Πάολα Ανδριωτάκη: «Μάνγκο και Αλάτι»

Πάολα Ανδριωτάκη: «Μάνγκο και Αλάτι»
Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της μυθιστορήματος «Μάνγκο και Αλάτι» από τις Εκδόσεις Ιβίσκος, φιλοξενούμε στο «egomagazine» την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα Πάολα Ανδριωτάκη. Η Ρενάτα έχει τοποθετήσει στο κέντρο της ζωής της το ξενοδοχείο που διατηρεί στην Πλάκα, μέχρι τη στιγμή που η είδηση για την επιδείνωση της υγείας του παππού της την αναγκάζει να αφήσει πίσω τη βεβαιότητα της καθημερινότητάς της και να ταξιδέψει στο Μεντεγίν.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Ο Πίπο, ένας άνθρωπος που έμαθε να αντιμετωπίζει τη ζωή με πάθος και επινοητικότητα, οργανώνει τον αποχαιρετισμό του μέσα από δοκιμασίες, μηνύματα και αποκαλύψεις που φέρνουν τη Ρενάτα αντιμέτωπη με το οικογενειακό της παρελθόν. Στην Κολομβία, η ηρωίδα καλείται να επανεξετάσει τη σχέση της με την εργασία, την απουσία του πατέρα, τους φόβους που κληρονόμησε από τη μητέρα της και έναν έρωτα που εμφανίζεται τη στιγμή που η παλιά εικόνα του εαυτού της αρχίζει να υποχωρεί. Το εξωτερικό ταξίδι γίνεται έτσι μια αναμέτρηση με όσα ανέβαλε, όσα παρερμήνευσε και όσα πίστευε ότι μπορούσε να κρατήσει για πάντα υπό έλεγχο.

Η Πάολα Ανδριωτάκη γεννήθηκε στην Αθήνα με οικογενειακές ρίζες στον Παναμά και μεγάλωσε ανάμεσα στην ελληνική και την ισπανική γλώσσα. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία και συνέδεσε τη διδασκαλία με τη βιωματική επικοινωνία, ενώ τα χρόνια που έζησε στον Παναμά την οδήγησαν στη δημιουργία θεματικών escape rooms και αργότερα στην καθοδήγηση στελεχών επιχειρήσεων. Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα ίδρυσε την κοινότητα “Hablo Español”. Στο πρώτο της μυθιστόρημα συναντιούνται αυτές οι διαφορετικές πλευρές της διαδρομής της: η γλώσσα, το παιχνίδι, η ανθρώπινη επικοινωνία και η εμπειρία μιας ζωής που κινείται ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Το όνομα Ρενάτα παραπέμπει στην αναγέννηση. Το επιλέξατε εξαρχής ως κλειδί για τη διαδρομή της ή το νόημά του προέκυψε καθώς εξελισσόταν η ιστορία; Η αλλαγή της ηρωίδας αποτελεί επιστροφή σε έναν αυθεντικό εαυτό που είχε παραμελήσει ή δημιουργία μιας καινούργιας ταυτότητας;

Π.Α.: Το όνομα Ρενάτα προέκυψε πριν καν αρχίσει να γράφεται η ιστορία. Γνώριζα εξαρχής ότι ήθελα να μιλήσω για την εσωτερική μεταμόρφωση και αναζητούσα ένα όνομα που να εμπεριέχει αυτή την έννοια. Έτσι γεννήθηκε η Ρενάτα, η «αναγεννημένη», και ήρθε να συμπληρώσει ιδανικά το Μεντεγίν, μια πόλη που για μένα αποτελεί επίσης σύμβολο μεταμόρφωσης και δεύτερης ευκαιρίας.

Όσο για την αλλαγή της, θα έλεγα πως είναι περισσότερο μια πορεία σύνδεσης με τον αυθεντικό της εαυτό. Η ανακάλυψη του ποια μπορεί να γίνει όταν αρχίζει να αποδεσμεύεται από φόβους, πεποιθήσεις και μοτίβα που την κρατούσαν ακίνητη. Και αυτή η αναζήτηση απαιτεί μετακίνηση, κυριολεκτική και εσωτερική. Γιατί όσο παραμένουμε στατικοί, ο νους τείνει να αναπαράγει αυτό που ήδη γνωρίζει. Χρειάζεται να βγούμε από τον οικείο μας κόσμο, ώστε να συναντήσουμε πλευρές του εαυτού μας που δεν γνωρίζαμε καν ότι υπήρχαν.

