Η Μαρία Σολωμού υποδέχτηκε τον Νίκο Μουτσινά στο νέο επεισόδιο της διαδικτυακής της εκπομπής στο YouTube, σε μια συζήτηση που κινήθηκε σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Ο γνωστός παρουσιαστής μίλησε ανοιχτά για τη σχέση του με την τηλεόραση, για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε πριν από έναν χρόνο, αλλά και για μια ιδιαίτερη επιλογή που έκανε στον προσωπικό του χώρο, βάφοντας το σπίτι του μαύρο.

Αναφερόμενος στην τηλεοπτική του πορεία και στη στάση που διατηρεί πλέον απέναντι στο μέσο, ο Νίκος Μουτσινάς εξέφρασε με ειλικρίνεια τη θέση του, λέγοντας: «Με έχει κουράσει αυτό με την τηλεόραση. Τους δυσαρεστώ με αυτό, αλλά λυπάμαι πολύ. Άρα, η τηλεόραση εμένα με έχει αγαπήσει γιατί κάτι θα της έχω φέρει, όπως μου ‘φερε κι αυτή, αλλά άμα δεν της κάνω το χατίρι, δεν μ’ αγαπάει. Άρα, έχουμε τελειώσει με την αγάπη, δεν την περιμένω απ’ την τηλεόραση. Και δεν μιλάω για τον κόσμο που παρακολουθεί και κάποιους τους αρέσω γιατί έχω το στυλάκι μου ή λέμε τα ίδια ή οτιδήποτε. Μιλάμε για την τηλεόραση, τον οργανισμό. Άρα, για να μην παθαίνουμε πανικό, όχι, δεν είναι κι ο ρόλος της τηλεόρασης να σε αγαπάει ως εργαζόμενο. Και δεν μ’ έχει πικράνει η τηλεόραση καθόλου, μου ‘χει φερθεί σούπερ έξτρα πρίμα. Δεν είναι πικρία όταν συνειδητοποιείς ότι “α οκ”. Γίνεται και χωρίς». Μέσα από τα λόγια του φάνηκε πως έχει πλέον επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το μέσο, χωρίς πικρία αλλά με ρεαλισμό.
‘Έβαψα το σπίτι μου μαύρο…”
Σε άλλο σημείο της συζήτησης, ο Νίκος Μουτσινάς προχώρησε και σε μια προσωπική αποκάλυψη σχετικά με την υγεία του, επισημαίνοντας: «Κάθε πρωί παίρνω ένα χάπι για μία θρόμβωση που έπαθα πέρσι και θα το παίρνω μέχρι να σας χαιρετήσω και να ξαναρθώ άλλο πουκάμισο. Και δυστυχώς, ακόμα και στις νεαρές ηλικίες, χτυπάει χοληστερίνη». Με τη χαρακτηριστική του αμεσότητα, αναφέρθηκε σε ένα ζήτημα που τον επηρέασε ουσιαστικά, στέλνοντας παράλληλα ένα μήνυμα για τη σημασία της πρόληψης και της φροντίδας της υγείας, ακόμη και σε νεαρότερες ηλικίες.

Τέλος, ο Νίκος Μουτσινάς μίλησε και για μια ιδιαίτερη αισθητική επιλογή που έκανε στο σπίτι του, εξηγώντας: «Έβαψα το σπίτι μου μαύρο, εκτός από την κρεβατοκάμαρα και το ταβάνι. Το έβαψα μαύρο γιατί είναι το χρώμα της προστασίας». Με αυτή τη φράση έδωσε το προσωπικό του νόημα πίσω από την απόφαση, αποκαλύπτοντας πως για εκείνον το μαύρο δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά συμβολίζει κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό.
Η συγκλονιστική εμπειρία
Μια βαθιά ανθρώπινη και φορτισμένη στιγμή μοιράστηκε πριν λίγο καιρό ο Νίκος ΜΟουτσινάς μιλώντας για τη μητέρα του που έχει φύγει από τη ζωή, αποκαλύπτοντας ένα πρόσφατο περιστατικό που τον έκανε να «παγώσει» από τη συγκίνηση
Ο παρουσιαστής βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή Super Κατερίνα σήμερα (21/1) όπου η Κατερίνα Καινούργιου του έδωσε το έναυσμα να μιλήσει για τη μητέρα του, αναφέροντας πως και η ίδια είχε πρόσφατα δει μια γυναίκα που της τη θύμισε έντονα.

Τότε, ο Νίκος Μουτσινάς περιέγραψε με λεπτομέρεια τη συγκλονιστική εμπειρία που έζησε σε ένα εμπορικό κέντρο, όταν αντίκρισε μια άγνωστη γυναίκα που έμοιαζε εκπληκτικά με τη μητέρα του: «Πήγα την προηγούμενη εβδομάδα να κάνω μια πρόβα για κοστούμι. Μπαίνω σε έναν χώρο, σαν πολυκατάστημα, και όπως περνάω, βλέπω μια κυρία σε προφίλ, με κόκκινο αγορέ μαλλί. Ήταν ολόιδια η μάνα μου. Πάγωσα. Λέω “αποκλείεται”. Περνάω γρήγορα, μου παίρνουν τα μέτρα – τι ωραία που συνδυάζονται όλα – και όταν γυρίζω, μόνο στο ανφάς δεν της έμοιαζε. Ήταν ίδια και η φωνή της. Μου κόπηκαν τα πόδια. Ήθελα να μου πει “καλή επιτυχία”».
Η απώλεια και ο προσωπικός τρόπος πένθους
Η μητέρα του Νίκου Μουτσινά έφυγε από τη ζωή το 2015, σε ηλικία μόλις 50 ετών. Ο ίδιος είχε μιλήσει ανοιχτά για την απώλεια και τον τρόπο που πένθησε, μέσα από την εκπομπή του Καλό Μεσημεράκι, πριν από δύο χρόνια.

Ο Νίκος Μουτσινάς είχε εξηγήσει πως τις πρώτες ημέρες δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τον θάνατό της, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος πένθους: «Δεν θα μου πεις πώς θα πενθήσω. Όταν πέθανε η μάνα μου, τη δεύτερη μέρα ήμουν σπίτι με παρέα και έπαιζα επιτραπέζια για να ξεχαστώ. Αν με έβλεπε κάποιος, θα έλεγε “τι αναίσθητος”. Πού ξέρει όμως τι περνάω εγώ και πώς θα το περάσω; Δεν υπάρχει γενική εντολή στο πένθος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να αντέξει».










