Αποκλειστική συνέντευξη! Good Job Nicky: «Θέλω κι εγώ να τιμήσω τη χώρα όπως και ο πατέρας μου»

Από τον Παναγιώτη Βαζαίο

Με την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι ο Good Job Nicky δεν είναι ένας ακόμη καλλιτέχνης που ακολουθεί τα στενά πλαίσια της ελληνικής μουσικής σκηνής. Με ξεχωριστό μουσικό χρώμα, σύγχρονο στιλ που ξεφεύγει από τα πεπατημένα και μια ώριμη φιλοσοφία ζωής, φαίνεται από την αρχή ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα εφόδια για να χτίσει μια καριέρα που θα τον ανεβάσει στην κορυφή. Ξέρει ότι ο δρόμος δεν είναι εύκολος, αλλά αντί να τον τρομάζει ή να τον αποθαρρύνει, τον εξιτάρει και τον εμπνέει να συνεχίσει. Ο Νικόλας Βαρθακούρης κατάφερε κάτι που λίγοι καταφέρνουν στην καριέρα τους: έγινε γνωστός σχεδόν εν μια νυκτί. Με το καλλιτεχνικό του όνομα, Good Job Nicky, έκανε το ντεμπούτο του με το single January 8th, που κυκλοφόρησε από την Cobalt Music, και αμέσως όλοι μιλούσαν για το νέο ανερχόμενο ταλέντο. Με αγγλικό στίχο και ένα look που παραπέμπει σε star quality, έφερε κάτι φρέσκο στο εγχώριο πεντάγραμμο, χωρίς να πατάει σε παλιές συνταγές. Λίγοι ήξεραν τότε ότι ο νέος αυτός ήχος ανήκε στον γιο του Γιάννη Πάριου και της Σοφίας Αλιμπέρτη. Τον συνάντησα στην παρουσίαση της σειράς «Τρομεροί γονείς» του Alpha, για την οποία υπογράφει τη μουσική. Μου άνοιξε την καρδιά του και μοιράστηκε μαζί μου τις σκέψεις του, αποκαλύπτοντας πώς η μουσική και η δημιουργία γίνονται για εκείνον τρόπος έκφρασης, πειραματισμού και προσωπικής ελευθερίας, αλλά και πηγή έμπνευσης για όλους όσοι τον ακολουθούν.

Ποια είναι η σύνδεσή σου με τη σειρά «Τρομεροί γονείς» του Alpha;

Γράψαμε τη μουσική. Μας προσέγγισε η παραγωγή το περασμένο καλοκαίρι και ήταν πολύ ευχάριστο αυτό. Είπαμε «ωραία είναι το mood, ωραία είναι το vibe» και φύγαμε! Η ηχογράφηση του τραγουδιού πραγματοποιήθηκε σε παραγωγή των Papatanice και δική μου και δημιουργήσαμε έναν ήχο ζεστό, σύγχρονο και άμεσα αναγνωρίσιμο. Τους στίχους τους υπογράφω εγώ. Η τελική ηχητική ταυτότητα του κομματιού ολοκληρώθηκε από τον Papatanice, ο οποίος ανέλαβε το mix και το master, προσδίδοντας καθαρότητα και κινηματογραφική αίσθηση στην παραγωγή.

Τι σας ενέπνευσε γι’ αυτό;

Ήμασταν ήδη σε πολύ δημιουργικό mood και γράφαμε παράλληλα τον δίσκο μας. Όλα προέκυψαν αυθόρμητα, εκμεταλλευτήκαμε το momentum και καταλήξαμε σε αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, όταν μας τηλεφώνησαν, κοιτάξαμε για δέκα λεπτά το script και το concept και μέσα σε περίπου σαράντα λεπτά είχαμε στείλει την πρώτη μας προσέγγιση.

Είχατε στείλει το κομμάτι μέσα σε σαράντα λεπτά;

Ναι, είχαμε μαζί μας μόνο μια κιθάρα. Αρχίζαμε παίζοντας και κάναμε δύο αυτοσχεδιασμούς πάνω στην κιθάρα, και έτσι το κομμάτι γράφτηκε ουσιαστικά σε πολύ λίγο χρόνο. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρχε τρομερή καλλιτεχνική χημεία μεταξύ μας, που έκανε όλη τη διαδικασία ακόμη πιο φυσική και γρήγορη.

Γενικά, οι πειραματισμοί σου αρέσουν;

Πάρα πολύ. Οφείλουμε, ως καλλιτέχνες, να αγγίζουμε τα πάντα, να εξερευνούμε κάθε καλλιτεχνική γωνία που υπάρχει.

Εκεί οφείλεται η επιτυχία σου;

Δεν ξέρω αν είναι μόνο αυτό. Αν θέλεις να το πεις επιτυχία, οφείλεται κυρίως στον κόσμο που με αποδέχεται όπως υπάρχω. Κάνω ό,τι νιώθω ότι είναι έκφραση και ελευθερία για μένα, για τους συνεργάτες μου, τους φίλους μου και την οικογένειά μου. Και το γεγονός ότι ο κόσμος ταυτίζεται με αυτό, αυτό με τιμάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Είναι σπουδαίο το ότι κατάφερες να ξεχωρίσεις από τον μπαμπά σου, Γιάννη Πάριο. Δηλαδή κάνεις ουσιαστικά μια καριέρα τελείως δική σου.

