Ο «κοντός» που γέμιζε τη σκηνή και ρωτήθηκε από την Κοτοπούλη πώς χώρεσε το ταλέντο στο κορμί του: Η ανατρεπτική ζωή του Νίκου Ρίζου

Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Σαν σήμερα, 30 Σεπτεμβρίου 1924, γεννήθηκε ο Νίκος Ρίζος, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Αυτοδίδακτος, ακούραστος και με μοναδική αίσθηση της κωμωδίας, κατάφερε να μετατρέψει ακόμη και το ύψος του σε μέρος της σκηνικής του παρουσίας και να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του.

Ο ίδιος είχε δώσει τη δική του απάντηση για το τι σήμαινε για εκείνον η κωμωδία: «Η αποστολή μου είναι να σας κάνω να σκάσει λίγο το χειλάκι σας. Αυτή είναι η αποστολή μου. Εγώ πουλάω αυτό το δυσεύρετο αγαθό, το χρυσάφι της ψυχής: το γέλιο».

Πίσω από το γέλιο, όμως, υπήρχε σκληρή δουλειά. Ο Ρίζος αντιμετώπιζε την υποκριτική ως επάγγελμα που απαιτούσε απόλυτη προσήλωση.

«Ο θεατρίνος πρέπει να διαθέτει μανία για τη δουλειά του, πρέπει να αγωνιά γι’ αυτή. Ηθοποιός σημαίνει θέληση και ιδρώτας», έλεγε.

Από την Άρτα στην Αθήνα και από τα χειρόγραφα στο σανίδι

Ο Νίκος Ρίζος μεγάλωσε στην Άρτα και το 1946, μετά τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, κατέβηκε στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει Νομική. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια. Τα θεατρικά κείμενα εκείνη την εποχή αντιγράφονταν ακόμη με το χέρι και ο νεαρός Ρίζος βρήκε δουλειά ως αντιγραφέας στην «Όαση», το μεγάλο βαριετέ στο Ζάππειο. Εκεί γνώρισε από κοντά τον κόσμο του θεάτρου και έκανε κάθε είδους δουλειά. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τον Νίκο Φέρμα. Εκείνος του έδωσε μία από τις πρώτες ευκαιρίες να ανέβει στο σανίδι, παίρνοντάς τον μαζί του σε περιοδεία στη Μυτιλήνη. Εκεί τον είδαν ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος και ο Κώστας Γιαννίδης. Η παρουσία του τους έκανε εντύπωση και του πρότειναν να επιστρέψει στην Αθήνα και να ενταχθεί στον θίασό τους. Το καλοκαίρι του 1948 εμφανίστηκε στην ιστορική επιθεώρηση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» του Αλέκου Σακελλάριου, στο θέατρο Μετροπόλιταν. Μαζί με τη Σπεράντζα Βρανά συμμετείχε στο νούμερο «Το τραμ το τελευταίο». Ο τύπος του μάγκα, του επίδοξου καρδιοκατακτητή και του μικρόσωμου αλλά αεικίνητου άνδρα, που μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να κερδίσει το κοινό, άρχισε τότε να διαμορφώνεται. Ο Ρίζος ήταν αυτοδίδακτος. Δεν είχε περάσει από δραματική σχολή και πήρε άδεια ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο». Πολύ γρήγορα άρχισε να εμφανίζεται στα σημαντικότερα θέατρα της Αθήνας, δίπλα στα μεγάλα ονόματα της εποχής.

Όταν η Μαρίκα Κοτοπούλη τον ρώτησε «πώς χώρεσε αυτό το ταλέντο σε αυτό το κορμί»

Το 1996, ο Νίκος Ρίζος είχε περιγράψει στον Άρη Σκιαδόπουλο, στην εκπομπή «Νυχτερινός Επισκέπτης» της ΕΡΤ, μια στιγμή που είχε μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε πραγματική καταξίωση και πρωταγωνίστρια σε εκείνη τη στιγμή ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη. «Η Κοτοπούλη μόλις πρωτοβγήκα μου έδωσε την πρώτη ας πούμε ζωή, την θεατρική. Έπαιξα στο καμπανάκι και στην πρεμιέρα Σακελλάριου Γιαννακόπουλου που ήταν οι δημοφιλείς συγγραφείς της εποχής γέμισε το θέατρο από προσωπικότητες, κριτικούς της εποχής με βαρύτητα. Και γίνεται διάλειμμα, ανεβαίνει η Μαρίκα Κοτοπούλη στα παρασκήνια. Λέει “Σακελλάριε που είναι ο μικρός;” και ρωτάει “ποιος είναι ο μικρός;”. “Ο μικρός που παίζει το τραμ”. Εγώ ήμουν στα πάνω καμαρίνια που μας είχαν βάλει και κατεβαίνω τρεχάλα κάτω και πάω στην Κοτοπούλη. “Για να σε δω” μου λέει. Ήμουν ένα παιδάκι αδύνατο. Κοντός δεν ήμουν. Κοντός ηθοποιός δεν υπάρχει, είναι το ανάστημα το καλλιτεχνικό. “Για να σε δω, πώς χώρεσε αυτό το ταλέντο σε αυτό το κορμί;” είπε η Μαρίκα Κοτοπούλη και ήταν γύρω γύρω ηθοποιοί. Μου είπε την κουβέντα μπροστά σε όλους αυτούς και δεν ξέρω πώς να φύγω και πώς να ανέβω την σκάλα».

