Αποκλειστική συνέντευξη! Ματθαίος Γιαννούλης: «Είχα κάνει δύο γάμους και δεν κράτησαν, με την Αρετή βρήκα το λιμάνι μου»

Από τον Παναγιώτη Βαζαίο

Με πολυετή παρουσία, έχει καταφέρει να αφήσει ανεξίτηλο στίγμα μέσα από τη φωνή του, τις ερμηνείες του και την αφοσίωσή του στο νησιώτικο και λαϊκό τραγούδι. Η πορεία του χαρακτηρίζεται από συνέπεια, δημιουργικότητα και σεβασμό προς την παράδοση, ενώ η συνεργασία του με κορυφαίους καλλιτέχνες έχει αναδείξει την ικανότητά του να συνδυάζει κλασικά και σύγχρονα στοιχεία. Ο Ματθαίος Γιαννούλης δεν είναι απλώς τραγουδιστής· είναι ένας πραγματικός δημιουργός που αγαπά βαθιά τη μουσική και τον κόσμο της. Ανοίγει την καρδιά του στο Λοιπόν και μας αποκαλύπτει τα πάντα για τη ζωή του και την υπέροχη καριέρα του.

Ποια ήταν η διαδικασία προώθησης της μουσικής σου στα πρώτα σου χρόνια; Σκέφτηκες ποτέ να αλλάξεις ύφος μουσικής;

Κοίταξε, τα παλιά χρόνια τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τότε κάναμε δίσκο βασικά, ξεκινήσαμε με κασέτα, όταν ήμουν στην Columbia. Σιγά-σιγά περάσαμε στη δισκογραφία, μετά στον δίσκο και αργότερα στο CD. Όταν πρωτοήρθε το CD, έμοιαζε κάτι εντελώς καινούργιο, σχεδόν… σμαραγδένιο. Εκείνη την εποχή γράφαμε δώδεκα-δεκατρία τραγούδια σε κάθε δουλειά και έπρεπε να τα ψάξουμε όλα από την αρχή. Φαντάσου ότι στην πρώτη μου κασέτα φόρτωσα ένα κουτί με εκατό κασέτες, πήρα το λεωφορείο και γύρισα όλη την Ελλάδα. Πήγαινα, για παράδειγμα, στη Λαμία χωρίς καν να ξέρω πού είναι. Έπαιρνα απλώς το λεωφορείο, έφτανα εκεί και ρωτούσα τον κόσμο: «Ξέρετε μήπως πού υπάρχει εδώ κάποιο ραδιόφωνο;». Έτσι γύρισα όλη την Ελλάδα, ψάχνοντας ραδιοφωνικούς σταθμούς και μοιράζοντας την κασέτα μου.

Ήξερες από πάντα ότι αυτό ήθελες να κάνεις; Δηλαδή, ήταν το όνειρό σου από παιδί; Το κατάλαβες από πολύ μικρός;

Οι εκθέσεις μου, όταν ήμουν στο δημοτικό, έξι ή επτά χρονών, βραβεύονταν ανάλογα με την ποιότητά τους. Σε όλο το δημοτικό έπαιρνα πάντα το πρώτο βραβείο, γιατί όλες μου οι εκθέσεις ήταν γραμμένες σαν ποιήματα. Δεν έγραψα ποτέ μια «απλή» έκθεση, όλες ήταν ποιήματα.

Πότε ήρθε η πρώτη σου μεγάλη επιτυχία, εκεί που ο κόσμος άρχισε να σε γνωρίζει και να σε αναγνωρίζει στον χώρο;