 

Η Ρενάτα έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε έναν απόντα πατέρα και μια μητέρα που επιτρέπει στους φόβους της να καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο μέσα στην οικογένεια. Πώς αποφύγατε να χρησιμοποιήσετε τους γονείς της ως εύκολες εξηγήσεις για κάθε αδυναμία της; Ποιο οικογενειακό μοτίβο αναπαράγει και η ίδια, μολονότι πιστεύει ότι έχει απομακρυνθεί από αυτό;

Π.Α.: Η Ρενάτα, όπως όλοι μας, κουβαλά μέσα της τόσο την παρουσία όσο και την απουσία των ανθρώπων που τη μεγάλωσαν. Και όχι μόνο των γονιών της. Ακόμη και η θεία της έχει γράψει τη δική της ιστορία μέσα της. Δεν ήθελα, όμως, η οικογένειά της να λειτουργεί ως μια εύκολη εξήγηση για όσα είναι. Οι εμπειρίες μας μάς διαμορφώνουν, αλλά δεν μας καταδικάζουν να παραμείνουμε αυτό που μάθαμε να είμαστε.

Η Ρενάτα είναι μια γυναίκα που απορρίπτει συνειδητά πολλές από τις συμπεριφορές της οικογένειάς της, χωρίς αρχικά να αντιλαμβάνεται πόσα από τα μοτίβα της έχει ενσωματώσει και η ίδια. Το πιο βαθύ από αυτά είναι ο φόβος να ζήσει ευάλωτα, να αφεθεί στο άγνωστο, να ρισκάρει πραγματικά. Πιστεύει ότι έχει απομακρυνθεί από τους φόβους με τους οποίους μεγάλωσε, ενώ στην πραγματικότητα έχει μάθει απλώς να τους εκφράζει με διαφορετικό τρόπο.

Εκεί θεωρώ ότι αρχίζει και η ουσιαστική της μεταμόρφωση. Η περιέργεια και ο δυναμισμός της τής επιτρέπουν σταδιακά να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της όχι ως ελαττώματα, αλλά ως πεδία προς εξερεύνηση. Το μυαλό της γίνεται μια πόρτα που ανοίγει σιγά σιγά και πίσω της ανακαλύπτει ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στο να αρνηθεί όσα κουβαλά από την οικογένειά της, αλλά στο να επιλέξει συνειδητά ποια από αυτά θα συνεχίσει να κουβαλά.

Ο Πίπο ξεκινά από μια οικογένεια βιοπαλαιστών και καταφέρνει να δημιουργήσει μεγάλη περιουσία, ενώ η Ρενάτα διαθέτει ήδη μια επαγγελματική και οικονομική ασφάλεια. Τι σημαίνει τελικά «πλούτος» για τους δύο χαρακτήρες; Σας απασχόλησε ο κίνδυνος η δυνατότητα μιας δεύτερης αρχής να παρουσιαστεί ως ευκολότερη για κάποιον που έχει τα χρήματα να εγκαταλείψει τα πάντα και να ταξιδέψει στην άλλη άκρη του κόσμου;

Π.Α.: Το ζήτημα του πραγματικού πλούτου με απασχόλησε πολύ όσο έγραφα το βιβλίο. Τι σημαίνει «είμαι πλούσιος» και, ακόμη περισσότερο, τι σημαίνει «αισθάνομαι πλούσιος»; Αρκούν τα χρήματα για να γεμίσουν μια ζωή με την αίσθηση της πληρότητας; Ο Πίπο και η Ρενάτα βρίσκονται, κατά κάποιον τρόπο, στις δύο αντίθετες πλευρές αυτού του ερωτήματος. Ο Πίπο ξεκινά χωρίς χρήματα, αλλά αισθάνεται πλούσιος πολύ πριν αποκτήσει περιουσία, γιατί έχει επιθυμία, τόλμη, όνειρα και μια βαθιά όρεξη για ζωή. Η Ρενάτα, αντίθετα, διαθέτει ήδη οικονομική ασφάλεια, αλλά δυσκολεύεται να επιτρέψει στον εαυτό της να ζήσει «πλούσια», να ρισκάρει, να αφεθεί, να αξιοποιήσει την ελευθερία που της προσφέρουν οι δυνατότητές της.

Για μένα τα χρήματα μπορούν να μας προσφέρουν ελευθερία κινήσεων, δεν μπορούν όμως να μας χαρίσουν την εσωτερική ελευθερία. Αυτό ήθελα να εξερευνήσω και μέσα από τη στάση της Ρενάτας απέναντι στην κληρονομιά του παππού της.

