Νέα στοιχεία έρχονται διαρκώς στο φως γύρω από την πολύκροτη υπόθεση της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Ρος, η οποία εντοπίστηκε νεκρή μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.
Η υπόθεση εξακολουθεί να συγκλονίζει την κοινή γνώμη, ενώ οι αστυνομικές Αρχές συνεχίζουν με αμείωτη ένταση τις έρευνες, προσπαθώντας να ενώσουν όλα τα κομμάτια του παζλ.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, οι ερευνητές εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο η άτυχη γυναίκα να βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, στο πλαίσιο της εθελοντικής και φιλανθρωπικής δράσης που ανέπτυσσε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Η Ελίζαμπεθ Ρος, γνωστή στους φίλους της ως Λίζα, επισκεπτόταν συχνά τη χώρα συμμετέχοντας σε δράσεις στήριξης αστέγων, προσφύγων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, γεγονός που έχει μπει πλέον στο μικροσκόπιο των Αρχών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι είχαν δει την 38χρονη να συνομιλεί με άστεγους κοντά στο σημείο όπου αργότερα εντοπίστηκε η σορός της. Οι πληροφορίες αυτές εξετάζονται προσεκτικά, καθώς ενδέχεται να φωτίσουν τις τελευταίες κινήσεις της πριν εξαφανιστεί.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται και ένας άστεγος άνδρας, γνωστός στην περιοχή με το μικρό όνομα «Μάρκος», ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, διέμενε στο ίδιο εγκαταλελειμμένο κτίριο. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, καθώς οι Αρχές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να τον συνδέουν με την υπόθεση. Παράλληλα, συνεχίζονται οι καταθέσεις από κατοίκους, ανθρώπους που ζουν στην περιοχή αλλά και πρόσωπα που ενδέχεται να είχαν επαφή με τη Βρετανίδα τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα από την ανάλυση του κινητού τηλεφώνου της. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο πατέρας της 38χρονης ανέφερε ότι συνέχισε να λαμβάνει μηνύματα από το κινητό της ακόμη και μετά τον εκτιμώμενο χρόνο θανάτου της. Σε ένα από αυτά αναγραφόταν ότι η ίδια «χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό της» και πως «ήθελε να μείνει μόνη για ένα διάστημα», γεγονός που οδηγεί τους αστυνομικούς στην εκτίμηση ότι τα συγκεκριμένα μηνύματα πιθανότατα δεν εστάλησαν από την ίδια, αλλά από άγνωστο πρόσωπο που επιχείρησε να καθυστερήσει την αποκάλυψη της εξαφάνισής της.
Παράλληλα, συνεχίζονται οι ιατροδικαστικές εξετάσεις, καθώς οι ειδικοί αναμένουν τα αποτελέσματα των ιστολογικών και τοξικολογικών αναλύσεων που εκτιμάται ότι θα δώσουν κρίσιμες απαντήσεις για τα ακριβή αίτια και τον χρόνο θανάτου της. Οι αστυνομικοί συλλέγουν βιντεοληπτικό υλικό, εξετάζουν μαρτυρίες και προσπαθούν να χαρτογραφήσουν κάθε επαφή και μετακίνηση της 38χρονης πριν χαθούν τα ίχνη της, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να παραμένει γεμάτη αναπάντητα ερωτήματα.










