Ο Χρήστος Πανόπουλος με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων «Έξοδος 11» από τις Εκδόσεις Μωραΐτης, μιλά μαζί μας αποκαλύπτοντας ότι η έξοδος δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη φυγή. Μπορεί να είναι δρόμος, ανάμνηση, εσωτερική μετατόπιση ή η ύστατη προσπάθεια ενός ανθρώπου να συμφιλιωθεί με όσα δεν μπορεί να ελέγξει. Το έργο έχει τιμηθεί με το Α΄ Βραβείο Διηγήματος «Ασημένια Σελίδα IV».
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Στη «Λάσπη, ή το τέλος του κόσμου» η αναμονή μιας παγκόσμιας καταστροφής συναντά την προσωπική απώλεια, ενώ στον «Νότο» ο δρόμος γίνεται πεδίο αναζήτησης και αβεβαιότητας. Στο ομώνυμο διήγημα ένας άνθρωπος βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στην ακινησία του σώματος και στην αδιάκοπη κίνηση της σκέψης, ενώ στο «Sunset in Wonderland» μια νυχτερινή έξοδος μετατοπίζεται σταδιακά από το οικείο προς το αλλόκοτο.
Με διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, έντονη οπτική γραφή και αναφορές στη μουσική, στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία, ο συγγραφέας δημιουργεί τέσσερις ξεχωριστούς κόσμους. Κοινός τόπος τους είναι οι άνθρωποι που φτάνουν σε ένα όριο και καλούνται να αναμετρηθούν με τη μνήμη, τη μοναξιά, τη θνητότητα και την ανάγκη να συνεχίσουν.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Οι τέσσερις ιστορίες εκτυλίσσονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, αλλά όλες φέρνουν τους ήρωές τους μπροστά σε ένα κρίσιμο όριο. Ποιο διήγημα γεννήθηκε πρώτο και πότε αντιληφθήκατε ότι αυτές οι διαφορετικές αφηγήσεις ανήκαν στην ίδια συλλογή;
Χ.Π.: Πρώτη ήρθε η «Λάσπη, ή το τέλος του κόσμου» και ήταν κατά κάποιον τρόπο σαν να άνοιξε ένα φράγμα μέσα μου απ’ όπου ξεχύθηκαν και οι υπόλοιπες. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι δεν έγραφα μεμονωμένες ιστορίες αλλά τα μέρη μιας συλλογής, παρ’ όλο που αυτό δεν καθόρισε -συνειδητά τουλάχιστον- την πορεία που εκείνες πήραν.
Στη «Λάσπη, ή το τέλος του κόσμου» η επικείμενη καταστροφή συνυπάρχει με τον βαθιά προσωπικό απολογισμό μιας γυναίκας που απευθύνεται σε ένα απόν πρόσωπο. Γιατί επιλέξατε την εξομολογητική αυτή φωνή και τι σας ενδιέφερε περισσότερο: το τέλος του κόσμου ή το τέλος ενός προσωπικού κόσμου;
Χ.Π.: Η αρχική ιδέα γεννήθηκε λίγο πριν τον θάνατο το πατέρα μου, όταν έπιασα τον εαυτό μου να φαντάζεται πώς θα βίωνε η μητέρα μου την, ακόμα ενδεχόμενη τότε, απώλεια. Συνεπώς ένιωσα πως, για να γράψω αυτή την ιστορία έπρεπε να μπω στα παπούτσια της ηρωίδας και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για αυτό από την πρωτοπρόσωπη, εξομολογητική αφήγηση. Όσο για τα δύο είδη τέλους που θίγεται, νομίζω πως τελικά αυτά ταυτίζονται στην περιορισμένη οπτική που μας παρέχεται από το εγώ μας. Ναι, υπάρχει ενσυναίσθηση, αγάπη, έγνοια για τον πλησίον, όμως τελικά ακόμα και σε ένα θεωρητικό τέλος του κόσμου ο καθένας θα βίωνε το δικό του προσωπικό τέλος. Όπως λένε στην Αμερική, ζούμε μαζί μα πεθαίνουμε μόνοι. Σε κάθε περίπτωση, καθώς έγραφα την ιστορία, ένιωθα υποχρεωμένος να μιλήσω για το τέλος του προσωπικού κόσμου της ηρωίδας. Της το χρωστούσα τρόπον τινά.
