Νέες λεπτομέρειες έρχονται στο φως για την υπόθεση της δολοφονίας της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, η σορός της οποίας εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν οι Αρχές στην κατάθεση της συζύγου του 28χρονου Αφγανού, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία, καθώς περιγράφει γεγονότα και περιστατικά που, όπως υποστηρίζει, της προκάλεσαν έντονες υποψίες.
Η τελευταία συνάντηση και οι πρώτες υποψίες
Η γυναίκα κατέθεσε πως γνώριζε τη Βρετανίδα μέσα από εθελοντικές δράσεις και εκκλησιαστικές συναντήσεις, ενώ η τελευταία φορά που τη συνάντησε ήταν στις 12 Ιουλίου. Όπως ανέφερε, μετά το τέλος της συνάντησής τους, η Ελίζαμπεθ τής πρότεινε να κάνουν μαζί μια βόλτα, όμως εκείνη αρνήθηκε λόγω άλλης υποχρέωσης.«Τότε πρότεινε το ίδιο στον σύζυγό μου, ο οποίος μάλλον επειδή κατάλαβε ότι ήθελε οπωσδήποτε παρέα, δέχθηκε να την συνοδεύσει. Εν τέλει πήγαμε όλοι μαζί μέχρι ένα σημείο και μετά έμεινε μόνος μαζί της ο άνδρας μου», ανέφερε στην κατάθεσή της.
Στις 18 Ιουλίου, όπως είπε, προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Ελίζαμπεθ για να τη ρωτήσει αν θα συμμετείχε σε διανομή τροφίμων στη Μαλακάσα, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Όταν ζήτησε εξηγήσεις από τον σύζυγό της, εκείνος της είπε πως η τελευταία τους επικοινωνία είχε γίνει λίγες ημέρες νωρίτερα.
«Μου είπε ότι τελευταία φορά είχαν επικοινωνήσει στις 15 Ιουλίου. Απ’ ό,τι κατάλαβα η Λίσα του είχε ζητήσει να πάνε εκείνο το απόγευμα μαζί κάπου για να δώσουν σε κάποιον μία βίβλο. Ο άνδρας μου εν τέλει δεν πήγε μαζί της. Αυτό που είδα στο τηλέφωνο του άνδρα μου εκείνη την ημέρα, αν θυμάμαι καλά, ήταν μία αναπάντητη κλήση της Λίσα στο τηλέφωνό του κι ένα μήνυμα που έλεγε “ευχαριστώ για την πρόθεσή σου να έρθεις μαζί μου”», κατέθεσε.
Ιδιαίτερο βάρος δίνουν οι αστυνομικοί και σε όσα περιέγραψε για τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου. Όπως είπε, ξύπνησε και διαπίστωσε ότι ο σύζυγός της έλειπε από το σπίτι. Ελέγχοντας την τοποθεσία του μέσω εφαρμογής στο κινητό, είδε πως βρισκόταν στο διαμέρισμα της οδού Ρεθύμνου.
«Έλεγξα την τοποθεσία του στο κινητό μου… Είδα ότι βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα της οδού Ρεθύμνου. Παραξενεύτηκα γιατί δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να βρίσκεται εκεί εκείνη την ώρα», είπε, προσθέτοντας ότι όταν τον κάλεσε, εκείνος ισχυρίστηκε πως παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφέ και είχε περάσει από το διαμέρισμα μόνο για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα.
Η ίδια αναφέρθηκε ακόμη στην αιφνίδια απόφαση του ζευγαριού να φύγει από την Αθήνα για την Αράχωβα λίγες ημέρες αργότερα, εξηγώντας ότι ο σύζυγός της έδειχνε ιδιαίτερα αναστατωμένος.
«Μου είπε ότι ήθελε να ηρεμήσει και μου ζήτησε να πάμε στην Αράχωβα… Επειδή τον είδα έτσι αναστατωμένο, δεν ήθελα να του χαλάσω χατίρι», ανέφερε.
«Πετάχτηκα από τον ύπνο μου και σκέφτηκα ότι η γυναίκα στη βαλίτσα ήταν η Λίσα»
Η πιο συγκλονιστική περιγραφή της αφορά τα ξημερώματα της 29ης Ιουλίου, όταν -όπως είπε- ξύπνησε έντρομη, συνδέοντας την εξαφάνιση της φίλης της με την υπόθεση της βαλίτσας που είχε ήδη γίνει γνωστή.
«Γύρω στις 3.00 τα ξημερώματα πετάχτηκα από τον ύπνο μου και σκέφτηκα κάτι τρομερό. Θυμήθηκα το πτώμα γυναίκας που είχε βρεθεί μέσα σε βαλίτσα σε σημείο που ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μας. Φοβήθηκα πάρα πολύ ότι το πτώμα που βρέθηκε άνηκε στη Λίσα», κατέθεσε.
Την επόμενη ημέρα προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της μέσω μηνυμάτων και, παρότι έλαβε απάντηση, υποστήριξε ότι κάτι δεν της φάνηκε φυσιολογικό.«Τα μηνύματα αυτά δεν ήταν στο στιλ της Λίσα τόσο ως προς το επίπεδο των αγγλικών όσο και από τη χρήση emoji που ποτέ δεν χρησιμοποιούσε», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι τηλεφωνικές της κλήσεις παρέμεναν αναπάντητες.
Όπως είπε, όλα τα παραπάνω άρχισαν να συνθέτουν μια εικόνα που την προβλημάτιζε όλο και περισσότερο.«Δεν ξέρω τι να σας πω αλλά όλα τα παραπάνω με έκαναν να νιώθω περίεργα. Ειδικά συνδυάζοντας ημερομηνίες, μηνύματα και τη συμπεριφορά του άνδρα μου κάνω διάφορες σκέψεις που με κάνουν να νιώθω άβολα», κατέθεσε.
Μετά την ταυτοποίηση της σορού ως εκείνης της Ελίζαμπεθ Ρος, η γυναίκα ανέφερε ότι φοβήθηκε ακόμη περισσότερο. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της εγκατέλειψαν το σπίτι τους και άρχισαν να διαμένουν σε διαφορετικά σημεία, ενώ κατήγγειλε ότι δέχθηκε απειλητικά μηνύματα με φωτογραφίες της ίδιας και του βρέφους της, καθώς και απειλές σε βάρος της οικογένειάς της.
Οι αστυνομικές Αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα μηνύματα να στάλθηκαν από τον κατηγορούμενο, στο πλαίσιο προσπάθειας αποπροσανατολισμού της έρευνας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει υπάρξει οριστική δικαστική κρίση για την υπόθεση.










