Μια συνάντηση δύο γραμμάτων γίνεται η αφετηρία για να ειπωθούν ιστορίες ανθρώπων που αναζητούν τη δική τους θέση μέσα στον έρωτα, στη μνήμη και στις σχέσεις. Στο βιβλίο «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική, η δημοσιογράφος και συγγραφέας κα Λίτσα Τότσκα συγκεντρώνει είκοσι ένα διηγήματα με επίκεντρο κυρίως γυναίκες που δοκιμάζονται από την απουσία, τη διάψευση, τη μοναξιά και την ανάγκη να ξανακοιτάξουν τη ζωή τους χωρίς τις βεβαιότητες που τις κρατούσαν εγκλωβισμένες.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Από την Πόλη και την Αλεξάνδρεια μέχρι το Βρότσλαβ, το Βερολίνο, τη Λυών και τη Μεσσηνιακή Μάνη, οι ιστορίες αλλάζουν τόπο, χρόνο και αφηγηματικό τόνο. Άλλοτε πλησιάζουν την ιστορική μνήμη και άλλοτε παρακολουθούν μια σχεδόν ανεπαίσθητη ρωγμή στην καθημερινότητα. Πρόσωπα, βαλίτσες, καθρέφτες, γλυκίσματα, γράμματα και δωμάτια κρατούν όσα οι άνθρωποι δεν μπορούν ή δεν τολμούν να ομολογήσουν. Πίσω από τις διαφορετικές διαδρομές επανέρχεται ένα δύσκολο ερώτημα: πόση αλήθεια αντέχει μια σχέση όταν πάψει να προστατεύεται από τη συνήθεια και τη σιωπή;
Η Λίτσα Τότσκα έχει σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Media Management. Με πολύχρονη διαδρομή στη δημοσιογραφία (έντυπα, ραδιόφωνο και τηλεόραση), σήμερα επιμελείται και παρουσιάζει πολιτιστική εκπομπή στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα, έχει διασκευάσει το «Ασχημόπαπο» του Άντερσεν για βιβλίο και θεατρική παράσταση και έχει γράψει το βιβλίο για παιδιά «Ο Ουρανός μιλά ελληνικά», το οποίο βρέθηκε στη βραχεία λίστα των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2024, στην κατηγορία του βιβλίου γνώσεων.
Κα Τότσκα η συλλογή περιλαμβάνει είκοσι ένα διηγήματα που διαφέρουν ως προς τον τόπο, την εποχή και τον τρόπο αφήγησης. Ποιο ήταν το εσωτερικό νήμα που σας έκανε να τα αντιμετωπίσετε ως μέρη του ίδιου βιβλίου; Υπήρξε κάποια ιστορία που λειτούργησε ως αφετηρία για τη δημιουργία της συλλογής;
Λ.Τ: Η ίδια η ζωή έφτιαξε το νήμα και το πρόσφερε στις ηρωίδες μου για να ξετυλίξουν το κουβάρι μέσα από διαφορετικές εποχές και συνθήκες. Θέλησα να μιλήσω για τις άνω τελείες και τα υστερόγραφα της ζωής μας, για τις σιωπές που έχουν γεύση παραίτησης αλλά και για το δικαίωμά μας να ξηλώνουμε και να φτιάχνουμε από την αρχή το υφαντό της ζωής μας με οδηγό τις ανάγκες μας. Αφετηρία της συλλογής δεν στάθηκε κάποια από τις ιστορίες αλλά η πρόθεσή μου να μιλήσω για όλα αυτά.
Γιατί επιλέξατε το αλληγορικό διήγημα «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον» για να δώσει τον τίτλο του σε ολόκληρο το βιβλίο; Τι αντιπροσωπεύουν για εσάς η Άλφα και ο Έψιλον και τι μπορεί να γεννηθεί από τη μεταξύ τους συνάντηση;
Λ.Τ : Θεωρώ ότι κρατάνε το παιχνίδι της ζωής στα χέρια τους. Όταν τα βρουν μεταξύ τους κάνουν το τέλειο ζευγάρι. Όμως ο Έψιλον είναι άτακτος και…παιχνιδιάρης. Πολλές φορές μιλά εξ’ ονόματος της Άλφα και δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Η Άλφα είναι σοβαρή, συγκροτημένη και δοτική· ξέρει τί θέλει και οι εκπτώσεις την εκνευρίζουν. Ο Έψιλον έχει καλές προθέσεις αλλά είναι παρορμητικός και βαριέται εύκολα. Μπορεί να τάξει τον ουρανό με τ’ άστρα και μετά να γίνει καπνός όχι από κακία αλλά από επιπολαιότητα. Θέλει δουλειά για να έρθουν κοντά και να καταφέρουν τη συγκατοίκηση.
