Η εξαφάνιση της Αλίκης συνεχίζει να πλανάται σαν βαριά σκιά πάνω από το Grand Hotel, με τους απαγωγείς να στέλνουν όλο και πιο απειλητικά μηνύματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας, ο Βλάσης κινείται με ύφος… νικητή, έχοντας πλέον εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου.
Η νέα του «αποστολή»; Να κατακτήσει την Ελπίδα
Χωρίς ίχνος φινέτσας ή διακριτικότητας, ο Βλάσης την πλησιάζει επιθετικά, μόλις εκείνη βγαίνει από το δωμάτιο ενός ασθενή. Χρησιμοποιεί τις γνωστές, άγαρμπες τακτικές του, τη ρωτάει το όνομά της και της προτείνει να συναντηθούν εκτός ξενοδοχείου — η ενόχλησή της είναι φανερή, αλλά εκείνος δεν σταματά.
Όταν όμως φτάνει στο σημείο να την αρπάξει με το ζόρι, τα πράγματα ξεφεύγουν. Ο Ιορδάνης, που την παρακολουθεί διακριτικά, δεν αντέχει άλλο. Με μια οργισμένη παρέμβαση, σαπίζει στο ξύλο τον Βλάση, προστατεύοντας την Ελπίδα και δείχνοντας ξεκάθαρα τα συναισθήματά του. Εκείνη γοητεύεται, δεν μπορεί να το αρνηθεί, αλλά παραμένει επιφυλακτική: «Μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου μόνη μου», του ξεκαθαρίζει. Άλλωστε, εξακολουθεί να τον θεωρεί ψεύτη, παρόλο που η έλξη μεταξύ τους είναι κάτι παραπάνω από προφανής.

Το πρόβλημα, όμως, παραμένει: η Κυβέλη έχει «κλείσει» τον Ιορδάνη σε έναν αρραβώνα που δεν διάλεξε ποτέ ο ίδιος. Μη αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση, ο Ιορδάνης στήνει ένα μικρό «κόλπο». Ζητά από τη Δούκισσα να προσποιηθεί ότι δεν αισθάνεται καλά, ώστε η Ελπίδα να αναγκαστεί να την επισκεφθεί στο δωμάτιό της. Εκεί όμως την περιμένει ο ίδιος. Η πρώτη της αντίδραση είναι θυμός, μέχρι που ακούει την αλήθεια από τα χείλη της Δούκισσας: ο αρραβώνας ήταν ένα ψέμα.
Αυτό αρκεί για να λιώσει ο πάγος. Η Ελπίδα χαλαρώνει, αφήνει την άμυνά της να πέσει και αποφασίζει να του δώσει μια ευκαιρία. Οι δυο τους απομακρύνονται, αυτή τη φορά όχι με παρεξηγήσεις, αλλά με διάθεση να μιλήσουν ειλικρινά και μόνοι τους.










