Τι συμβαίνει όταν τα παραμύθια του Άντερσεν γίνονται σκηνές εγκλήματος; Ο Αντώνης Τουμανίδης μιλά για τη γέννηση του «Άντερσεν», ενός μυθιστορήματος όπου η αστυνομική έρευνα συναντά τον τρόμο και τα παραμύθια επιστρέφουν στη σκοτεινή, αρχική τους μορφή. Αποκαλύπτει πώς η έρευνά του τον έφερε κοντά στον μοναχικό άνθρωπο πίσω από τον διάσημο Δανό παραμυθά και εξηγεί γιατί ο δολοφόνος θέλει κάτι περισσότερο από το να προκαλέσει φόβο: θέλει να τον καταλάβουν. Μιλά ακόμη για το μυστήριο που συνεχίζεται πέρα από την αποκάλυψη της ταυτότητας και για τον κόσμο που θα ενώνει τα βιβλία της «Τριλογίας των Δολοφόνων». Μια φορά κι έναν καιρό… κάποιος θα πεθάνει!
Πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο μυαλό σου η ιδέα να μετατρέψεις τα παραμύθια του Άντερσεν σε σκηνές εγκλήματος;
Δημιούργησα ένα προσχέδιο του «Άντερσεν» πριν την πανδημία. Και μετά το έβαλα στο συρτάρι. Επανήλθα στο προσχέδιο την περίοδο 2022-2023 και κατάφερα να ολοκληρώσω το βιβλίο στις αρχές του 2026.
Το βιβλίο ξεκίνησε ως αστυνομικό μυθιστόρημα, ως ιστορία τρόμου ή ως προσωπικός φόρος τιμής;
Ξεκίνησε ως μια ιστορία αφιερωμένη στον Άντερσεν για να καταλήξει να είναι ένας συνδυασμός και των τριών. Στον πυρήνα του είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με έρευνα, στοιχεία, ανατροπές και ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρά του, όμως, και οι «εικόνες» του ανήκουν, αποκλειστικά και μόνο, στον τρόμο. Κλείνοντας το βιβλίο, βέβαια, και διαβάζοντας την τελευταία σελίδα διαπιστώνει κανείς πως, πρωτίστως, είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής στον παραμυθά των παραμυθάδων. Ήθελα να ξαναγνωρίσει το κοινό τα παραμύθια του στην αρχική τους πρωτόλεια μορφή Δεν θέλησα να τα αλλοιώσω αλλά να οδηγήσω τους αναγνώστες ξανά σε αυτά και να τους θυμίσω ότι τα αληθινά παραμύθια δεν ήταν ποτέ απολύτως αθώα. Ήταν, όμως, πάντοτε ειλικρινή.

Αντώνης Τουμανίδης
Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί τα παραμύθια για να επικοινωνήσει. Τελικά ζητά να τον «ακούσουν» ή να τον φοβηθούν;
Νομίζω ότι ζητά κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: να τον καταλάβουν. Ο φόβος είναι το μέσο που χρησιμοποιεί για να επιβάλει την παρουσία του αλλά η πραγματική του ανάγκη είναι να αποκρυπτογραφήσουν το μήνυμά του. Κάθε φόνος είναι μια αφήγηση, ένα κομμάτι μιας ιστορίας που θεωρεί ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να ολοκληρώσει. Δεν θέλει απλώς να τρομοκρατήσει. Θέλει να αναγκάσει τους άλλους να κοιτάξουν τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Και ίσως, βαθιά μέσα του, να επιθυμεί όχι μόνο να τον καταλάβουν, αλλά και να τον δικαιώσουν.