Και φυσικά, μια δεύτερη αρχή είναι αντικειμενικά ευκολότερη όταν υπάρχει οικονομική ασφάλεια. Δεν θα ήθελα το βιβλίο να υπονοεί το αντίθετο. Γι’ αυτό υπάρχει απέναντι στη Ρενάτα και η διαδρομή του Πίπο, ενός ανθρώπου που, όταν δεν είχε σχεδόν τίποτα, μάζευε κέρμα το κέρμα τα χρήματα στον κουμπαρά του για να μπορέσει κάποτε να φύγει από τον περιορισμό του τόπου του. Οι δύο ιστορίες ξεκινούν από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, αλλά συναντιούνται σε ένα σημείο: τα μέσα που διαθέτουμε επηρεάζουν το πόσο εύκολο είναι να αλλάξουμε τη ζωή μας, όμως κάποια στιγμή χρειάζεται και η δική μας απόφαση να κινηθούμε προς αυτή την αλλαγή.

Πάολα Ανδριωτάκη: Τις περισσότερες φορές δεν αλλάζουμε επειδή βρήκαμε τον δρόμο. αλλά επειδή η ζωή που επιλέξαμε έπαψε πια να μας χωρά.

Η Ρενάτα αποφασίζει να πάει στο Μεντεγίν όταν ο χρόνος του παππού της τελειώνει. Πόσο από το ταξίδι της γεννιέται από την αγάπη και πόσο από την ενοχή ότι άργησε να επιστρέψει; Μπορεί η ενοχή να οδηγήσει σε πραγματική αλλαγή ή δημιουργεί απλώς νέες, βιαστικές αποφάσεις;

Π.Α.: Η αγάπη της Ρενάτας για τον παππού της ήταν πάντα εκεί. Ήταν όμως μια αγάπη βολεμένη μέσα στην αναβολή, σε εκείνο το «έχω χρόνο» που τόσο εύκολα λέμε στον εαυτό μας. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο χρόνος του Πίπο τελειώνει, η ενοχή έρχεται να τη φέρει αντιμέτωπη με όσα δεν έκανε ενώ μπορούσε.

Πιστεύω ότι η ενοχή μπορεί να λειτουργήσει με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Όταν μετατρέπεται σε τιμωρία, μας παγώνει και μας παραλύει. Όταν όμως μετατρέπεται σε επίγνωση, μπορεί να γίνει κινητήρια δύναμη. Ο πόνος της μεταμέλειας μάς αποκαλύπτει πολλές φορές με τρομερή καθαρότητα τι έχει πραγματικά αξία για εμάς.

Αυτό συμβαίνει και στη Ρενάτα. Δεν ταξιδεύει επειδή ξαφνικά αγαπά περισσότερο τον παππού της αλλά επειδή αντιλαμβάνεται ότι η αγάπη μπορεί να χαθεί μέσα στην αναβολή. Και εκεί βρίσκεται για μένα η ουσιαστική αλλαγή: όχι στο να μαστιγώνουμε τον εαυτό μας για όσα δεν κάναμε, αλλά στο να χρησιμοποιούμε τη συνειδητοποίησή τους ως αφύπνιση. Να μην περιμένουμε την απώλεια για να καταλάβουμε τι αγαπάμε και, κυρίως, να μη συμπεριφερόμαστε σαν να έχουμε απεριόριστο χρόνο για να το ζήσουμε.

 

Ο Πέδρο εισέρχεται απροσδόκητα στη ζωή της Ρενάτας θα μπορούσε εύκολα να περιοριστεί στον ρόλο του ανθρώπου που εμφανίζεται για να την οδηγήσει σε μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Ποια επιθυμία, ποια αδυναμία και ποια προσωπική σύγκρουση ανήκουν αποκλειστικά σε εκείνον; Πώς θα εξελισσόταν η δική του ιστορία αν δεν είχε συναντήσει ποτέ τη Ρενάτα;

Π.Α.: Ο Πέδρο έχει τη δική του διαδρομή πολύ πριν εμφανιστεί η Ρενάτα. Έχει χάσει τον αδελφό του σε νεαρή ηλικία, έχει σταθεί για χρόνια δίπλα στη μητέρα του και έχει αναγκαστεί να συμφιλιωθεί πολύ νωρίς με μια από τις πιο σκληρές αλήθειες της ζωής, ότι ο χρόνος δεν μοιράζεται πάντα δίκαια. Η Ρενάτα καλείται να αποχαιρετήσει έναν παππού που φεύγει έχοντας διανύσει έναν ολόκληρο κύκλο ζωής. Ο Πέδρο χρειάστηκε να αποχαιρετήσει έναν νέο άνθρωπο που έφυγε πρόωρα και άδικα. Αυτή η απώλεια έχει διαμορφώσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να ζει.

