Αποκλειστική συνέντευξη! Γιάννα Σταυράκη: «Έκανα χειρουργείο και πήγα με τα σωληνάκια στο γύρισμα»

Από τον Παναγιώτη Βαζαίο

Η Γιάννα Σταυράκη αποτελεί μια από τις πιο λαμπερές και πολυσχιδείς προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής σκηνής, συνδυάζοντας αξιοθαύμαστη τεχνική με συγκλονιστική ερμηνεία. Στο θέατρο «Εν Αθήναις» πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν», φέρνοντας στη σκηνή έναν χαρακτήρα γεμάτο ένταση, βάθος και ανθρώπινη αλήθεια.

Μιλήστε μας για την παράσταση που βλέπουμε φέτος και για το ρόλο σας.

Η παράσταση είναι «Σκοτώνουν τ΄αλογα όταν γεράσουν» στο Θέατρο «Εν Αθήναις», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά, ο οποίος καταφέρνει θαυματουργικά και πανέξυπνα να παρουσιάσει ένα μιούζικαλ σε πολύ μικρό χώρο, κάτι που είναι πραγματικός άθλος. Το έργο βασίζεται στη νουβέλα του Horace McCoy και αναφέρεται στο μεγάλο κραχ της Αμερικής τη δεκαετία του ’20. Ορισμένοι επιχειρηματίες τότε διοργάνωναν παιχνίδια-σόου για να μαζεύουν κόσμο που πεινούσε και να επιβιώσει, με τους ανθρώπους να καταρρέουν μπροστά στα μάτια των θεατών. Για μένα, τόσο το κείμενο όσο και η νουβέλα αποτελούν τη μεγαλύτερη προσβολή στον άνθρωπο. Είναι πολιτικό έργο με ισχυρά μηνύματα, και η υποκριτική εδώ αποτελεί πραγματικό μαραθώνιο, όπως και η σκηνοθεσία. Παρόλο που αναφέρεται στο ’20, τα θέματα και τα αγωνίσματα του έργου παραμένουν πολύ σημερινά.

Τι ξεχωρίζετε από τη μουσική και τη συνεργασία σας με τον θίασο;

Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη είναι ευφυέστατη και τρυπάει κυριολεκτικά το κόκαλο, μεταδίδοντας τη φρίκη αυτού του θεάματος. Νιώθω πολύ ευτυχισμένη που ανήκω σε αυτό το έργο, παρότι ο ρόλος μου είναι μικρός αλλά ιδιαίτερος και κεντρικός, όπως μου είπε μια κριτικός. Παίζουμε δεκαεφτά άτομα, είναι μεγάλος θίασος και περνάμε πραγματικά πολύ καλά. Είμαστε αληθινή ομάδα, με δυνατές σχέσεις μεταξύ μας, και αυτό φαίνεται στη σκηνή.

Μου είπατε ότι ξεκινήσατε την υποκριτική στα 53. Πώς προέκυψε αυτή η καθυστέρηση;

Ναι, είναι αλήθεια. Όταν μεγάλωνα, το να ακολουθήσω έναν δρόμο στο θέατρο ή την υποκριτική θεωρούνταν από το οικογενειακό μου περιβάλλον άκρως επικίνδυνο και υποτιμητικό. Ήταν μια εποχή και ένα περιβάλλον μικροαστικό και ηθικίστικο, όπου το να αντισταθείς ή να επαναστατήσεις θεωρούνταν απαγορευμένο. Έτσι, δεν μπήκα νωρίς στον χώρο της υποκριτικής, ούτε στο τραγούδι, παρόλο που είχα εξαιρετική φωνή. Αντίθετα, ακολούθησα τον δρόμο που αναμενόταν από μια γυναίκα τότε: τελείωσα το σχολείο, παντρεύτηκα, έγινα νοικοκυρά και μητέρα.

Πώς ήταν η ζωή σας μετά τον γάμο και την οικογένεια;

Ήμουν πολύ τυχερή, γιατί είχα έναν υπέροχο σύντροφο δίπλα μου και ταξιδέψαμε μαζί για μια δεκαετία πριν μείνει στο γραφείο ως αρχιμηχανικός. Έκανα το παιδί μου πολύ νωρίς, στα είκοσί μου, και ακολούθησα τη ζωή της τότε γυναίκας: παντρεμένης, νοικοκυράς και μητέρας. Παρά τις περιοριστικές συνθήκες, οι εμπειρίες αυτές με σφράγισαν θετικά και με διαμόρφωσαν, και αργότερα μπόρεσα να επιστρέψω στο όνειρό μου για την υποκριτική, στα πενήντα τρία μου.

