική παράδοση και αναφορά των πηγών.

Οι ανακαινίσεις και το μοναστήρι των αγωνιστών
Η Μονή γνώρισε σημαντικές ανακαινίσεις στους επόμενους αιώνες. Ιδιαίτερα σημαντικές θεωρούνται εκείνες του 1609 και του 1802. Κατά τις εργασίες του 1802 το Καθολικό κοσμήθηκε με τοιχογραφίες, ενώ κατασκευάστηκε και περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο με αξιόλογες εικόνες. Η θέση της, στις πλαγιές του Ελικώνα και μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, της έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι πηγές αναφέρουν ότι στη Μονή έβρισκαν καταφύγιο κλέφτες και αρματολοί που δρούσαν στην οροσειρά του Ελικώνα. Έτσι, η ιστορία της Μακαριώτισσας συνδέθηκε σταδιακά όχι μόνο με τη θρησκευτική ζωή αλλά και με τους αγώνες του τόπου.

Η σύνδεση με τον Καραϊσκάκη και η πυρπόληση του 1826
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία της Μονής στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Οι πηγές αναφέρουν ότι η Μακαριώτισσα ενίσχυσε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στη μάχη της Δομβραίνας. Η στάση αυτή είχε βαρύ τίμημα. Στις 4 Νοεμβρίου 1826, η Μονή πυρπολήθηκε από τους Οθωμανούς. Η καταστροφή αποτελεί μία από τις πιο δραματικές σελίδες της ιστορίας της, καθώς ο μοναστικός χώρος βρέθηκε στο επίκεντρο των πολεμικών γεγονότων της εποχής. Μάλιστα, σε πολλές τοιχογραφίες που έχουν διασωθεί φαίνεται η βεβήλωση των Τούρκων που κατέστρεφαν με τα σπαθιά τους τα μάτια των Αγίων.
Από τον Μακεδονικό Αγώνα μέχρι την Κατοχή
Η σχέση της Μακαριώτισσας με τους εθνικούς αγώνες δεν σταμάτησε με την Επανάσταση του 1821. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, η Μονή συνδέθηκε με τη δράση και τη θυσία του ιερομονάχου της π. Χρυσοστόμου Καπετανόπουλου, ο οποίος αναφέρεται στις πηγές ως πρόσωπο που θυσιάστηκε στον αγώνα. Μια ακόμη τραγική σελίδα γράφτηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Η Μονή γνώρισε τη βία των Ναζί, οι οποίοι κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του μοναστηριακού συγκροτήματος. Κατά την ίδια περίοδο σκοτώθηκε ο μοναχός της Μονής π. Αγαθάγγελος Αγγέλου. Έτσι, μέσα σε λίγους αιώνες, η Μακαριώτισσα είχε ήδη γνωρίσει πολέμους, πυρπολήσεις, καταστροφές και απώλειες. Κι όμως, δεν έπαψε να υπάρχει.

Η περίοδος μετά την Κατοχή
Μετά τις καταστροφές, η Μονή συνέχισε τη ζωή της, αν και πέρασε μια δύσκολη περίοδο. Για ένα διάστημα υπηρέτησε σε αυτήν ο πατήρ Πάμφιλος από τη Δομβραίνα. Μετά την κοίμησή του άνοιξε ο δρόμος για μια νέα περίοδο στην ιστορία της Μονής. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1992, όταν εγκαταστάθηκε στη Μακαριώτισσα νέα αδελφότητα τριών μοναχών, ανάμεσα τους και ο σημερινός Ηγούμενος. Οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι από τότε ξεκίνησε μια νέα περίοδος ανασυγκρότησης και ανακαίνισης, με μεγάλο μέρος του μοναστηριακού συγκροτήματος να ανακαινίζεται και τη Μονή να αποκτά ξανά οργανωμένη κοινοβιακή ζωή.
Το 1992 και η νέα ζωή της Μακαριώτισσας
Σύμφωνα με την παράδοση και την αφήγηση που συνδέεται με τη σύγχρονη αδελφότητα, το 1992 ήταν η χρονιά που ξεκίνησε ουσιαστικά η αναγέννηση της Μακαριώτισσας. Η νέα αδελφότητα ανέλαβε έναν χώρο που κουβαλούσε πάνω του τις πληγές αιώνων και άρχισε να τον ξαναζωντανεύει. Μέσα από προσωπική εργασία, προσευχή και καθημερινό μόχθο, οι μοναχοί άρχισαν να αποκαθιστούν τα κτίσματα και να οργανώνουν εκ νέου τη ζωή της Μονής. Η ανακαίνιση δεν περιορίστηκε στα κτίρια. Δημιουργήθηκε σταδιακά μια αυτάρκης μοναστική κοινότητα, που βασίζεται στην εργασία των μοναχών και στην παραγωγή προϊόντων. Η επίσημη ιστοσελίδα της Μονής αναφέρει ότι η αδελφότητα ξεκίνησε αρχικά με αιγοπρόβατα και τυροκομία και στη συνέχεια προχώρησε στη δημιουργία κοπαδιού αγελάδων. Από την παραγωγή γάλακτος πέρασε στην παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ η παραδοσιακή τεχνογνωσία συνδυάστηκε σταδιακά με σύγχρονες εγκαταστάσεις.

