Ο συγγραφέας κύριος Ηρακλής Α. Σωτηράκης φιλοξενείται στο «Ego» με αφορμή τη συλλογή διηγημάτων «Τακουτάκ», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για έναν χάρτη ανθρώπινων διαδρομών, όπου οι ιστορίες ξετυλίγονται γύρω από καθημερινά, χρηστικά αντικείμενα—φορείς μνήμης που ενώνουν το χθες με το σήμερα, μέσα σε μια Ελλάδα που αλλάζει αλλά δεν αποτινάσσει ποτέ εντελώς τα τραύματα και τις ελπίδες της. Από την κοσμοπολίτικη Πόλη ως την Καλαμάτα και από τις προσφυγικές παράγκες του Ταύρου ως τις σύγχρονες μοναξιές της Νέας Σμύρνης, μια συλλογή διηγημάτων όπου τα «μικρά» αντικείμενα σηκώνουν το βάρος των «μεγάλων» ζωών.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κύριε Σωτηράκη. τι είναι, τελικά, το «Τακουτάκ» για εσάς; Είναι ένας ήχος, μια κίνηση, μια «μηχανή» μνήμης; Και πότε καταλάβατε ότι αυτός ο ρυθμός θα μπορούσε να χωρέσει ολόκληρες ζωές μέσα σε διηγήματα;
Η. Σ.: Είναι ο ήχος ενός άψυχου αντικειμένου που συστήνεται και παράλληλα λειτουργεί ως αγγελτικό μιας παρουσίας. Όταν το ρόπτρο χτυπάει, σημαίνει ότι κάποιος θέλει να επικοινωνήσει μαζί σου. Αυτό είναι το τακουτάκ, μία επικοινωνία. Και η επικοινωνία χωράει τα πάντα.
Επιλέγετε να στηρίξετε τις ιστορίες σας σε «μικρά» χρηστικά αντικείμενα. Πώς αποφασίζετε ποιο αντικείμενο «αντέχει» για ντεκόρ; Τι πρέπει να έχει: υλικότητα, παρελθόν, μυστικό, ενοχή;
Η. Σ.: Το πρέπει είναι κάτι που δεν υπεισέρχεται στη γέννηση των διηγημάτων μου. Δεν γράφω γιατί πρέπει, οπότε δεν διαλέγω και ποιο αντικείμενο και πότε θα μου εκμυστηρευτεί την ιστορία του. Τα αντικείμενα με διαλέγουν να πω την ιστορία τους και όχι εγώ αυτά, επειδή πρέπει.
Μιλάτε για μια Ελλάδα που αλλάζει, αλλά κουβαλάει μαζί της πληγές και ελπίδες. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη νοσταλγία και στην αλήθεια; Πώς αποφεύγετε την παγίδα του «παλιά ήταν όλα καλύτερα», όταν γράφετε για εποχές φτώχειας, στερήσεων ή προσφυγιάς;
Η. Σ.: Πιστεύω πως το «παλιά ήταν όλα καλύτερα» είναι το άλλοθι των παραιτημένων απο το «τώρα» Και δεν ισσοροπώ ανάμεσα στην νοσταλγία και την αλήθεια, αλλά ανάμεσα στην μνήμη και την αισιοδοξία. Προσπαθώ να περιγράψω το παρελθόν, εστιάζοντας στο κύριο χαρακτηριστικό του, που ήταν η καλύτερη ανάγνωση και αντιμετώπιση των γεγονότων, τόσο πρακτικά όσο και φιλοσοφικά. Περιγράφω το παρελθόν για να αντλήσω από αυτό τους τρόπους που οι παλιοί αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες στην πραγματική τους διάσταση, έχοντας φιλοσοφήσει το νόημα της ζωής πολύ σωστότερα από ότι εμείς, και όχι για να δείξω ότι παλιά ήταν καλύτερα. Δεν ήταν καλλίτερα τα πράγματα παλιά, ήταν όμως πιο σωστή και πιο ανθρώπινη η αντιμετώπιση τους.

Οι τόποι στη συλλογή-Πόλη, Καλαμάτα, Ταύρος, Νέα Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη- τι ψάχνετε σε μια γειτονιά ή σε μια πόλη ώστε να γίνει «χαρακτήρας» και όχι φόντο;
Η. Σ.: Τα συναισθήματα της. Ο άνθρωπος δεν είναι αποκομμένος από το περιβάλλον στο οποίο ζει, ούτε και το περιβάλλον είναι άσχετο με το πως νοιώθει ο άνθρωπος μέσα σ αυτό. Και στις πόλεις, και στα αντικείμενα, ψάχνω τα συναισθήματα που δημιουργούν, και δεν τα χρησιμοποιώ για φόντο .
Στα διηγήματα φαίνεται να υπάρχει ένα νήμα «μετακίνησης»: από ξεριζωμούς μέχρι εσωτερικές μεταναστεύσεις και σύγχρονες μοναξιές. Σας ενδιαφέρει περισσότερο η γεωγραφία ή η ψυχογεωγραφία: το πού ζει κάποιος ή το πώς τον αλλάζει ο τόπος;
Η. Σ.: Η γεωγραφία είναι εξ αντικειμένου και ψυχογεωγραφία. Το μουντό Μόναχο δημιουργεί συγκεκριμένο ψυχισμό , η ηλιόλουστη Κρήτη επίσης, η θάλασσα φτιάχνει άλλους χαρακτήρες, το βουνό φτιάχνει άλλους. Άρα τόπος και ψυχισμός είναι αλληλένδετα. Τουλάχιστον όσο διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Γιατί από κει και μετά, ο άνθρωπος κουβαλάει τις ρίζες του και δύσκολα οι επόμενοι τόποι τον αλλάζουν, απλά τον ευτυχούν ή τον δυστυχούν ανάλογα με το αν ευδοκιμούν ή όχι στο νέο τόπο οι ρίζες του.
