Τα ξημερώματα του Σαββάτου (15/11), περίπου στις 02:00, η δημοσιογράφος Ράνια Καρατζαφέρη βρέθηκε στο επίκεντρο ενός περιστατικού στην Αττική Οδό, το οποίο οδήγησε στη σύλληψή της έπειτα από έντονο επεισόδιο με αστυνομικούς. Η ίδια βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού σε όχημα φίλου της, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, αρχικά δεν σταμάτησε σε μπλόκο για έλεγχο. Όταν τελικά ακινητοποιήθηκε το όχημα, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν μέσω αλκοτέστ ότι ο οδηγός είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ. Αντίστοιχη μέτρηση φαίνεται πως έγινε και για τη δημοσιογράφο, η οποία – όπως υποστηρίζουν οι αστυνομικοί στην αναφορά τους – αντέδρασε έντονα, δείχνοντας απείθεια και εκφράζοντας απειλές.
Το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, η Ράνια Καρατζαφέρη εμφανίστηκε ζωντανά με το πρόσωπό της στην εκπομπή «Το Πρωινό» του Γιώργου Λιάγκα. Προλογίζοντας την παρουσία της, ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στο σοκ που ένιωσε ακούγοντας στο υλικό της σύλληψης μια γυναίκα να κλαίει και ένα παιδί να λέει «βρε μαμά τι πάθαμε και τι έκανες», σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «να μην πυροβολούμε και εκτελούμε ανθρώπους στα social. Να σταματήσει αυτή η ανθρωποφαγία».
«Έχουν γραφτεί τέρατα»
Παίρνοντας τον λόγο, η Ράνια Καρατζαφέρη σημείωσε: «Καταρχήν ευχαριστώ για την ανθρώπινη προσέγγιση. Και εσύ ειδικά η ανθρωποφαγία που έχεις υποστεί δεν υπάρχει… Έχουν γραφτεί τέρατα. Ο άνθρωπος με τον οποίο ήμουν δεν ήταν ο σύντροφός μου, ήταν ένας φίλος. Επειδή δεν είχα αυτοκίνητο, προσφέρθηκε ο άνθρωπος να με φέρει σπίτι. Στο μαγαζί εγώ δεν είδα έναν άνθρωπο πιωμένο ούτε μεθυσμένο. Εγώ όπως είπες, μεγαλώνω ένα παιδί και η ευθύνη μου είναι τεράστια. Αν έβλεπα ότι ένας άνθρωπος ήταν μεθυσμένος δεν θα έμπαινα καν στο αυτοκίνητό του».

Περιγράφοντας τι συνέβη στην Αττική Οδό, πρόσθεσε ότι μπήκαν στο αυτοκίνητο κανονικά, φόρεσαν ζώνες και κινούνταν ομαλά, χωρίς να τρέχουν, σε έναν ουσιαστικά άδειο δρόμο εκείνη την ώρα. Όταν αντιλήφθηκαν δύο περιπολικά πίσω τους, υπέθεσαν ότι απλώς βρίσκονταν σε περιπολία και συνέχισαν, αφού – όπως είπε – δεν είχαν κανένα λόγο να ανησυχούν. Σύμφωνα με την ίδια, δεν έγινε σήμα από τους αστυνομικούς για να σταματήσουν. Μετά την έξοδο, στο φανάρι, «πετάχτηκαν πέντε άτομα και μας περικύκλωσαν λες και ήμασταν ο Εσκομπάρ», με αποτέλεσμα – όπως εξομολογήθηκε – να αισθανθεί υποτιμημένη από τη στάση τους: «εγώ αισθάνθηκα σκουπίδι… Τους είπα “θέλω να ανοίξω το κινητό και να καταγράψω το πώς φέρεστε σε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είναι πατέρας σας;”».

Όταν ο Γιώργος Λιάγκας της επεσήμανε ότι ο οδηγός είχε όντως υψηλές μετρήσεις αλκοόλ, εκείνη απάντησε: «Πάνω στα νεύρα μου είπα κάποια πράγματα που δεν έπρεπε να πω. Το παραδέχτηκα αμέσως, είχα την κακιά στιγμή μου αλλά όμως Γιώργο για να φτάσω μέχρι εκεί προηγήθηκαν κάποια πράγματα. Εγώ σαν δημοσιογράφος 34 χρόνια, έχω υποστεί πολλή αστυνομική βία… Έκανα το λάθος, έχασα την ψυχραιμία μου… Ούτε μας σπρώξανε ούτε μας έβρισαν. Μας συμπεριφέρθηκαν προσβλητικά χωρίς να υπάρχει λόγος. Πέρασα την εξευτελιστική διαδικασία του αυτοφώρου. Πήγα χωρίς δικηγόρο και πήρα την ποινή μου. Θέλω να θεωρηθεί λήξαν το θέμα, δεν κρύφτηκα, είδατε πώς το αντιμετώπισα».