Μέσα σας υπήρχε πάντα αυτή η επιθυμία όμως να ασχοληθείτε με την υποκριτική;

Ναι, υπήρχε πάντα. Ο άντρας μου το ήξερε, ήταν ένας υπέροχος, αγαπημένος και φιλελεύθερος άνθρωπος, με ανοιχτό μυαλό, εντελώς διαφορετικό από το γονεϊκό μου περιβάλλον. Το μεγάλο λάθος που έκανα ήταν ότι δεν του εξέφρασα την επιθυμία μου. Το είχα θάψει στο υποσυνείδητό μου τόσο βαθιά, που χρειαζόταν ένα μεγάλο «μπαμ» για να βγει στην επιφάνεια.

Και πότε ήρθε αυτή η ανατροπή στη ζωή σας;

Η ανατροπή ήρθε μέσα σε μια δεκαετία, όταν έχασα ανθρώπους πολύ σημαντικούς για μένα: τον αδερφό μου στα 34, τη μητέρα μου στα 60 και άλλους έξι αγαπημένους. Τελευταία έχασα και τον σύντροφό μου, που ήταν όλη μου η ζωή. Όταν έφυγε, ένιωσα ότι χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Έπρεπε να επαναπροσδιοριστώ, γιατί δεν ήξερα τίποτα άλλο εκτός από το να είμαι η «καλή κοπέλα». Αυτό ήταν το μεγάλο «μπαμ» στη ζωή μου και τεράστιο, αλλά έφερε μαζί του και αναγκαία αλλαγή.

Αυτοί οι ξαφνικοί θάνατοι πώς προέκυψαν; Ήταν αρρώστιες ή ατυχήματα;

Σε μια δεκαετία έχασα οχτώ πολύ αγαπημένους ανθρώπους. Θυμάμαι τον εαυτό μου εκείνη την περίοδο να φοράει συνέχεια μαύρα. Κάθε απώλεια ήταν συναισθηματικά συντριπτική. Ο τελευταίος ήταν ο άντρας μου, που ήταν για μένα όλος ο κόσμος. Μέχρι τότε, καταφεύγα στα αγκαλιάσματα του για παρηγοριά. Όταν έφυγε κι εκείνος, ένιωσα ότι χάθηκε όλος μου ο κόσμος.

Πώς καταφέρατε να σταθείτε ξανά στα πόδια σας;

Έπαθα κατάθλιψη, που η ψυχολόγος μου είπε ότι ήταν φυσιολογική μετά από τόσες απώλειες. Προσπάθησα να βρω τον δρόμο μου και να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω. Πιστεύω ότι όλα συμβαίνουν στο πλήρωμα του χρόνου. Παρά τις δυσκολίες, αισθάνομαι ότι ήρθε η στιγμή μου να προχωρήσω, αργά ή γρήγορα, όπως λέγαμε πάντα.

Μιλήστε μας για το γιο σας. Τι κάνει σήμερα;

Ο γιος μου είναι ιερομόναχος. Αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο όταν ολοκλήρωσε τη Φιλοσοφική Σχολή. Έχει σπουδάσει επίσης Θεολογία και Ψυχολογία, διαθέτοντας τρία πτυχία συνολικά. Από παιδί ήταν καλλιεργημένο, έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε. Μέσα από τον μοναχισμό του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει διδακτορικό, ταξιδεύοντας για έρευνα στην Ιρλανδία, και το ολοκλήρωσε σε περίπου πέντε χρόνια.

Τι κάνει τώρα και πώς συνεχίζει την πορεία του;

Μετά την καθοδήγηση του γέροντά του στο Άγιο Όρος, κατέβηκε στον κόσμο και τώρα βρίσκεται σε μοναστήρι στη Νάξο. Παράλληλα συνεχίζει ακαδημαϊκή πορεία, γράφοντας βιβλία που κυκλοφορούν στην Ευρώπη και χρησιμοποιούνται σε βιβλιοθήκες και πανεπιστήμια. Πρόκειται για σοβαρά έργα, με ουσιαστικό περιεχόμενο και μεγάλη εμβέλεια.

