Νέα δεδομένα προκύπτουν στην υπόθεση της δολοφονίας του ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου, μετά τη σύλληψη του 28χρονου υπηκόου Αιγύπτου, ο οποίος κατηγορείται για το έγκλημα και, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, φέρεται να έχει παραδεχθεί την εμπλοκή του.
Παρά τη σύλληψή του, οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών συνεχίζουν να εξετάζουν κάθε πτυχή της υπόθεσης, επιχειρώντας να εξακριβώσουν εάν όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος συμφωνούν με τα εγκληματολογικά και ιατροδικαστικά ευρήματα, αλλά και ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο της δολοφονίας.

Η γνωριμία και οι τελευταίες ώρες πριν από το έγκλημα
Από τα στοιχεία της μέχρι τώρα έρευνας προκύπτει ότι ο Σταύρος Γεωργίου και ο 28χρονος δεν είχαν επαγγελματική σχέση. Οι δύο άνδρες φέρεται να γνωρίστηκαν μέσω κοινών γνωστών και το μοιραίο βράδυ είχαν βρεθεί μαζί για διασκέδαση.
Σύμφωνα με την κατάθεση του κατηγορούμενου, μετά την έξοδό τους ο 73χρονος προσφέρθηκε να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητό του. Ωστόσο, πριν ολοκληρωθεί η διαδρομή, οι δύο άνδρες κατευθύνθηκαν στο δικηγορικό γραφείο του ποινικολόγου, όπου ακολούθησαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην τραγωδία.
Ο 28χρονος ισχυρίζεται ότι εκεί ξέσπασε έντονος διαπληκτισμός, ο οποίος εξελίχθηκε σε βίαιη συμπλοκή. Κατά την απολογία του φέρεται να παραδέχθηκε ότι χτύπησε επανειλημμένα τον Σταύρο Γεωργίου, προκαλώντας του τα τραύματα που αποδείχθηκαν μοιραία.
Οι Αρχές, ωστόσο, εξακολουθούν να εξετάζουν αν η περιγραφή του ανταποκρίνεται πλήρως στα ευρήματα της έρευνας και αν υπάρχουν ακόμη άγνωστες πτυχές της υπόθεσης.
Τι υποστήριξε για το λάπτοπ και τα προσωπικά αντικείμενα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα φέρεται να κατέθεσε για τα αντικείμενα του θύματος. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν αφαίρεσε το κινητό τηλέφωνο, το πορτοφόλι ή τα χρήματα του ποινικολόγου, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να παρέμειναν στο γραφείο.

Αντίθετα, παραδέχθηκε πως πήρε μαζί του τον φορητό υπολογιστή του 73χρονου, ο οποίος μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί. Οι αστυνομικοί ερευνούν εάν αφαιρέθηκαν και άλλα αντικείμενα από τον χώρο και αν κάποια από αυτά μεταπωλήθηκαν μετά το έγκλημα.
Το μοιραίο λάθος που οδήγησε στη σύλληψη
Η εξιχνίαση της υπόθεσης βασίστηκε σε συνδυασμό στοιχείων που συγκέντρωσε το Τμήμα Ανθρωποκτονιών. Βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας κατέγραψε τις κινήσεις του υπόπτου στην περιοχή, ενώ τα αποτυπώματα που εντοπίστηκαν μέσα στο γραφείο επιβεβαίωσαν την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος.

Ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων αποδείχθηκε καθοριστικός, καθώς επέτρεψε στους αστυνομικούς να ταυτοποιήσουν τον 28χρονο και να τον εντοπίσουν στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, επί της οδού Αχαρνών, όπου συνελήφθη χωρίς να προβάλει αντίσταση.
Κατά τη σύλληψή του διαπιστώθηκε επίσης ότι έφερε τραύμα στο χέρι, εύρημα που εξετάζεται στο πλαίσιο της προανάκρισης.
Το παρελθόν του κατηγορούμενου
Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο 28χρονος είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τις ελληνικές Αρχές. Το 2023 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.

Έναν χρόνο αργότερα κατέθεσε νέο αίτημα ασύλου, το οποίο επίσης απορρίφθηκε, με την τελεσίδικη απόφαση να του κοινοποιείται στα τέλη του 2025.Παράλληλα, από τον Μάιο του 2026 εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης για διαφορετική υπόθεση που αφορά καταγγελία για ασέλγεια σε βάρος ανήλικης.
Το σοκ των δύο κοριτσιών
Η δολοφονία αποκαλύφθηκε όταν οι δύο κόρες του Σταύρου Γεωργίου ανησύχησαν επειδή ο πατέρας τους δεν απαντούσε στις συνεχείς τηλεφωνικές τους κλήσεις. Πήγαν στο γραφείο του, όπου εκείνος συνήθιζε να εργάζεται αλλά και να διαμένει περιστασιακά, και με τη βοήθεια του θυρωρού κατάφεραν να μπουν στο εσωτερικό.

Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα αποτρόπαιο θέαμα, αντικρίζοντας τον πατέρα τους νεκρό μέσα σε λίμνη αίματος.Ο 28χρονος αναμένεται να οδηγηθεί ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται προκειμένου να διευκρινιστούν πλήρως οι συνθήκες, το κίνητρο και κάθε λεπτομέρεια της πολύκροτης υπόθεσης.