Η επιθυμία του είναι ακριβώς αυτή, να μη ζήσει αναβάλλοντας. Η αδυναμία του, ίσως, βρίσκεται στην ίδια του τη δύναμη, επειδή έχει κατακτήσει αυτή τη βεβαιότητα, δυσκολεύεται κάποιες φορές να καταλάβει γιατί ο άλλος δεν μπορεί να προχωρήσει με την ίδια τόλμη. Εκεί βρίσκεται και η προσωπική του σύγκρουση με τη Ρενάτα. Εκείνος είναι έτοιμος να αφεθεί στην αγάπη, ενώ εκείνη εξακολουθεί να φοβάται όσα μπορεί να χάσει αν αφεθεί πραγματικά σε αυτήν.

Γι’ αυτό δεν βλέπω τον Πέδρο ως τον άντρα που έρχεται για να «σώσει» ή να μεταμορφώσει τη Ρενάτα. Όταν τη συναντά, έχει ήδη διανύσει τη δική του πορεία και έχει καταλήξει να αντιμετωπίζει τη ζωή σαν ένα θαύμα που δεν επιδέχεται διαρκείς αναβολές. Η Ρενάτα δεν του χαρίζει αυτή τη στάση, του δίνει όμως έναν άνθρωπο για τον οποίο αξίζει να τη θέσει σε εφαρμογή.

Αν δεν τη συναντούσε ποτέ, πιστεύω πως ο Πέδρο θα συνέχιζε να ζει με την ίδια λαχτάρα και την ίδια επίγνωση της αξίας του χρόνου. Θα μπορούσε να ερωτευτεί ξανά, να δημιουργήσει, να προχωρήσει. Απλώς η Ρενάτα είναι ο άνθρωπος στον οποίο αναγνωρίζει αυτό που ήταν ήδη έτοιμος να αναγνωρίσει, έναν έρωτα για τον οποίο αξίζει όχι μόνο να αφεθεί, αλλά και να διεκδικήσει.

Ως δίγλωσση συγγραφέας γράφετε στα ελληνικά χαρακτήρες που ζουν και σκέφτονται μέσα σε ένα ισπανόφωνο περιβάλλον. Πώς μεταφέρατε τον διαφορετικό ρυθμό της ομιλίας, το χιούμορ και τους συναισθηματικούς κώδικες της Λατινικής Αμερικής χωρίς οι ισπανικές λέξεις να λειτουργούν απλώς ως διακοσμητικές πινελιές; Υπήρχε κάποια φράση ή έννοια που αντιστάθηκε στη μετάφραση;

Π.Α.: Δεν ήθελα οι ισπανικές λέξεις να λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία ή ως ένας εύκολος τρόπος να υπενθυμίζω στον αναγνώστη ότι βρίσκεται στη Λατινική Αμερική. Ήθελα να έχουν λόγο ύπαρξης, να μεταφέρουν μια ζωντανή ενέργεια, μια οικειότητα, ακόμη και μια μικρή «τσαχπινιά» που θα επέτρεπε στον Έλληνα αναγνώστη να αισθανθεί τη διαφορετικότητα αυτού του κόσμου.

Το μεγαλύτερο στοίχημα, δεν ήταν οι λέξεις που παρέμειναν στα ισπανικά, αλλά τα ελληνικά που τις περιβάλλουν. Προσπάθησα πολλές φορές να γράφω σαν να άκουγα πρώτα τη σκηνή στα ισπανικά και ύστερα να τη μετέφερα στα ελληνικά, διατηρώντας τον ρυθμό, το χιούμορ, τη σωματικότητα και κυρίως τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο εκφράζεται το συναίσθημα.