Πώς αντιδράσατε όταν σας ανακοίνωσε ότι θέλει να γίνει ιερομόναχος;

Το έχω πει χιλιάδες φορές, αρχικά με φόβισε, γιατί ο μοναχισμός έρχεται εντελώς κόντρα στις απαιτήσεις των καιρών και στα όνειρα που έχουν οι γονείς για τα παιδιά τους, να γίνουν γιατροί, δικηγόροι ή να εκπληρώσουν τα δικά μας σχέδια. Όμως επειδή είχαμε εμπιστοσύνη στο παιδί μας, ξέραμε ότι ό,τι κάνει θα το κάνει σωστά. Ήξερα ότι ο δρόμος είναι δύσκολος και απαιτεί αφοσίωση, αλλά ήμουν βέβαιη ότι θα γίνει σωστός μοναχός. Τον εμπιστευόμαστε απόλυτα και ξέραμε ότι θα αγωνιστεί στη ζωή του.

Έχετε επικοινωνία μαζί του τώρα που είναι μοναχός;

Ναι, πάντα μιλάμε μαζί του. Από τότε που πήγε στο Όρος μέχρι και σήμερα, η επικοινωνία μας δεν έχει κοπεί ποτέ. Όταν πήγε στη Νάξο είναι πιο εύκολο γιατί πηγαίνω τα καλοκαίρια και περνάμε υπέροχα. Εκμεταλλεύεται τον χρόνο του για τις σπουδές και τις πνευματικές του δραστηριότητες, τελείωσε την Ψυχολογία και καθοδηγεί πολλά νέα παιδιά. Η αγάπη μας εκμηδενίζει την απόσταση.

Ωστόσο, ο γιος σας ήταν και εκείνος που σας έδωσε το «ΟΚ» να γίνετε ηθοποιός;

Ναι, ακριβώς. Όταν πήγαμε στο Λονδίνο και είδαμε τα CD του BBC με μεγάλους Άγγλους ηθοποιούς όπως ο Λόρενς Ολίβιε να παίζουν έργα Σαίξπηρ, ένιωσα ότι ήθελα κι εγώ να κάνω το ίδιο. Τότε μου είπε: «Γιατί δεν το κάνεις;» Και του απάντησα: «Είναι πολύ αργά». Εκείνος μου είπε: «Δεν είναι ποτέ αργά να κάνει κάποιος αυτό που θέλει. Μπορείς!» Και έτσι τόλμησα.

Σας στήριξε και σας ενθάρρυνε καθ’ όλη τη διάρκεια;

Ναι, φυσικά. Μέχρι και ο Δημήτρης ο Πιαντάς στη σχολή με χαρακτήριζε «μοντέλο υπέρβασης», λέγοντας ότι αν κάποιος από τα εννιά παιδιά της σχολής θα πετύχαινε, θα ήμουν εγώ. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: αν θέλουμε κάτι πραγματικά και το κυνηγήσουμε, θα γίνει.

Και πώς προέκυψε η πρώτη σας τηλεοπτική δουλειά μετά τη σχολή;

Στην αρχή δεν είχα τίποτα στα χέρια μου. Δούλεψα στο δεύτερο έτος της σχολής σε θέατρο στην Άνφισσα και συμμετείχα σε περιοδείες και παραστάσεις όπως η «Αντιγόνη» στο Θέατρο των Βράχων. Ωστόσο, δεν είχα βιογραφικό και έπρεπε να πηγαίνω από πόρτα σε πόρτα, να ψάχνω παραγωγούς και να ζητώ δουλειά. Ήταν δύσκολο για μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας που ξεκινούσε τώρα.

Και πώς καταφέρατε να βρείτε τηλεοπτικό ρόλο;

Ήμουν επίμονα στο χώρο και παρακολουθούσα τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Τότε ήρθε η ευκαιρία με το σίριαλ «Παρθεναγωγείο» του Χάρη Ρώμα. Τον πλησίασα και του είπα με θάρρος: «Δες με και γράψε μου, θέλω να δουλέψω». Σε ένα μήνα με είχε καλέσει για να υπογράψω, δίνοντάς μου τον ρόλο της Σουλτάνας.

Πώς συνεχίσατε μετά;

Στη συνέχεια δούλεψα στο σίριαλ «Λίτσα.com», χάρη στη Δώρα Καραγιαννοπούλου, η οποία με στήριζε και μου έλεγε ότι όσο είναι εκείνη, θα έχω δουλειά. Ωστόσο, η τηλεόραση άλλαξε με την εισβολή των τούρκικων σειρών και έπρεπε να ξαναχτίσω την πορεία μου. Παρόλα αυτά, ήταν η αρχή για τις μεγάλες επιτυχίες που ακολούθησαν.