Στο κέντρο των περισσότερων ιστοριών βρίσκονται γυναίκες, χωρίς όμως να σχηματίζουν έναν ενιαίο ή εξιδανικευμένο τύπο ηρωίδας. Πώς εργαστήκατε ώστε καθεμία να διαθέτει τη δική της φωνή, τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της; Υπήρχε κάποια ηρωίδα που να αντιστάθηκε περισσότερο από τις άλλες στις αρχικές σας προθέσεις;
Λ.Τ : Όλες μου έκαναν… νάζια. Άλλαζαν μονοπάτι απροειδοποίητα και μετά μου έκλειναν το μάτι συνωμοτικά, σαν να μου έλεγαν πως τα ‘χει αυτά η ζωή: αρνείται πεισματικά να υπογράψει συμβόλαια. Όσο για τις εξιδανικεύσεις, μου προκαλούν… αλλεργία. Φως και σκοτάδι παλεύουν μέσα μας.
Αρκετές από τις γυναίκες του βιβλίου παραμένουν μέσα σε σχέσεις που περιορίζουν την ελευθερία ή αλλοιώνουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Τι είναι εκείνο που τις κρατά εγκλωβισμένες; Ο φόβος της μοναξιάς, η ανάγκη για ασφάλεια, η ελπίδα ότι ο άλλος θα αλλάξει ή η δυσκολία να αναγνωρίσουν ότι έχουν ήδη πάψει να είναι ευτυχισμένες;
Λ.Τ : Πολύ σωστά εντοπίσατε κι εσείς το ότι το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό και αυτό έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία μας και τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μας. Θα προσθέσω στις εύστοχες παρατηρήσεις σας και το θέμα της συνήθειας: μπορεί να μας αδρανοποιήσει γιατί λειαίνει τις αντιθέσεις και οδηγεί ευκολότερα σε συμβιβασμούς που δεν μας αξίζουν.
Ο έρωτας στις ιστορίες σας δεν παρουσιάζεται ως βέβαιος δρόμος προς την ευτυχία. Μπορεί να ξυπνήσει έναν άνθρωπο, αλλά και να τον παρασύρει σε αυταπάτες, εξαρτήσεις ή επώδυνες αποφάσεις. Πώς ξεχωρίζετε, μέσα στη μυθοπλασία, την αγάπη που απελευθερώνει από την επιθυμία που ψάχνει να αποκτήσει και να ελέγξει;
Λ.Τ: Νομίζω ότι μπροστά στον έρωτα, ωχριά το «τρενάκι του τρόμου» των λούνα παρκ που σε ανεβάζει ψηλά και σε γκρεμίζει με ασύλληπτη ταχύτητα. Κι όπως πληρώσαμε εισιτήριο για να ζήσουμε αυτήν την εμπειρία που εκτοξεύει την αδρεναλίνη μας στα ύψη, έτσι αποζητάμε και από τον έρωτα να μας κάνει να νιώσουμε ζωντανοί και επιθυμητοί, πληρώνοντας βεβαίως το ανάλογο αντίτιμα. Όσο για την διάκριση ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη, ίδιος ο αγώνας να το καταφέρουμε και στη ζωή και στις σελίδες των βιβλίων. Αρκεί βέβαια, οι ήρωες να έχουν σάρκα και οστά και να μην είναι δημιουργήματα ενός εργαστηρίου που λειτουργεί υπό Κ.Σ: οι Κανονικές Συνθήκες ποτέ δεν συναντήθηκαν με την πραγματικότητα.