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε όταν σκέφτηκα πώς θα βάλω ένα «πρόστυχο» τραγούδι στη δισκογραφία της Ελλάδας. Τότε υπήρχε λογοκρισία, τα τραγούδια περνούσαν από το Υπουργείο Εσωτερικών για έγκριση. Δεν υπήρχε κάποιο τραγούδι πραγματικά πρόστυχο, αλλά εγώ είχα καταλάβει ότι τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν. Έκανα λοιπόν το πρώτο βήμα και έβαλα το τραγούδι στη δισκογραφία. Το τραγούδι ήταν το «Έλα να κάνουμε έρωτα». Το Υπουργείο Εσωτερικών όμως μου απαγόρευσε να το κυκλοφορήσω και δεν έδινε έγκριση. Η εταιρεία μου τότε, αν το έβλεπε, δεν θα με άφηνε να το πω. Έτσι, το έκρυψα από την εταιρεία, πήρα το χαρτί από το γραφείο του παραγωγού, έκανα μικρές αλλαγές στο τραγούδι, το έγραψα ως «Έλα, κρυφέ μου έρωτα…», αλλά το τραγουδούσα κανονικά «Έλα να κάνουμε έρωτα…» γιατί ήξερα ότι θα περάσει. Τελικά, ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη εναντίον μου, αλλά αυτό ήταν το σημείο που ο κόσμος άρχισε να με μαθαίνει.

Τελικά πως κατάφερες να το περάσεις το τραγούδι και να μην αντιμετωπίσεις κάποια ποινή;

Τότε αντιμετώπιζα μεγάλο ρίσκο, γιατί υπήρχαν εταιρείες και νομικά ζητήματα γύρω από το τραγούδι μου. Η εταιρεία μου θα με κυνηγούσε και θα μπορούσα να αντιμετωπίσω μεγάλη ποινή. Ευτυχώς, πριν γίνει το δικαστήριο, βγήκε ένα τραγούδι του Βοσκόπουλου τότε το «Να κάνουμε έναν έρωτα όλο τρέλα». Επειδή δεν μπορούσαν να κυνηγήσουν τον Βοσκόπουλο, αναγκαστικά κέρδισα κι εγώ και έτσι το τραγούδι πέρασε. Ήταν το σημείο-κλειδί για την καριέρα μου. Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία, ειδικά στα νησιά. Ακολούθησε το πρώτο μεγάλο σουξέ μου, το «Πάμε για καφέ σε κάποια παραλία», το οποίο έβγαλε τον ξένο ήχο από τα κλαμπ και έβαλε τον νησιώτικο ήχο στην πρώτη γραμμή. Ήμουν μόλις 25-26 χρονών τότε. Στη συνέχεια ξεκίνησαν και άλλα τραγούδια μου να γίνονται επιτυχίες.

Είσαι ένας από τους καλλιτέχνες που πρόλαβαν τα μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά. Έχεις δηλώσει ότι έχεις εισπράξει ακόμα και δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ για μία εμφάνιση. Ισχύει αυτό;

Κοίταξε, ναι, πρόλαβα εκείνη την εποχή. Και ναι, μιλάμε για αμοιβές για μία εμφάνιση. Έχω πάει σε μαγαζί πενήντα φορές και ποτέ δεν ήμουν ο καλλιτέχνης που θα απετούσε από το μαγαζί λέγοντας «δώσε μου λεφτά». Ήμουν πάντα ο καλλιτέχνης που έφερνε κόσμο, οπότε έπρεπε να πληρωθώ ανάλογα.

Σήμερα ισχύουν ακόμα αυτά τα υψηλά νυχτοκάματα για κάποιους καλλιτέχνες ή έχουν αλλάξει τα πράγματα;

Όχι, πλέον δεν υπάρχουν αυτά τα μεροκάματα και καλώς δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν, οι τιμές θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά υψηλές, και δυστυχώς ο κόσμος δεν μπορεί πια να τις αντέξει. Υπάρχουν όμως κάποια μαγαζιά που έχουν γίνει πολύ ακριβά, οπότε σε κάποιες περιπτώσεις τα ποσά παραμένουν υψηλά, αλλά δεν είναι πια ο κανόνας όπως παλιά.

