Από τον Ανδρέα Θεοδώρου
Ο Δημήτρης Καπετανάκος δεν είναι απλώς ένας ταλαντούχος ηθοποιός· είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά στις αποσκευές του εμπειρίες, αναζητήσεις και μια βαθιά αγάπη για την τέχνη. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια και χαμηλούς τόνους έχει καταφέρει να ξεχωρίσει τόσο για τις ερμηνείες του όσο και για τη στάση ζωής του. Στο press event που διοργάνωσε ο Alpha για τη σειρά «Porto Leone» που πρωταγωνιστεί, ο Δημήτρης Καπετανάκος μίλησε στο Λοιπόν και το egomagazine.gr για τον ρόλο του, την αναγνωρισιμότητα και την πορεία του στην υποκριτική. Απολαύστε τον!

Πες μας λίγα λόγια για τον ρόλο σου στο «Porto Leone».
Υποδύομαι τον Στέλιο Σκαβάτσο, το πρωτοπαλίκαρο του Καπετανάκου, που είναι ο υπαρχηγός του. Είναι το μάτι του και το αυτί του σε όλα τα πόστα της επαγγελματικής δραστηριότητας Καπετανάκου. Ελέγχει, εποπτεύει και δίνει αναφορά στο αφεντικό του ακόμα και για το πέταγμα της μύγας. Πιστός και αφοσιωμένος. Δεν πειράζει τις γυναίκες που δουλεύουν για το αφεντικό του, δεν έχει ιδιαίτερες επαφές μαζί τους. Δεν τους επιτρέπει οικειότητες. Αν και κάποιες προσπαθούν να πυρπολήσουν αυτή τη στάση του για να έχουν την εύνοιά του. Μετά από ένα τραγικό γεγονός πέφτει στη δυσμένεια του Καπετανάκου…
Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου στην επιτυχημένη σειρά του Alpha»;
Συνεργάζομαι με την εταιρεία παραγωγής τους «Αργοναύτες» πάνω από 15 χρόνια και έχω συμμετάσχει σε πολλές δουλειές τους, όπως και σε δύο ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη. Έτσι, όταν κάναμε πρόβες για την τελευταία ταινία «Η σπασμένη φλέβα» που έκανε πρεμιέρα στις 27 Νοεμβρίου, μου προτάθηκε να πάρω μέρος στο «Porto Leone». Εννοείται είπα αμέσως το «ναι», γιατί όταν συνεργάζεσαι τόσα χρόνια με κάποιους ανθρώπους, έχεις χτίσει μια ξεχωριστή σχέση. Ξέρεις ότι οι συνεργάτες θα είναι υπέροχοι και δεν τίθεται θέμα να κάτσω να το σκεφτώ περισσότερο.

Πώς αισθάνεσαι για το αποτέλεσμα της σειράς;
Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος για το «Porto Leone» γιατί όλος ο κόπος και η σκληρή δουλειά μας δικαίωσε. Είναι μια υπέροχη δουλειά.
Έχεις κοινά στοιχεία με τον χαρακτήρα που υποδύεσαι;
Παλιά είχαμε μια οικογενειακή επιχείρηση, ένα piano bar restaurant. Μέχρι τα 18 μου χρόνια δούλευα εκεί, καθάριζα και σέρβιρα τον κόσμο. Ήταν δύσκολη δουλειά, αλλά δεν ήταν καμπαρέ βέβαια όπως στο «Porto Leone». Μεγάλωσα σε ένα piano bar restaurant και είχα μια αναφορά στο πώς είναι η κατάσταση τη νύχτα. Κάπως είχα μια ιδέα.

Έχεις ζήσει την άγρια πλευρά της νύχτας;
Όχι δεν έχω γνωρίσει την άγρια πλευρά της νύχτας, ειδικά στο μαγαζί που είχαμε, αλλά είχα δουλέψει σε ένα μπαρ. Κάποια πράγματα τα έχω δει να συμβαίνουν.
Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με την υποκριτική.
Ήταν τυχαία, όταν συνάντησα μια φίλη μου στον δρόμο και μου είπε να πάω στη δραματική σχολή που φοιτούσε. Άφησα την προετοιμασία που έκανα για να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών για να ασχοληθώ με την υποκριτική… Θυμάμαι πως στην πρώτη μου δουλειά στο θέατρο ντρεπόμουν να πάω γιατί δεν είχα εμπειρία.