«Η σκηνή με ψηλώνει»

Το ύψος του έγινε με τα χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της κωμικής του περσόνας. Ο ίδιος, όμως, δεν θεωρούσε ότι το ανάστημα είχε πραγματική σημασία για έναν ηθοποιό.

«Εμένα, ναι, η σκηνή με ψηλώνει… Δεν ξέρω για άλλους. Όπως ξέρω επίσης ότι κάποιους άλλους τους κονταίνει ή και τους εξαφανίζει».

Ο Ρίζος γνώριζε πολύ καλά ότι αυτό που μετρά πάνω στη σκηνή δεν είναι τα εκατοστά, αλλά η παρουσία. Και ο ίδιος διέθετε αυτή την παρουσία σε αφθονία.

Από ηθοποιός θιασάρχης

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 είχε ήδη αποκτήσει τόσο ισχυρή θέση στο ελληνικό θέατρο, ώστε πέρασε και στην άλλη πλευρά της σκηνής, εκείνη του θιασάρχη και θεατρικού επιχειρηματία.

Το 1959, μαζί με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Τάκη Μηλιάδη, δημιούργησαν δικό τους θίασο και παρουσίασαν στο Περοκέ τις επιθεωρήσεις «Ομόνοια Πλατς-Πλούτς» και «Μαντουμπάλα».

Το 1961 δημιουργήθηκε η θιασαρχική τριάδα «Βασίλης Αυλωνίτης – Γεωργία Βασιλειάδου – Νίκος Ρίζος». Μαζί παρουσίασαν έργα όπως οι «Γαμπροί της Ευτυχίας», «Οι Νεόπλουτοι», «Η Γυναικούλα μας» και «Πέντε Λεπτά από την Ομόνοια», πραγματοποιώντας παραστάσεις στην Αθήνα, στην υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Ο Ρίζος εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δραστήριο θεατρικό επιχειρηματία. Χρόνια αργότερα θυμόταν περιόδους κατά τις οποίες είχε ταυτόχρονα υπό την ευθύνη του πολλά θέατρα και δεκάδες ηθοποιούς. Η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνεχίστηκε μέχρι το 1990.

Ο «κοντός» του ελληνικού κινηματογράφου

Η δεύτερη μεγάλη διαδρομή του Νίκου Ρίζου ήταν στον κινηματογράφο. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε το 1948, με ένα μικρό πέρασμα στους «Χαμένους Αγγέλους» του Νίκου Τσιφόρου.

Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Γιώργο Τζαβέλλα, ανάμεσά τους ο «Μεθύστακας», η «Αγνή του Λιμανιού» και το «Σωφεράκι».

Στη Φίνος Φιλμ συμμετείχε σε 11 ταινίες, ενώ συνολικά η κινηματογραφική του παρουσία ξεπέρασε τις 100 ταινίες. Το πρόσωπό του συνδέθηκε με μερικές από τις πιο αγαπημένες ελληνικές κωμωδίες, όπως «Ο Θησαυρός του Μακαρίτη», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός», «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», «Μπακαλόγατος/Της Κακομοίρας», «Βίβα Ρένα», «Ο Γίγας της Κυψέλης» και πολλές ακόμη.

Δίπλα στον Βασίλη Αυλωνίτη, τη Γεωργία Βασιλειάδου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τον Κώστα Βουτσά και σχεδόν ολόκληρη τη μεγάλη γενιά του ελληνικού θεάματος, ο Ρίζος δημιούργησε έναν απολύτως αναγνωρίσιμο τύπο: γρήγορο, νευρώδη, πολυλογά όταν χρειαζόταν, γυναικά, μάγκα, κατεργάρη και ενίοτε φοβισμένο, αλλά σχεδόν πάντα έτοιμο να απαντήσει.

Το μεγάλο του χάρισμα ήταν ότι δεν χρειαζόταν απαραίτητα να βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας για να τραβήξει τα βλέμματα.

Μέχρι το τέλος στη σκηνή

Όταν ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος άρχισε να παρακμάζει, ο Νίκος Ρίζος δεν εγκατέλειψε το επάγγελμα. Συνέχισε στο θέατρο, πέρασε από την τηλεόραση και παρέμεινε ενεργός και τη δεκαετία του 1980, σε μια εποχή που το ελληνικό θέαμα άλλαζε ριζικά.

Οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του ήταν συγκριτικά λίγες. Ξεχώρισαν ο «Δρόμος» στην ΥΕΝΕΔ το 1977 και, πολλά χρόνια αργότερα, η «Αίθουσα του Θρόνου» στο MEGA, το 1999.

Ακόμη και τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε ενεργός. Στις 20 Απριλίου 1999 ο Νίκος Ρίζος πέθανε αιφνίδια. Εκείνη την περίοδο είχε ήδη κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Περοκέ με την επιθεώρηση «Καλομελέτα και Έρχεται».

Είχε προλάβει να τιμηθεί το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων για την προσφορά του στον ελληνικό κινηματογράφο και το 1999 από το Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικό Μουσείο με το έπαθλο «Παναθήναια» για τη συνολική προσφορά του στην ελληνική επιθεώρηση.

Άφησε πίσω του τη σύζυγό του, επίσης ηθοποιό Έλσα Ρίζου, και τον γιο τους Κωνσταντίνο, αλλά και εκατοντάδες ώρες εικόνας, ατάκες και χαρακτήρες που εξακολουθούν να θυμίζουν έναν άνθρωπο που, όπως έλεγε ο ίδιος, μπορεί να ήταν «κοντός» στο ανάστημα, αλλά πάνω στη σκηνή… ψήλωνε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