Η επαγγελματική σας εμπειρία από τη δημιουργία escape rooms φαίνεται να συναντά τους γρίφους και τα κρυμμένα μηνύματα του Πίπο. Σχεδιάσατε αυτή την αλυσίδα στοιχείων με τη λογική ενός παιχνιδιού που πρέπει να μπορεί να λυθεί; Πού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε έναν έξυπνο γρίφο και σε μια αποκάλυψη που πρέπει πρωτίστως να συγκινήσει;

Π.Α.: Πώς θα μπορούσε η αγάπη μου για το μυστήριο και τους γρίφους να μη βρει τον δρόμο της μέσα στο πρώτο μου μυθιστόρημα; Η δημιουργία αινιγμάτων υπήρξε για χρόνια μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της επαγγελματικής μου πορείας και, αναπόφευκτα, πέρασε και στη συγγραφή μου.

Θα σας αποκαλύψω κάτι: όταν δημιούργησα τον γρίφο του παππού Πίπο, δεν είχα ακόμη δημιουργήσει τη λύση του. Άφησα τα στοιχεία να εξελιχθούν οργανικά μαζί με την ιστορία και τους χαρακτήρες. Έτσι, τη στιγμή που η απάντηση αποκαλύπτεται στον αναγνώστη, είχε ουσιαστικά μόλις αποκαλυφθεί και σε μένα την ώρα που έγραφα.

Ένας καλός γρίφος πρέπει να μπορεί να λυθεί και, όταν λυθεί, να ικανοποιήσει το μυαλό. Μια αποκάλυψη μέσα σε ένα μυθιστόρημα, όμως, δεν αρκεί να σε κάνει να πεις «το βρήκα» ή «δεν το περίμενα». Πρέπει να αλλάζει κάτι μέσα σου για όσα πίστευες μέχρι εκείνη τη στιγμή για τους ήρωες. Ο γρίφος ζητά μια απάντηση. Η λογοτεχνία ζητά και ένα συναίσθημα.

Έχετε εργαστεί ως Business Coach, ενώ το μυθιστόρημα αγγίζει ζητήματα επιτυχίας, επαγγελματικής φιλοδοξίας, φόβου και προσωπικής αλλαγής. Πώς προστατεύσατε την αφήγηση από τον διδακτισμό και τους χαρακτήρες από το να μιλούν σαν άνθρωποι που δίνουν συμβουλές; Υπήρξε κάποια «σωστή» απάντηση που χρειάστηκε να αφαιρέσετε ώστε να αφήσετε την ιστορία να μιλήσει μόνη της;

Π.Α.: Για μένα, το κλειδί για να αποφύγω τον διδακτισμό ήταν να δημιουργήσω πραγματικούς ανθρώπους που μπορούν να έχουν κατακτήσει μια μεγάλη αλήθεια για τη ζωή και, την ίδια στιγμή, να κάνουν λάθος σε κάτι άλλο. Γιατί κανείς μας δεν είναι μόνο σοφός ή μόνο λανθασμένος. Είμαστε ένα σύνολο από αλήθειες που έχουμε ήδη καταφέρει να αποκωδικοποιήσουμε και από άλλες που ακόμη παλεύουμε να κατανοήσουμε.

Έτσι προσπάθησα να χτίσω και τους ήρωες του «Μάνγκο και Αλάτι». Ο καθένας έχει διανύσει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, έχει κάτι να προσφέρει στους άλλους, αλλά και κάτι που ο ίδιος δεν έχει ακόμη καταφέρει να δει. Δεν ήθελα λοιπόν να μιλούν σαν άνθρωποι που γνωρίζουν τις απαντήσεις ή που προσπαθούν να περάσουν μηνύματα. Ήθελα περισσότερο να απλώνουν το χέρι στον αναγνώστη και να του λένε: «Είμαι κι εγώ εδώ μαζί σου. Με τα λάθη και τα σωστά μου, συνεχίζω να προσπαθώ όσο ζω και υπάρχω».

Δεν θυμάμαι να υπήρξε κάποια «σωστή» απάντηση που χρειάστηκε να αφαιρέσω. Στο «Μάνγκο και Αλάτι» δεν υπάρχουν απόλυτα σωστές απαντήσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν, αποτυγχάνουν, καταλαβαίνουν, αλλάζουν και ξαναδοκιμάζουν.