Η Μακαριώτισσα σήμερα
Σήμερα η Ιερά Μονή Παναγίας Μακαριώτισσας λειτουργεί ως ανδρικό κοινόβιο και αποτελεί έναν ζωντανό μοναστικό οργανισμό. Η σύγχρονη αδελφότητα συνεχίζει το έργο που ξεκίνησε το 1992, διατηρώντας τη μοναστική παράδοση αλλά και αναπτύσσοντας δραστηριότητες που επιτρέπουν στη Μονή να στηρίζει τη λειτουργία της. Η κτηνοτροφία και η παραγωγή γαλακτοκομικών αποτελούν πλέον χαρακτηριστικό κομμάτι της ζωής της. Η ίδια η Μονή αναφέρει την παραγωγή φρέσκου γάλακτος και στραγγιστού γιαουρτιού, με χρήση της παραδοσιακής μεθόδου της τσαντίλας, ενώ διαθέτει και τυροκομική εγκατάσταση. Η Μακαριώτισσα γιορτάζει στις 23 Αυγούστου, στη Σύναξη της Παναγίας της Μακαριώτισσας. Και κάπως έτσι, η ιστορία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Από ένα μοναστήρι που έζησε την Τουρκοκρατία και συνδέθηκε με τους αγωνιστές, από έναν τόπο που πυρπολήθηκε το 1826, από έναν χώρο που γνώρισε ξανά την καταστροφή στην Κατοχή, η Μακαριώτισσα πέρασε στη νέα της εποχή το 1992 και ξαναβρήκε ζωή. Η ιστορία της είναι, τελικά, μια ιστορία επιβίωσης και αναγέννησης. Ένας τόπος που καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε· που ερήμωσε, ξαναγέμισε ζωή· και που σήμερα εξακολουθεί να λειτουργεί ως μοναστική κοινότητα, διατηρώντας ζωντανή μια παράδοση αιώνων.
Μια φιλοξενία που θα θυμάμαι
Η φιλοξενία των μοναχών ήταν από αυτές που δεν ξεχνάς εύκολα. Δεν ήταν απλώς ένα τραπέζι που μας προσφέρθηκε. Ήταν ένας τρόπος να μας πουν «καλώς ήρθατε» και να μας κάνουν να αισθανθούμε πραγματικά σαν στο σπίτι μας. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό που κρατάς από έναν τέτοιο τόπο. Όχι μόνο αυτά που βλέπεις, αλλά αυτά που αισθάνεσαι. Φεύγοντας από τη Μακαριώτισσα, πήρα μαζί μου εικόνες, γεύσεις, χαμόγελα και, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά αίσθηση γαλήνης. Τη σπάνια ηρεμία που σου επιτρέπει για λίγο να σταματήσεις, να κοιτάξεις γύρω σου και να θυμηθείς πόσο όμορφα μπορεί να είναι τα απλά πράγματα. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αντιπεριφερειάρχη Φανή Παπαθωμά για τη ζεστασιά, τη φροντίδα και την υπέροχη φιλοξενία σε όλο αυτό το οδοιπορικό, όπως και τον πρώην συνάδελφο και νυν Πρόεδρο της Κοινότητας Δομβραίνας, Κώστα Μπούγλα και τον Πρόεδρο της Κοινότητας Θίσβης, Χαράλαμπο Καραμπογιά. Θερμά ευχαριστώ στην Έφη Μαντά από το Tourist Media Events για την εξαιρετική οργάνωση και την συνεργάτιδα της Βίκυ Ζιαμπρά που φρόντισε κάθε λεπτομέρεια ώστε αυτή η εμπειρία να είναι πραγματικά άρτια σε όλα τα επίπεδα. Last but non list, ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συναδέλφους και τους φίλους δημοσιογράφους που μοιραστήκαμε αυτό το ταξίδι, γιατί τελικά, τα ταξίδια δεν είναι μόνο οι τόποι. Είναι και οι άνθρωποι με τους οποίους τους ανακαλύπτεις.
Η Μακαριώτισσα ήταν για μένα κάτι περισσότερο από ένας προορισμός. Ήταν μια ανάσα. Μια στιγμή γαλήνης. Μια αίσθηση ευλογίας που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Γιατί κάποιοι τόποι δεν χρειάζεται να σου πουν τίποτα. Αρκεί να βρεθείς εκεί για να τους νιώσεις.