Στα διηγήματα που συνδέονται με την Πόλη και την Αλεξάνδρεια επιστρέφετε σε κόσμους που έχουν μεταμορφωθεί ή χαθεί. Πώς αναζητήσατε τις λεπτομέρειες της ζωής τους και πώς προστατεύσατε την αφήγηση από τον πειρασμό μιας εξωραϊσμένης νοσταλγίας;
Λ.Τ: Αν θέλεις να χτίσεις έναν κόσμο ή μια εποχή που έχει χαθεί, πρέπει να ψάξεις, να διαβάσεις πηγές, άρθρα, επιστημονικές εργασίες και να σταθείς ακόμη και σε λεπτομέρειες. Θα δώσω ένα παράδειγμα: η Σμυρνιά ηρωίδα μου, διανύει με τα πόδια την απόσταση από το Ρωμαίικο κοιμητήριο μέχρι την προκυμαία. Για να της το…επιτρέψω συμβουλεύτηκα ιστορικό ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι με γρήγορο βηματισμό καλύπτεις την απόσταση μέσα σε μισή ώρα. Ομολογώ ότι κάθε φορά που το επιχειρώ, απολαμβάνω τη διαδικασία γιατί μοιάζει πολύ με τη δημοσιογραφική έρευνα αλλά και με τις εργασίες που κάναμε στο Πανεπιστήμιο.
Από το Βρότσλαβ και το Βερολίνο έως τη Λυών και τη Μεσσηνιακή Μάνη, η γεωγραφία της συλλογής είναι ιδιαίτερα ανοιχτή. Τι έρχεται πρώτο κατά τη γέννηση μιας ιστορίας; Ο τόπος ή το πρόσωπο; Θα μπορούσαν αυτές οι ηρωίδες να ζήσουν οπουδήποτε ή κάθε πόλη καθορίζει αποφασιστικά τον χαρακτήρα και τις επιλογές τους;
Λ.Τ: Οι ηρωίδες μου είναι ταξιδιάρες γιατί κι εγώ αγαπώ τα ταξίδια. Με κάποιες συναντήθηκα στα καφέ των αεροδρομίων, στις πλατείες και στα σοκάκια των πόλεων που περιγράφω και άλλες μου αποκαλύφθηκαν όταν καταλάγιασε μέσα μου η εμπειρία του ταξιδιού. Σίγουρα οι ψηφίδες των εμπειριών μας πρωταγωνιστούν στο παζλ της προσωπικότητάς μας.
Τίτλοι όπως «Οι βαλίτσες», «Όσα είδε ο καθρέφτης», «Το χαρτί», «Τα εκλεράκια» και «Τα σεκέρ παρέ της καρδιάς…» δίνουν σε καθημερινά αντικείμενα και γεύσεις ιδιαίτερο βάρος. Γιατί επιλέγετε συχνά ένα απτό, φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο ως φορέα μνήμης; Υπάρχει κάποιο αντικείμενο της συλλογής που κρύβει περισσότερα απ’ όσα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης στην πρώτη ανάγνωση;
Λ.Τ : Εμείς καθορίζουμε τα σημαντικά της ζωής μας και η μνήμη φωλιάζει εκεί που δεν το περιμένεις. Η μυρωδιά του σχίνου όταν σμίγει με την αύρα της θάλασσας, ένα πολυκαιρισμένο τετράδιο, ένα ποτήρι βυσσινάδα. Κάθε μνήμη έχει το δικό της σχήμα, άρωμα και χρώμα, όπως και οι άνθρωποι που αγαπάμε. Ο αναγνώστης θα πάρει αυτό που τον ενδιαφέρει ή αυτό που είναι έτοιμος να δεχθεί.
Στη «Μαντώ» συνομιλείτε πιο άμεσα με την Ιστορία ενώ σε διηγήματα όπως το «Ποια Ελένη;» ή η «Υφάντρα του Αχέροντα» διακρίνεται μια διαφορετική, περισσότερο συμβολική περιοχή της αφήγησης. Πώς αποφασίζετε πότε ένα πραγματικό ή μυθολογικό πρόσωπο χρειάζεται ιστορική ακρίβεια και πότε μπορεί να παραδοθεί ελεύθερα στη μυθοπλασία;
Λ.Τ : Το ιστορικό πρόσωπο προσφέρει ένα πλαίσιο για να κινηθείς αλλά και πάλι, επιλέγεις την πτυχή της προσωπικότητάς του που θα φωτίσεις, όπως προκύπτει από τις πηγές αλλά και πώς μπολιάζει την έμπνευσή σου. Όταν κινείσαι συμβολικά, σαφώς έχεις μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών. Η μυθοπλασία δεν είναι σχολικό εγχειρίδιο αλλά ένα ταξίδι σε εικόνες και σκέψεις που πλάθονται μέσα σου.