Στον «Νότο» ο πρωταγωνιστής παραμένει «Εκείνος», ενώ η Mustang του 1973, η Polaroid και ο ανοιχτός δρόμος αποκτούν σχεδόν τη δική τους παρουσία. Τι σας προσέφερε αφηγηματικά η ανωνυμία του ήρωα και τι συμβολίζει για εσάς ο Νότος: προορισμό, ελευθερία ή φυγή;
Χ.Π.: Ο πρωταγωνιστής όντως είναι «Εκείνος», όπως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και «Εκείνη». Στον τόπο όπου έχει βρεθεί δεν έχει μαζί του αποσκευές. Όνομα, παρελθόν, μνήμη. Αυτά, μεταξύ άλλων, ψάχνει να βρει. Στον Νότο δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος, αλλά όλοι και όλες μας, διότι ο Νότος για μένα δεν είναι ούτε προορισμός ούτε αφετηρία. Είναι ένας μεταιχμιακός τόπος, μια μεταβατική κατάσταση αν προτιμάτε, όπου καλούμαστε να κάνουμε μια τελευταία αναδρομή όχι προς τα πίσω αλλά προς τα μέσα, αν μου επιτρέπεται αυτή η αυθαιρεσία. Και πάντα σε αυτού του είδους τις αναδρομές μάς συνοδεύουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα και οι κρυφοί μας πόθοι, σαν σύντροφοι, σαν αυτόνομοι χαρακτήρες θα έλεγα.
Στο «Έξοδος 11» ο Φώτης αδυνατεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του, αλλά ο εσωτερικός του κόσμος παραμένει γεμάτος μνήμες, λέξεις και εικόνες. Πώς προσεγγίσατε τη συνείδηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στο σώμα του και ποιον ρόλο διαδραματίζουν τα σταυρόλεξα στην προσπάθειά του να διατηρήσει την επαφή του με τον εαυτό του;
Χ.Π.: Το συγκεκριμένο διήγημα είναι το μόνο αμιγώς αυτοβιογραφικό της συλλογής. Ουσιαστικά αφηγούμαι τις τελευταίες μέρες του πατέρα μου μέσα από τη δική του οπτική γωνία. Σίγουρα πήρα ελευθερίες καθώς δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να είμαι μέσα στις σκέψεις του, όμως ταυτίστηκα μαζί του όσο περισσότερο μπορούσα προκειμένου να μείνω με σεβασμό όσο πιο πιστός μπορούσα στο πώς εγώ φανταζόμουν ότι βίωσε την περιπέτεια που έμελλε να είναι η τελευταία του. Τα σταυρόλεξα ήταν μια αγαπημένη του συνήθεια στον ελεύθερο χρόνο του και μια από τις πιο έντονες εικόνες που έχω από εκείνον είναι να κάθεται με το στιλό στο χέρι και ένα σταυρόλεξο ανοιχτό μπροστά του. Μάλλον στην ιστορία το σταυρόλεξο λειτούργησε ως ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και το σπίτι. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στη φυλακή του κρεβατιού της κλινικής και την ελευθερία. Ήταν ένα σύμβολο του πραγματικού, υγιούς εαυτού του.