Πώς ήταν τα πράγματα στην τηλεόραση παλαιότερα σε σχέση με σήμερα;

Όταν έπαιζα στη σειρά «Λίτσα.com», είχα κλείσει ραντεβού με τον Γιάννη Λάτσιο στον ΑΝΤ1 και μέσα σε τρεις μέρες το ραντεβού είχε κανονιστεί. Καθίσαμε και μιλήσαμε μία ώρα, υπήρχε τότε μια πραγματική «κοινωνία προσώπων» στα κανάλια. Σήμερα, εδώ και τέσσερα χρόνια, προσπαθώ να κλείσω ένα ραντεβού με διευθυντή προγράμματος και δεν γίνεται ποτέ. Οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά.

Παρά τις δυσκολίες της τηλεόρασης, έχετε παίξει με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως ο Μπισμπίκης. Πώς ήταν η εμπειρία αυτή;

Ευτύχησα να παίξω με πολλούς μεγάλους σκηνοθέτες. Τελευταία, για παράδειγμα, έπαιξα στον «Πατέρα» με τον Μπισμπίκη, σε έναν εξαιρετικό ρόλο γυναίκας με άνοια. Ήταν απαιτητικός ρόλος και δούλεψα κάτω από την καθοδήγησή του, που ήταν μοναδική. Η εμπειρία αυτή με έκανε να καταλάβω πόσο σημαντική είναι η καλή συνεργασία με έναν σκηνοθέτη που σε οδηγεί σωστά και σε «ανεβάζει». Επίσης συνεργάστηκα εξαιρετικά πέρυσι με την Ελένη Καρακούλη στην παράσταση «True west» στη Θεσσαλονίκη.

Παρ’ όλα αυτά, στην τηλεόραση σήμερα δεν προτείνονται οι ρόλοι όπως παλιά. Πώς το αντιμετωπίζετε;

Έχω αποδείξει ότι μπορώ να υπηρετήσω κάθε ρόλο, από μικρό μέχρι απαιτητικό, όπως στον «Σασμό», όπου ένας αμίλητος ρόλος έγινε δεκατριών επεισοδίων. Παρ’ όλα αυτά, δεν με πρότεινε κανείς, ούτε το κανάλι ούτε η παραγωγή. Δεν είμαι άνθρωπος δημοσίων σχέσεων και δεν θα χτυπήσω πόρτες για δουλειά, γιατί έχω αξιοπρέπεια. Με ξέρουν όλοι. Αν με θέλουν, ξέρουν πού θα με βρουν.

Πριν από χρόνια είχατε μια σοβαρή περιπέτεια με την υγεία σας. Τι συνέβη;

Ναι, πριν δεκαπέντε χρόνια έπαθα καρκίνο. Ήταν τότε που παιζόταν η σειρά «Λίτσα.com». Τη δεύτερη χρονιά, αμέσως μετά το χειρουργείο, έπρεπε να παίξω, χωρίς να το έχω ανακοινώσει σε κανέναν. Πήγα και έπαιξα με τα σωληνάκια που είχα από το χειρουργείο, μόνο η ενδυματολόγος μου το γνώριζε, γιατί έπρεπε να με ντύσει.  Όλα πήγαν καλά, γιατί είχα πολύ θετική ψυχολογία και αποφασιστικότητα να συνεχίσω τη δουλειά μου. Έπαθε σοκ τότε το κορίτσι όταν με είδε με τα σωληνάκια. Αλλά μου έδωσε τον λόγο της ότι δεν θα το μάθει κανείς.

Πώς σας επηρέασε αυτή η εμπειρία;

Άλλαξε πολλά μέσα μου. Άλλαξα τρόπο σκέψης και κοσμοθεωρία. Άρχισα να εκτιμώ τη στιγμή, κάθε στιγμή έχει τεράστια αξία. Προσπαθώ να βλέπω τους ανθρώπους με τα καλά τους στοιχεία και να παίρνω από κάθε άνθρωπο ό,τι θετικό υπάρχει, γιατί πιστεύω ότι όλοι έχουν ένα καλό κομμάτι μέσα τους, όσο περίπλοκος κι αν φαίνεται.

Κατάφερε η δουλειά να σας δώσει δύναμη μετά από όλο αυτό;

Φυσικά. Η ενασχόληση με το θέατρο και τις παραστάσεις ήταν το καταφύγιο και η δύναμή μου. Όταν βλέπεις τα αποτελέσματα της δουλειάς σου, την ψυχή που δίνουν οι συνάδελφοι και τα νέα παιδιά, γεμίζεις χαρά και ικανοποίηση. Αυτό με κράτησε δυνατή και μου έδωσε την ώθηση να συνεχίσω να προσπαθώ και να βλέπω τη ζωή με θετικό πρίσμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