Τι είναι για εσάς η νοσταλγία: καταφύγιο, παγίδα, χρέος απέναντι σε όσους έφυγαν, ή ένας τρόπος να εξηγήσουμε γιατί πονάμε ακόμη;
Η. Σ.: Δεν νοσταλγώ, θυμάμαι, η μνήμη θεωρώ ότι πρέπει να είναι ένας πολύτιμος σύμβουλος για να βρούμε τους δρόμους που είχαν ανακαλύψει οι παλιοί, και αντιμετώπιζαν με λιγότερο πόνο τα πράγματα.
Ηρακλής Α. Σωτηράκης: Τακουτάκ και ανοίγει η μνήμη
Πολλές φορές ένα αντικείμενο δεν θυμίζει μόνο «όμορφα» ξύνει ενοχές, ανείπωτα, απώλειες. Υπάρχει διήγημα όπου ένα αντικείμενο γίνεται σχεδόν «κατήγορος»; Και αν ναι, πώς γράφεται μια τέτοια σκηνή χωρίς ηθικολογία, μόνο με ανθρώπινη ακρίβεια;
Η. Σ.:Η μεθοδολογία η η σκοπιμότητα δεν είναι κάτι που με απασχολεί όταν γράφω. Όταν η έμπνευση πιάνει τα δάχτυλα μου και τα χτυπά στα πλήκτρα του υπολογιστή, δεν γνωρίζω εκ των προτέρων το αποτέλεσμα.
Αν το ερέθισμα-αντικείμενο γίνεται κατήγορος, αυτό η έμπνευση θα το καθορίσει ανάλογα με το πώς θα με οδηγήσει να διηγηθώ μία τέτοια σκηνή.
Επιδιώκετε μια γραφή «καθαρή» και άμεση, ή σας ενδιαφέρει να αφήνετε ρωγμές, σιωπές, κενά που θα τα συμπληρώσει ο αναγνώστης;
Η. Σ.: Κοιτάξτε, δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Βέβαια γράφω από μικρή ηλικία, όμως γράφω από μία εσωτερική ανάγκη, χωρίς κανόνες ή σχεδιασμούς, γι αυτό και δεν επιδιώκω κάτι, απλά γράφω γιατί αύτη την ανάγκη αισθάνομαι ότι πρέπει να καλύψω για να είμαι πλήρης σαν άνθρωπος. Αν αυτή η γραφή, είναι καθαρή και άμεση, ή αφήνει ρωγμές, αυτό το κρίνει ο κάθε αναγνώστης, και κάθε αναγνώστης όπως ξέρετε, έχει διαφορετική ερμηνεία για το τι επιδιώκει το βιβλιο που διαβάζει. Προσωπική μου επιθυμία και όχι επιδίωξη, είναι το βιβλίο να παράξει συναισθήματα.
Αν ένας αναγνώστης κλείσει το βιβλίο και κοιτάξει αλλιώς το σπίτι του -ένα σκαμνάκι, μια κατσαρόλα, ένα κομπιουτεράκι, ένα παλιό κουτί-ποια είναι η αλλαγή που θα θέλατε να έχει συμβεί μέσα του; Να θυμηθεί, να συγχωρήσει, να πενθήσει, να μιλήσει;
Η. Σ.: Να αισθανθεί, να κλάψει να γελάσει , να χορέψει, να ερωτευτεί. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε στερέψει από συναισθήματα. Αν μια κατσαρόλα μπορεί να τον κάνει να χαμογελάσει επειδή θυμήθηκε ένα περιστατικό, ή να τον κάνει να κλάψει επειδή θυμήθηκε κάποιο πρόσωπο που την χρησιμοποιούσε και έχει φύγει, τότε αυτή η κατσαρόλα παράγει συναισθήματα. Αυτό θέλω να συμβεί . Να δούμε τα «παλιά», όχι πεσιμιστικά αλλά αισιόδοξα, μέσα από το συναίσθημα που μας προκαλούν.

Και μια τελευταία: αν το «Τακουτάκ» είναι η πόρτα, τι είναι αυτό που ελπίζετε ότι θα βρει ο αναγνώστης «πίσω» της; Έναν θησαυρό, μια πληγή, ή -το πιο δύσκολο-τον ίδιο του τον εαυτό;
Η. Σ.: Αν χτυπήσει το τακουτάκ, και ανοιξει η πόρτα, θα βρει μέσα, τρόπους να ξαναγυρίσει στις αρχικές του ρυθμίσεις. Να γελάει όταν χαίρεται και όχι να γράφει λολ, να κλαίει όταν λυπάται και όχι να βάζει φατσούλες, να λέει σ αγαπώ, και όχι να κάνει σήματα σαν Ινδιάνος με τα δυο χεράκια. Να μιλάει με το στόμα και όχι με δύο δάχτυλα στα πλήκτρα. Να ανταλλάσει την επιτυχία με την ευτυχία. Πίσω από την πόρτα του «τακουτάκ», θα βρει τα ερεθίσματα, για να προχωρήσει μπροστά τη ζωή του, με οδηγό τη δική του αλήθεια, σε πιο ευτυχισμένα μονοπάτια.