Έπειτα από τόσο εκτενή έρευνα, ποια εικόνα σχημάτισες για τον πραγματικό Άντερσεν;
Ανακάλυψα έναν άνθρωπο πολύ πιο σύνθετο από την εξιδανικευμένη εικόνα του μεγάλου παραμυθά. Ήταν ευαίσθητος, μοναχικός, αθεράπευτα ονειροπόλος, ανασφαλής, συχνά αντιφατικός, με μια βαθιά ανάγκη να αγαπηθεί. Ταξίδεψε πολύ σαν να αναζητούσε διαρκώς έναν τόπο στον οποίο θα μπορούσε πραγματικά να ανήκει. Μέσα από τα παραμύθια και τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια γνώρισα όχι μόνο τον συγγραφέα αλλά και τον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που μετέτρεψε την απόρριψη, τη μοναξιά και τον φόβο σε τέχνη. Ίσως γι’ αυτό τα παραμύθια του εξακολουθούν να μας συγκινούν: πίσω από το φανταστικό και το μαγικό υπάρχει πάντοτε μια πολύ αληθινή ανθρώπινη πληγή.

Η αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου αποτελεί το τέλος του μυστηρίου ή την αρχή της πραγματικής ιστορίας;
Η αποκάλυψη λύνει το βασικό μυστήριο του συγκεκριμένου βιβλίου αλλά δεν απαντά αναγκαστικά σε όλα τα ερωτήματα. Σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα δεν έχει σημασία μόνο ποιος είναι ο δολοφόνος. Σημασία έχει γιατί έκανε ό,τι έκανε, τι προσπάθησε να πει και τι αφήνει πίσω του. Η ταυτότητά του αποτελεί, επομένως, το τέλος της έρευνας αλλά ταυτόχρονα την αρχή μιας βαθύτερης κατανόησης της ιστορίας. Όταν ο αναγνώστης μάθει την αλήθεια, καλείται να επιστρέψει νοερά στα γεγονότα και να τα δει με διαφορετική ματιά. Και τότε ίσως αντιληφθεί ότι η πραγματική ιστορία ήταν κρυμμένη μπροστά του από την πρώτη σελίδα.
Έχεις χαρακτηρίσει τον «Άντερσεν» ως το πιο ιδιαίτερο δημιούργημά σου. Τι έχει αυτό το βιβλίο που δεν έχουν τα προηγούμενα;
Ο «Άντερσεν» συγκεντρώνει σχεδόν όλα όσα με διαμόρφωσαν ως δημιουργό: τα παραμύθια, το αστυνομικό μυστήριο, τον τρόμο, την ιστορία, τα ταξίδια, τον κινηματογράφο και την έρευνα. Είναι ένα μυθιστόρημα που παρά την έντονη κινηματογραφική γραφή στηρίζεται βαθιά στη λογοτεχνία και στη ζωή ενός πραγματικού ανθρώπου. Είναι επίσης το πιο φιλόδοξο και απαιτητικό βιβλίο που έχω γράψει μέχρι σήμερα. Με ταξίδεψε σε διαφορετικές χώρες, εποχές και ιστορίες. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη βιβλίο μου. Είναι η συνάντηση όλων των δημιουργικών μου κόσμων μέσα σε μια ιστορία.
Κάθε βιβλίο θα έχει διαφορετικό δολοφόνο και διαφορετικό ερευνητή. Ποια θα είναι, λοιπόν, η αόρατη κλωστή που θα ενώνει την τριλογία;
Οι φόνοι και οι εμμονές των δολοφόνων είναι σημαντικά στοιχεία της τριλογίας αλλά δεν είναι αυτά που την ορίζουν στον πυρήνα της. Αυτό που πραγματικά την ορίζει είναι ένας βαθύτερος κόσμος που χτίζεται βιβλίο με βιβλίο. Ένας κόσμος όπου το παρελθόν, τα παραμύθια, οι ιστορίες και οι ανθρώπινες «εμμονές» διασταυρώνονται με τρόπους συχνά σκοτεινούς και απρόβλεπτους. Κάθε ιστορία φωτίζει μια διαφορετική πλευρά αυτού του σύμπαντος και αποκαλύπτει λίγο περισσότερο τους κανόνες, τα μυστικά και τις σκιές του.
Αν έπρεπε να προειδοποιήσεις τον αναγνώστη με μια μόνο φράση, πριν ανοίξει τον «Άντερσεν», τι θα του έλεγες;
Μια φορά και έναν καιρό… κάποιος θα πεθάνει