Στο «Sunset in Wonderland» μια φαινομενικά συνηθισμένη νυχτερινή έξοδος στο Finnegan’s Wake αρχίζει να αφαιρεί τη σταθερότητα από την πραγματικότητα του ήρωα. Πώς δουλέψατε τη μετάβαση από το καθημερινό στο ανοίκειο και γιατί επιλέξατε έναν αγγλικό τίτλο για τη συγκεκριμένη ιστορία;
X.Π. To «Sunset in Wonderland» ξεκίνησε εν μέρει ως μια άσκηση ύφους, ένα πείραμα αν θέλετε. Εμπνευσμένος από τον David Mitchell, θέλησα να δώσω ένα χιουμοριστικό ύφος στην ιστορία, στην αρχή τουλάχιστον, με αναφορές και στη Βρετανική λογοτεχνία. Έτσι θεώρησα ότι θα λειτουργούσε και ο αγγλικός τίτλος. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησης, στην ιστορία αυτή παρακολουθούμε μια προβολή των εσωτερικών διεργασιών του κεντρικού χαρακτήρα στην αντικειμενική πραγματικότητα. Κατά τη διάρκεια μιας εσωτερικής αλλαγής, η εσωτερική μας πραγματικότητα αποσταθεροποιείται. Αν βιώναμε αυτή την αλλαγή συνειδητά, θα ήταν σαν οι κανόνες ξαφνικά να άλλαξαν και θα προσπαθούσαμε να βγάλουμε νόημα από πράγματα ακατανόητα. Μαθαίνουμε να ζούμε με τα τραύματά μας και όταν ξαφνικά κάποιο από αυτά θεραπεύεται, τα δεδομένα αλλάζουν, μια μεγάλη αλλαγή συντελείται και εμείς καλούμαστε να συνηθίσουμε στις νέες αυτές συνθήκες. Κάτι σαν αυτό που συμβαίνει στον ήρωα δηλαδή.
Χρήστος Πανόπουλος: Τέσσερις ιστορίες για ανθρώπους που αναζητούν τη δική τους έξοδο από την απώλεια, τον φόβο και την απομόνωση.
Ο τίτλος «Έξοδος 11» ανήκει σε ένα συγκεκριμένο διήγημα, αλλά τελικά στεγάζει ολόκληρη τη συλλογή. Τι περιλαμβάνει για εσάς η έννοια της «εξόδου» και με ποιον τρόπο συνδέει χαρακτήρες που αναζητούν διαφορετικές μορφές διαφυγής, επιστροφής ή λύτρωσης;
Χ.Π.: Μια έξοδος μπορεί να είναι πολλά πράγματα. Μπορεί να έχει θετική, αρνητική ή ουδέτερη χροιά. Μπορεί να βγάζει σε κάτι καλύτερο, σε κάτι χειρότερο ή απλώς σε κάτι άλλο. Σε κάθε ένα από τα τέσσερα διηγήματα υπάρχει μια έξοδος διαφορετικής φύσης σε κάθε περίπτωση με ένα κοινό, ωστόσο, χαρακτηριστικό: καμιά τους δεν επιλέγεται (εντελώς) συνειδητά από τους ήρωες. Και αυτό είναι, θεωρώ, που συνδέει τους χαρακτήρες μεταξύ τους αλλά και με εμάς.
Πιστεύετε ότι η δύναμη του διηγήματος, ιδιαίτερα όταν κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο αλλόκοτο, μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης αντιμετωπίζει την απώλεια, τον φόβο και τη θνητότητα; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Χ.Π.: Υπάρχει αναμφισβήτητα δύναμη στις ιστορίες. Ωστόσο καμιά ιστορία δεν μπορεί από μόνη της να μας αλλάξει. Χρειάζεται να είμαστε ανοιχτοί και ανοιχτές στην αλλαγή γιατί πάντα το τελικό -και μεγάλο- βήμα εμείς καλούμαστε να το κάνουμε με τις δικές μας δυνάμεις, το δικό μας κουράγιο και, εντέλει, τη δική μας ευθύνη. Οι ιστορίες τρέφουν το πνεύμα. Το τι θα κάνουμε με αυτό όμως επαφίεται σε εμάς και μόνο σε εμάς.