Ο καθένας κάνει τη δική του ζωή. Δόξα τω Θεώ, το σπίτι μου έχει πολύ αγάπη και ελευθερία. Οι γονείς μου είναι υπέροχοι άνθρωποι και μου επέτρεψαν να εξελιχθώ όπως ήθελα. Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο από μέρους τους, όπως δεν υπήρχε και από μένα.

Ποιο ήταν το πρώτο τηλεφώνημα που έκανες όταν έμαθες ότι είσαι ανάμεσα στους 28 καλλιτέχνες για την Eurovision 2026;

Το πρώτο τηλεφώνημα ήταν στον αδελφό μου, τον Μιχαήλ, και στη μητέρα μου, τη Σοφία Αλιμπέρτη. Γρήγορα το έμαθαν και ο πατέρας μου, Γιάννης Πάριος, μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια μου.

Πώς αισθάνεσαι που συμμετέχεις στη Eurovision και ποιο ρόλο παίζει ο πατέρας σου σε αυτό;

Κουβαλάω τον θρύλο του πατέρα μου. Θέλω κι εγώ να τιμήσω τη χώρα όπως την τίμησε εκείνος. Δεν θα έλεγα ότι κουβαλάω βάρος, αλλά είναι μια ωραία ευθύνη απέναντι στη μουσική, και μου αρέσει πολύ αυτό.

Ποια είναι η άποψή σου για το τραγούδι και την πιθανότητα να πετύχει στην Eurovision;

Το τραγούδι μιλά για τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού και για έρωτες που θέλουν ταχύτητα. Αν είσαι ερωτευμένος με κάποιον ή κάποια, δεν θέλει χρόνο, θέλει ταχύτητα. Πρέπει να πέσεις με τα μούτρα. Αν πάει στην Eurovision, πιστεύω ότι μπορεί να βγει πρώτο.

Πώς ήταν η σχέση σου με τη μητέρα σου όταν ήσουν μικρός;

Είχα πολλή ανεξαρτησία από τη μεριά της μητέρας μου, αλλά υπήρχε σεβασμός και κατανόηση και από τις δύο πλευρές. Είχαμε θέσει τα όρια μας και τα σεβόμασταν. Η μητέρα μου ήταν πάντα εκεί για μένα, πρόθυμη να ακούσει οτιδήποτε και ακόμα είναι. Είναι εξαιρετική ακροάτρια και με βοήθησε να λύσω ό,τι με απασχολούσε. Κατάφερε να μου εμφυσήσει μαθήματα ζωής με έναν τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε πώς να τα μεταδώσει. Γενικά, ξέρει να με χειρίζεται με τον καλύτερο τρόπο.

Ποια είναι η συμβουλή που σου έχει δώσει ο πατέρας σου, Γιάννης Πάριος;

Θα σου μιλήσω για τον πατέρα μου, κι όχι για τον Γιάννη Πάριο. Έχουμε μεγαλώσει μες στα τραγούδια, με τα νησιώτικα έχουμε δεσμό λόγω της υπόσχεσης στον παππού. Η συμβουλή του πατέρα μου είναι το «σιγανά και ταπεινά, πατώ στη γη». Και οι δύο γονείς μας μας μεγάλωσαν με ειλικρίνεια και αγάπη.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη μουσική;

Είχα πάντοτε μια έμφυτη περιέργεια για τη μουσική. Ένας πολύ καλός μου φίλος με φώναζε «πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη», γιατί ήμουν πολύ ενεργητικός σαν άνθρωπος και ακόμα είμαι. Ό,τι προσπαθώ να κάνω, θέλω να το κάνω καλά και σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, είτε είναι μπάσκετ, ποδόσφαιρο είτε τώρα η μουσική.

Ήξερες από μικρός ποιο θα ήταν το μέλλον σου;

Δεν ήξερα ποιο θα ήταν το focus μου μεγαλώνοντας, αλλά ήξερα ότι ήμουν, ας πούμε, χαρισματικός. Η μουσική ήταν, ωστόσο, το μόνο πράγμα που αφύπνισε και άλλα στοιχεία του χαρακτήρα μου και με έκανε να συνειδητοποιήσω το δυναμικό μου.

Πώς προέκυψε το καλλιτεχνικό σου όνομα, Good Job Nicky;

Το good job nicky προέκυψε επειδή πιστεύω ότι, όντως, κάνω «καλή δουλειά». Το λέω με σεβασμό και χωρίς να σημαίνει ότι έχω καβαλήσει το καλάμι. Έχω περάσει πάρα πολλά, και κάθε άνθρωπος μπορεί να έχει ήδη διαμορφώσει μια αντίληψη για μένα με βάση το οικογενειακό μου background. Αλλά πραγματικά, έχω ξεπεράσει πολλές δυσκολίες για να φτάσω εδώ που είμαι. Δεν πρόκειται για υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων μου· απλά συνειδητοποιώ ότι I am doing a good job.

Τι θέλεις να περάσεις μέσα από τα τραγούδια σου;

Στα τραγούδια μου γράφω για όλους. Η απόλυτη ευθύνη ενός καλλιτέχνη είναι να παρουσιάσει κάθε πτυχή μιας πληροφορίας ή ενός συναισθήματος που μπορεί να συναντήσει εκεί έξω. Απευθύνομαι σε όλους, γιατί όλοι απευθύνονται σε μένα και αποτελούν πηγή έμπνευσης. Αυτό που γράφω δεν είναι απλά για μένα ή για τις δικές μου εμπειρίες· θέλω να αγγίξει και να ταυτιστεί ο κόσμος με αυτά που λέω.

 

 

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