Σκέφτηκες ποτέ ότι ήταν λάθος που έγινες ηθοποιός;
Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές μήπως δεν κάνω για τη δουλειά του ηθοποιού και ακόμα το πιστεύω. (γέλια). Η αλήθεια είναι πως έχω σκεφτεί πολλές φορές να παρατήσω την υποκριτική, αλλά πάντα κάτι γινόταν και ερχόταν μια νέα δουλειά.
Πάντως ξεχώρισες μέσα από τον ρόλο του Μασάτο στο «Έτερος Εγώ»…
Ήταν ωραίος ο ρόλος του Μασάτο στο «Έτερος Εγώ», αλλά δεν τον έκανα μόνος μου, είχα δίπλα μου τον Σωτήρη Τσαφούλια. Είναι πιθανό, πάντως, να σε στιγματίσει ένας ρόλος σαν του Μασάτο που υποδύθηκα στο «Έτερος Εγώ».

Τα τελευταία λόγια σε βλέπουμε σε πολύ καλές δουλειές. Πού πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό;
Τι να σου πω. Δεν ξέρω τον λόγο που με επιλέγουν σε τόσο καλές δουλειές, αλλά το μόνο που μπορώ να πω σίγουρα είναι ότι όποια δουλειά έχει έρθει έχω προσπαθήσει να την κάνω όσο το δυνατόν καλύτερα, με άξονα όχι το να μου πουν «μπράβο» ή να έρθει μια άλλη δουλειά. Θέλω να προσπαθώ να είμαι έντιμος πρώτα με τον εαυτό μου και με τις δυνατότητες που έχω αυτό που μου έρχεται να το κάνω όσο τον δυνατόν καλύτερα. Θέλω να το κάνω με αλήθεια και χωρίς κανέναν άλλον διανθισμό. Μάλλον η πειθαρχεία μου και η σκληρή δουλειά μου έχουν φέρει τη μία δουλειά μετά την άλλη. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται τύχη, αλλά κάπως έτσι έχουν έρθει τα πράγματα.
–Απολαμβάνεις την αναγνωρισιμότητα;
Δεν ξέρω αν απολαμβάνω την αναγνωρισιμότητα, αλλά είναι πάρα πολύ ωραίο να ξεκινάς τη μέρα σου και να είσαι, για παράδειγμα, στενοχωρημένος και να έρθει κάποιος και να σου πει «μπράβο» για μια δουλειά που σε έχει δει και τον έκανες να γελάσει ή να περάσει πολύ ωραία. Εμένα αυτό μου δίνει χαρά. Βέβαια, μπορεί να έχω παίξει και κάπου και να εισπράττω την απόρριψη.

–Τι μηνύματα λαμβάνεις από τα social media; Σε έχουν στενοχωρήσει ποτέ;
Δεν με έχει στενοχωρήσει κανείς ποτέ. Αν έχει υπάρξει κάποιο άσχημο μήνυμα στα social media δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου, αλλά δεν πρόκειται να με στενοχωρήσει.

–Ποια είναι τα θεατρικά σου σχέδια;
Είμαι στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού στην παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» με την Ελεονώρα Ζουγανέλη, τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο και άλλους εξαιρετικούς συναδέλφους. Το «Μεγάλο μας Τσίρκο» είναι ένα ιστορικής σημασίας έργο για το ελληνικό θέατρο. Πριν από 52 χρόνια, το 1973, έκανε την πρεμιέρα του την Αθήνα, λογοκρίθηκε αρκετές φορές, απαγορεύτηκε, αλλά επανήλθε ακόμα πιο επίκαιρο. Οι αλληγορίες του μας ταξιδεύουν με τρόπο μοναδικό από την αρχαιότητα μέχρι και τον Εμφύλιο μέσα από συγκρούσεις και ανατροπές, συγκίνηση και σάτιρα, σκληρότητα και ελπίδα.