Στην Άννα Βίσση όμως υπάρχουν τραπέζια που μπορεί να χρεώνουν και πέντε χιλιάδες ευρώ;

Η Άννα Βίσση όμως είναι μία. Όπως και ο Πάριος ή ο Βοσκόπουλος ήταν μοναδικοί στην εποχή τους. Τώρα δεν υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις γενικά. Κατά την άποψή μου, η Άννα Βίσση και ο Λευτέρης Πανταζής ήταν οι τέσσερις μεγάλοι Έλληνες καλλιτέχνες εκείνης της περιόδου. Οπότε, αν ξαναβγεί κάποια σαν την Άννα Βίσση, δικαιωματικά θα παίρνει τα χρήματα που αναλογούν στην αξία της.

Αν σου γινόταν τώρα μια πρόταση από την Άννα Βίσση να συνεργαστείτε, ποια θα ήταν η αντίδρασή σου;

Πριν από χρόνια, μου είχε κάνει πρόταση ο Βοσκόπουλος να συνεργαστώ, και αυτό για μένα ήταν ένα πολύ μεγαλύτερο όνομα από την Άννα Βίσση εκείνη τη στιγμή. Οπότε, έχω ήδη ζήσει αυτή τη χαρά. Τώρα, θα ήμουν φυσικά υπερήφανος για μια συνεργασία με τη Βίσση, όχι για μένα προσωπικά, αλλά γιατί θα υπήρχε το νησιώτικο κοντά στη Βίσση. Γιατί πάνω απ’ όλα με νοιάζει το νησιώτικο και μετά ο καλλιτέχνης. Πρώτα απ’ όλα με νοιάζει η μουσική και η παράδοση.

Ήσουν από τους καλλιτέχνες που μάζευες χρήματα;

Ήμουν από τους καλλιτέχνες που δούλευαν τη νύχτα σε τρία μαγαζιά. Δούλευα, για παράδειγμα, τρία βράδια σε διαφορετικά μαγαζιά. Δεν ήταν όπως σήμερα. Επιπλέον, πριν πάμε στο μαγαζί, εκείνα τα χρόνια γυρνούσαμε πολλά μαγαζιά και αφήναμε χρήματα, ξοδεύαμε δηλαδή. Είχαμε μάθει αλλιώς. Στην ουσία, θεωρώ δάσκαλό μου σε αυτό τον χώρο τον Λευτέρη Πανταζή, που με καθοδήγησε σε πολλά.

Αναφέρεσαι συνέχεια στον Λευτέρη Πανταζή. Τον εκτιμάς πολύ, σωστά;

Ναι, ναι. Τον θεωρώ δάσκαλό μου. Μου έμαθε πολλά: πώς να τραγουδάω, πώς να φέρομαι, πώς να σκέφτομαι και να σέβομαι τους γύρω μου. Μου είχε πει κάποτε ότι εμείς οι καλλιτέχνες, το ότι παίρνουμε, ας πούμε, εκατό δραχμές μεροκάματο, δεν σημαίνει ότι αξίζουμε εκατό δραχμές. Τις εκατό δραχμές τις παίρνουμε για να δώσουμε είκοσι στο σπίτι μας, τριάντα για διαφήμιση στη δουλειά μας και πενήντα για δημόσιες σχέσεις. Πάντα ήταν έτσι ο Πανταζής. Όταν δουλεύαμε μαζί στο «Όπερα», ήμουν ο πρώτος που έφτανα στο μαγαζί και ποτέ δεν υπήρχε περίπτωση να μην είναι εκεί. Στην είσοδο χαιρετούσε όλους, τους καλωσόριζε, και ποτέ δεν παραμελούσε το καμαρίνι του. Και μάλιστα έχει κάνει και χειρουργείο στα πόδια από την ορθοστασία, γιατί δούλευε τόσο πολύ.