Σε ορισμένες ιστορίες πλησιάζετε πολύ την εσωτερική ζωή των ηρωίδων, ενώ σε άλλες διατηρείτε μεγαλύτερη αφηγηματική απόσταση. Με ποιο κριτήριο επιλέγετε αν μια ιστορία θα ειπωθεί σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο; Υπήρξε διήγημα που άλλαξε οπτική γωνία μέχρι να βρει την κατάλληλη φωνή;
Λ.Τ : Δεν είναι θέμα κριτηρίου αλλά ενστίκτου και διάθεσης. Άπειρες φορές έφερα τα πάνω κάτω. Γράψε σβήσε η ζωή συνεχίζεται!

Οι σιωπές έχουν έντονη παρουσία στο βιβλίο. Άλλοτε προστατεύουν, άλλοτε κρύβουν ευθύνες και άλλοτε παρατείνουν μια οδυνηρή κατάσταση. Τι είναι δυσκολότερο να αποδώσει ένας συγγραφέας; Eκείνο που λέει ένας χαρακτήρας ή όσα επιλέγει να μη διατυπώσει ποτέ με λόγια;
Λ.Τ : Η σιωπή λέει περισσότερα από τις λέξεις. Μοιάζει με το αντίο, μια λέξη γέφυρα που ωστόσο τη στιγμή ακριβώς που προφέρεται, κόβεται στα δύο. Το ένα κομμάτι μένει στα χείλη εκείνου που φεύγει και το άλλο στην ψυχή εκείνου που μένει. Κάπως έτσι μοιραζόμαστε και τις σιωπές μας. Θέλουν όμως καλούς ακροατές οι σιωπές…
Πολλές από τις ηρωίδες σας φτάνουν σε ένα σημείο όπου πρέπει να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν να ζουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άλλων ή αν θα αναλάβουν το κόστος μιας αλλαγής. Σας ενδιαφέρει περισσότερο η στιγμή της απόφασης ή όσα ακολουθούν όταν η πρώτη ορμή έχει περάσει και ο άνθρωπος μένει αντιμέτωπος με τις συνέπειές της;
Λ.Τ: Κάθε φορά που αποχαιρετούμε έναν άνθρωπο, έναν τόπο, μια ηλικία ή μια αυταπάτη, κλείνουμε μια πόρτα και αφήνουμε πίσω ένα κομμάτι του εαυτού μας. Δυσκολευόμαστε στους αποχωρισμούς γιατί είμαστε όντα της συνήθειας και της σύνδεσης. Χτίζουμε τις βεβαιότητές μας πάνω στη μονιμότητα των πραγμάτων. Όταν αυτή η μονιμότητα κλονίζεται, έρχονται τα πάνω κάτω. Ωστόσο, το αντίο κρύβει μέσα του μια βαθιά δύναμη. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε νέα αρχή. Αν δεν αποχαιρετήσουμε το χθες, το σήμερα παραμένει ασφυκτικά γεμάτο, οπότε δεν βρίσκει χώρο το καινούργιο να φωλιάσει και να εξελιχθεί. Θεωρώ ότι η ικανότητά μας να λέμε αντίο αποτελεί δείκτη της συναισθηματικής μας ωριμότητας. Όσο για τις συνέπειες στις οποίες αναφερθήκατε, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά ακόμη κι αν συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στη «φούσκα» του συμβιβασμού.