Σε περισσότερες από πεντακόσιες σελίδες συνδυάζετε οικογενειακό δράμα, ερωτική ιστορία, μυστήριο, χιούμορ και ταξιδιωτική αφήγηση. Ποια από αυτές τις γραμμές αποτέλεσε τον πραγματικό κορμό του βιβλίου και ποια κινδύνευσε περισσότερο να παρασύρει την ιστορία μακριά από τη Ρενάτα; Υπήρξε σκηνή ή χαρακτήρας που αγαπήσατε, αλλά χρειάστηκε να αποχωριστείτε για να διατηρηθεί ο ρυθμός;

Π.Α.: Θα έλεγα πως ο πραγματικός κορμός του βιβλίου δεν ήταν μία από αυτές τις γραμμές ξεχωριστά, αλλά η συνύπαρξή τους. Ήθελα να ενσωματώσω όσα για μένα αποτελούν την ίδια τη ζωή, γιατί η ζωή σπάνια κινείται σε ένα μόνο συναίσθημα ή σε ένα μόνο είδος. Μπορούμε να γελάσουμε σε μια κηδεία, να κλάψουμε σε έναν γάμο, να ερωτευτούμε ενώ πενθούμε και να φοβηθούμε ακριβώς τη στιγμή που κάτι υπέροχο μας συμβαίνει. Είμαστε αντιφατικοί και ταυτόχρονα όλα αυτά τα συναισθήματα λειτουργούν συμπληρωματικά μέσα μας.

Γι’ αυτό ήθελα και το «Μάνγκο και Αλάτι» να αναπνέει με τον ίδιο τρόπο. Το οικογενειακό δράμα, ο έρωτας, το μυστήριο, το χιούμορ και το ταξίδι δεν αποτελούν για μένα διαφορετικούς δρόμους, αλλά διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας διαδρομής της Ρενάτας. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μην επιτρέψω σε καμία από αυτές να γίνει σημαντικότερη από κάποια άλλη. Ιδιαίτερα το μυστήριο και η ερωτική ιστορία έχουν από τη φύση τους μεγάλη αφηγηματική δύναμη και θα μπορούσαν εύκολα να πάρουν τα ηνία. Έπρεπε λοιπόν να επιστρέφω συνεχώς στο βασικό ερώτημα: τι προκαλεί αυτό που συμβαίνει μέσα στη Ρενάτα και πώς την μετακινεί;

Δεν χρειάστηκε να αποχωριστώ κάποιον χαρακτήρα που αγαπούσα παρά μόνο να θυμάμαι διαρκώς ότι ακόμη και μια όμορφη σκηνή δεν δικαιούται να παραμένει σε ένα βιβλίο μόνο και μόνο επειδή την αγαπά ο συγγραφέας. Τα πάντα πρέπει να υπηρετούν την ιστορία και την διαρκή μετακίνηση των ηρώων και της πλοκής.

Το «Μάνγκο και Αλάτι» αντιπαραθέτει τους φόβους που κληρονομούμε με τη ζωή που μπορούμε να επιλέξουμε. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία, την οικογενειακή αφοσίωση και το δικαίωμα μιας δεύτερης αρχής ή κάθε αναγνώστης αναγνωρίζει μόνο τις αλήθειες για τις οποίες είναι ήδη έτοιμος; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Π.Α.: Πιστεύω βαθιά στη δύναμη της λογοτεχνίας από τη στιγμή που έχει τη δύναμη να εμπλουτίζει την εσωτερική μας αφήγηση. Κάθε ιστορία μάς εκθέτει σε νέες στάσεις ζωής, διαφορετικές νοοτροπίες, συνθήκες που ίσως δεν έχουμε βιώσει και ερωτήματα που μπορεί να μην είχαμε τολμήσει μέχρι τότε να θέσουμε στον εαυτό μας. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, ναι, πιστεύω ότι ένα βιβλίο μπορεί να ταρακουνήσει συθέμελα τον αναγνώστη και να μετατοπίσει ακόμη και βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις του για την επιτυχία, την οικογένεια, την αγάπη ή το δικαίωμα να ξεκινήσει ξανά.

Δεν είμαι όμως βέβαιη ότι αναγνωρίζουμε μόνο τις αλήθειες για τις οποίες είμαστε ήδη έτοιμοι. Νομίζω ότι πολλές φορές πιστεύουμε πως δεν είμαστε έτοιμοι, μέχρι να συναντήσουμε μια ιστορία που θα μας αποδείξει το αντίθετο. Ίσως η δυνατότητα της αλλαγής να υπήρχε ήδη μέσα μας και να μας έλειπε απλώς το ερέθισμα, μια φράση, ένας χαρακτήρας, μια ιστορία που θα λειτουργούσε σαν καθρέφτης ή σαν παράθυρο προς μια διαφορετική εκδοχή της ζωής μας.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