Με όλα αυτά που ακούμε για τον χώρο της νύχτας, ουσίες, όπλα, περίεργες φυσιογνωμίες, το έχεις αντιμετωπίσει στην πορεία σου μέχρι σήμερα;

Επειδή ζω και τη μέρα και τη νύχτα, πιο πολλά βλέπω την ημέρα. Οτιδήποτε παράνομο στην Ελλάδα κυκλοφορεί την ημέρα και το βλέπουμε. Τη νύχτα, εντάξει, έχεις να κάνεις με τα ποτά και το αλκοόλ, δεν είμαστε στην εκκλησία, είναι διασκέδαση. Πρέπει να γίνεις ένα με τον κόσμο. Βέβαια, δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με όλα, αλλά το θέμα είναι ότι παντού υπάρχουν τα πάντα. Το σημαντικό είναι να μπορείς να τα αντιμετωπίζεις, να τα προσπερνάς και να μην ενδίδεις στους πειρασμούς.

Είσαι δεκατρία χρόνια παντρεμένος με την Αρετή. Πόσο εύκολο είναι να κρατήσει ένας γάμος στις μέρες μας, και ειδικά ο γάμος ενός τραγουδιστή; Στον χώρο σας βλέπουμε ότι τα διαζύγια είναι πολύ συχνά…

Εύκολο είναι να διατηρηθεί ένας γάμος όταν υπάρχει αγάπη, κατανόηση και σεβασμός και φυσικά όταν δε ζηλεύει η γυναίκα. Θα σου απαντήσω ειλικρινά, όπως πάντα: είχα κάνει δύο γάμους πριν και δεν κράτησαν, γιατί τότε δεν ήμουν πιστός. Πάντα ήμουν γυναικάς, λάτρευα τη γυναίκα μου, τραγουδούσα για αυτήν και ζούσα για αυτήν, αλλά μου άρεσε να έχω πολλές γυναίκες. Όταν όμως γνώρισα τη γυναίκα μου, την Αρετή, τα είχα ζήσει όλα και αποφάσισα ότι αυτή η γυναίκα θα μείνει στο σπίτι μου. Από τότε είμαι πιστός, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Αυτό είναι το μυστικό: αγάπη, σεβασμός και αφοσίωση.

Ήταν η στιγμή που είπες «φτάνει πια, θέλω να βρω το λιμάνι μου»;

Ναι, φυσικά. Υπάρχει μια στιγμή που θέλω να ηρεμήσω, να βρω το λιμάνι μου. Αν δεν ήταν η γυναίκα μου να μου λέει «πήγαινε να τραγουδήσεις», δεν θα τραγουδούσα καν, θα είχα σταματήσει. Το μόνο που με κάνει να συνεχίσω είναι η συμβουλή της ή η χαρά των παιδιών μου. Μου λείπει ο κόσμος, γι’ αυτό συνεχίζω, αλλά στην ουσία μ’ αρέσει να είμαι στο στούντιο, να δημιουργώ, να κάνω μουσική.

Το μυστικό για τον δικό σου γάμο που κράτησε στα χρόνια ποιο είναι τελικά;

Το μυστικό είναι να είσαι ο εαυτός σου, αληθινός. Να κάνεις τον άνθρωπό σου να θέλει να μείνει, όχι απλώς να σου έχει εμπιστοσύνη. Να υπάρχει ελευθερία, αλλά χωρίς να την κάνεις να νιώσει άσχημα ή μειονεκτικά. Το σημαντικό είναι να μην ζηλεύεις τη σύζυγο. Πολλές φορές αντιδρούσα άσχημα στην αρχή, γιατί δεν την ήξερα καλά, ήμουν έξω με φίλους και έκανα λάθη. Αργότερα κατάλαβα ότι πρέπει να σέβεσαι τον άνθρωπό σου και να αφήνεις χώρο για να υπάρχει εμπιστοσύνη και ασφάλεια.

Η μεταμόρφωση σου πώς έγινε; Πώς κατάφερες να χάσεις 30 κιλά;

Έκλεισα το στόμα μου, κυριολεκτικά. Ποτό δεν υπάρχει, δεν πίνω, τώρα πίνουμε μόνο κρασάκι. Κάνω και κάποιες αθλητικές δραστηριότητες όσο μπορώ. Πήγα στον γιατρό και έκανα όλες τις ιατρικές εξετάσεις, για να έχω τον έλεγχο στα πάντα. Δεν χρησιμοποίησα άλλες διαδικασίες, ούτε αισθητικές παρεμβάσεις, ούτε ενέσεις. Απλώς σκέφτηκα ότι μεγάλωνα, ήμουν 60 χρονών και η γυναίκα μου 50, δεν ήθελα να χάσω τη σχέση μου. Έτσι, αποφάσισα να αδυνατίσω για μένα και για τη σχέση μου. Τώρα έχω φέρει το σώμα μου στα μέτρα μου και νιώθω καλά.

Που μπορεί ο κόσμος να σε απολαύσει αυτόν τον καιρό;

Τώρα βρίσκομαι στο «Καμπάνα Live Stage», κάθε Κυριακή, επαναφέροντας τον νησιώτικο τραγούδι μετά από 20 χρόνια που το είχαμε αφήσει μαζί με τον συνεργάτη μου τότε, τον Λευτέρη Βαζαίο. Συνεργάζομαι ξανά με υπέροχους καλλιτέχνες όπως ο Πολυχρόνης Κορρές, η Λέτα Κορρέ, ο Μάκης Ψαραδέλης, ο Μιχάλης Κονιτόπουλος και άλλους. Πριν μια βδομάδα κυκλοφόρησε το τελευταίο μου τραγούδι, «Μάνα μεγάλωσα», ένα βιωματικό τραγούδι που έγραψα αποκλειστικά για μένα. Είναι για όλα όσα έχω κάνει, δώσει και προσφέρει, αλλά και για την αχαριστία που έχω συναντήσει. Οι μοναδικοί καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκα και δεν εισέπραξα αχαριστία στιχουργικά ήταν η Μαρία Νομικού και ο Λευτέρης Πανταζής. Από όλους τους άλλους υπήρξε αχαριστία.

Ποια ήταν η πιο μεγάλη πληγή της καριέρας σου, η στιγμή που λύγισες πραγματικά;

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν έπαθα έμφραγμα στα 38 μου. Το έπαθα έξω από το νοσοκομείο, αλλά ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Ήταν κάτι ελαφρύ, είχα καλούς γιατρούς και ήμουν ακόμα νέος, 38 χρονών. Ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το τραγούδι «Αγαπώ μια πιτσιρίκα» και είχα πολύ άγχος.

Με τον Λευτέρη Βαζαίο ο κόσμος σας είχε ταυτίσει μαζί. Τι συναισθήματα σου άφησε η συνεργασία σας;

Η συνεργασία αυτή κράτησε επτά χρόνια και με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά πρόσφερε πολλά στο νησιώτικο τραγούδι και το έκανε να ξεχωρίσει στην ελληνική δισκογραφία. Ήταν μια συνεργασία που άφησε και καλά και κακά, αλλά είχε μεγάλη σημασία για την πορεία μου.

Υπήρξε κάτι προσωπικό μεταξύ σας που οδήγησε στο τέλος της συνεργασίας σας, ή υπήρξαν άλλοι λόγοι;

Ναι, υπήρχαν κάποιες διαφορές στην αρχή, αλλά τελικά ξεχάστηκαν. Στην αρχή κρατούσαμε τα κακά και θυμόμασταν τα πολλά, αλλά τώρα που μεγαλώσαμε και οι δύο, εγώ λίγο περισσότερο, γιατί τον περνάω πέντε χρόνια, κρατάμε μόνο τα καλά που αφήσαμε και που μας έδωσε αυτός ο χώρος. Οπότε, αν προκύψει ξανά κάποια συνεργασία, θα είναι μόνο με τα καλά της σχέσης μας.

Θα ήσουν ανοιχτός σε μια πιθανή συνεργασία με τον Λευτέρη Βαζαίο;

Όχι, έχει τελειώσει. Αυτό το «έργο» έχει ολοκληρωθεί. Από τις παλιές μου συνεργασίες, η μόνη που κρατάω είναι η Μαρία Νομικού. Και όταν λέω κανένας άλλος, εννοώ πραγματικά κανένας άλλος.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