Δεν προσφέρετε σε όλα τα πρόσωπα μια εύκολη ή ολοκληρωτική δικαίωση. Πόσο δύσκολο είναι να αποχωριστείτε μια ηρωίδα αφήνοντας ανοιχτό το μέλλον της ή να της επιτρέψετε να κάνει μια επιλογή με την οποία εσείς προσωπικά διαφωνείτε;
Λ.Τ: Η δικαίωση είναι δείκτης υποκειμενικός και ευμετάβλητος. Σε δέκα ή σε είκοσι χρόνια, πιθανά οι στόχοι και οι προτεραιότητές μας θα έχουν αλλάξει και δεν θα αισθανόμαστε την ίδια πληρότητα με όσα σήμερα μας ικανοποιούν. Έτσι λοιπόν, δεν κρίνω τις ηρωίδες μου και τις επιλογές τους ούτε και θα μπορούσα να τις «εγκλωβίσω» σε καταστάσεις που φαντάζουν τελεσίδικες γιατί αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Και βέβαια δεν ακολουθούν τις δικές μου επιλογές: ίσως και να είναι γενναιότερες…
Έχετε διανύσει μια μακρά πορεία στη δημοσιογραφία και στο ραδιόφωνο, όπου η οικονομία του λόγου, η ακρίβεια και η φωνή έχουν ιδιαίτερη σημασία. Με ποιον τρόπο πέρασε αυτή η εμπειρία στη γραφή των διηγημάτων; Και ποια δημοσιογραφική συνήθεια χρειάστηκε να αφήσετε πίσω σας για να επιτρέψετε στη μυθοπλασία να αναπνεύσει;
Λ.Τ: Όπως είπε ο Καμύ «ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας». Η δημοσιογραφία είναι ένα μεγάλο σχολείο που σε βοηθά να αποδελτιώσεις τη ζωή μέσα από καταστάσεις που ζεις και ανθρώπους που συναντάς και αλληλεπιδράς. Αυτό το πρώτο υλικό παίρνει η φαντασία και το πλάθει όπως εκείνη θέλει. Δεν έρχεται στο μυαλό μου κάποια δημοσιογραφική συνήθεια που να άφησα πίσω μου, ωστόσο μπορώ να σας πω ότι ευγνωμονώ το… χούι μου να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω τα κείμενά μου πριν τα παραδώσω.
Η πρώτη προσωπική σας συλλογή διηγημάτων έρχεται μετά τη συμμετοχή σας σε συλλογικά έργα και έπειτα από ένα βιβλίο γνώσεων για παιδιά. Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στη συγκρότησή της: η επιλογή των ιστοριών, η σειρά τους ή η στιγμή που έπρεπε να αποφασίσετε ότι δεν σας ανήκουν πλέον αποκλειστικά και μπορούν να παραδοθούν στους αναγνώστες;
Λ.Τ: Ομολογώ ότι η μεγαλύτερη πρόκληση προέκυψε όταν ήρθε η ώρα να παραδώσω τις ιστορίες, γιατί μ’ έτρωγε το σαράκι αν τελικά ειπώθηκαν όλες οι σκέψεις που μου εμπιστεύθηκαν οι ήρωές μου. Όσο για τη σειρά που ξεδίπλωσαν τον κόσμο τους στο βιβλίο είναι αλφαβητική (από το γράμμα της πρώτης λέξης κάθε τίτλου) οπότε γλυτώσαμε -μαζί με τη Γιώτα Γκότση που επιμελήθηκε τη συλλογή- τη…μάχη της μαρκίζας.

Μπορεί η δύναμη της λογοτεχνίας να μας βοηθήσει να ακούσουμε μια ζωή διαφορετική από τη δική μας χωρίς να έρθει άμεσα σε αντιπαράθεση με τις προσωπικές μας βεβαιότητες; Τι θα θέλατε να μετακινηθεί μέσα στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο «Όταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον»;
Λ.Τ : Θεωρώ ότι αποτελεί στοίχημα για τη λογοτεχνία να καταφέρει να κλονίσει τις προσωπικές μας βεβαιότητες και να μας βοηθήσει να δούμε τη ζωή από διαφορετικό πρίσμα. Χαίρομαι όταν οι αναγνώστες μου λένε ότι στις ιστορίες μου ανακάλυψαν σκέψεις και στιγμές της δικής τους ζωής. Χαίρομαι όμως περισσότερο όταν μου λένε ότι τους έδωσαν την ευκαιρία να δουν τα πράγματα με μια ματιά διαφορετική από τη δική τους. Πολλά τα γυρίσματα της ζωής κι επιφυλάσσουν απρόοπτα αλλά όπως λέει κι ο Καζαντζάκης “Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.”
Φωτογραφίες: © Γιώργος Φερμελετζής










