Στις 27 Νοεμβρίου 1928 γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ζεν πρεμιέ του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου: ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Ευγενής, γοητευτικός και ταλαντούχος, σημάδεψε με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα τόσο στη μεγάλη οθόνη όσο και στην καρδιά του κοινού.
Γιος Μανιάτη δικηγόρου, μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και αναζητήσεις. Φοίτησε στο σχολείο Μπερζάν, ενώ η ξιφασκία ήταν το μεγάλο του πάθος – στα 15 του χρόνια φόρεσε ήδη τα χρώματα της εθνικής ομάδας. Στα 16 μπήκε στη Σχολή Δοκίμων, με όνειρο να γίνει αξιωματικός του Ναυτικού, ενώ παράλληλα ονειρευόταν σπουδές κινηματογραφικής σκηνοθεσίας στην Αμερική.

Όλα όμως άλλαξαν όταν παρακολούθησε μια παράσταση του Κάρολου Κουν με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη. Εκείνη τη μέρα γεννήθηκε ένας μεγάλος έρωτας: ο έρωτας του Αλεξανδράκη με το θέατρο. Με την παρότρυνση του φίλου του Νίκου Καζή γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και λίγο αργότερα πέρασε πρώτος στις εξετάσεις του Βασιλικού Θεάτρου. Ο Δημήτρης Χορν στοιχημάτιζε για το μέλλον του – και δικαιώθηκε. Η πρώτη του εμφάνιση στο σανίδι, το 1949, ενθουσίασε κοινό και κριτικούς. «Επιτέλους ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο», θα γράψει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στην Καθημερινή. Την ίδια χρονιά ο Φιλοποίμην Φίνος τον καλεί στον κινηματογράφο και ο νεαρός ζεν πρεμιέ κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με τους Δύο Κόσμους. Από εκεί και πέρα η πορεία του ήταν εκρηκτική.

Ο ακαταμάχητος γόης – Οι γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του
Η γοητεία του υπήρξε σχεδόν θρυλική. Η πρώτη που υπέκυψε ήταν η εμβληματική Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους κράτησε λίγους μήνες αλλά συνοδεύτηκε από πάθος, εντάσεις και ένα τέλος που πλήγωσε βαθιά και τους δύο. Ο χωρισμός τους έγινε με σκληρά λόγια, ενώ χρόνια αργότερα η Λαμπέτη τον προσπέρασε σαν να μην υπήρξε ποτέ – μια σκηνή που ο ίδιος δεν ξέχασε. Στο Σουδάν γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, την Μαρτζ Βάλβη. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια, όπως και ο δεύτερος, με τη Γαλλίδα Κλοντ Σαμπαντού. Το 1956 παντρεύτηκε την ηθοποιό Αλίκη Γεωργούλη, με την οποία μοιράστηκαν όχι μόνο τη σκηνή αλλά και κοινωνικούς αγώνες – πορείες ειρήνης, δημοκρατικά συλλαλητήρια. Και αυτός ο γάμος όμως έληξε ύστερα από τέσσερα χρόνια. Ο τέταρτος και πιο ήρεμος γάμος του ήταν με την Ελβετή Βερένα Γκάουερ, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Αλλά το 1969 μια τυχαία – ή μοιραία – στιγμή θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα.

Ο έρωτας–σταθμός με τη Νόνικα Γαληνέα
Η Νόνικα Γαληνέα περιέγραψε γλαφυρά στη βιογραφία της τη νύχτα που τους έφερε κοντά. Ένα καμαρίνι που κλειδώθηκε κατά λάθος, ένας φύλακας που δεν άκουγε τίποτα, και ο Αλεξανδράκης που επέστρεψε από δύο τετράγωνα μακριά για να την απεγκλωβίσει. Εκείνο το βράδυ, 29 Ιουνίου 1969, γεννήθηκε ένας από τους πιο δυνατούς έρωτες της ελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας.

«Φίλησέ με», του είπε η Γαληνέα στο τέλος της διαδρομής με το αυτοκίνητο. «Ας το καλύτερα», της απάντησε. Κι όμως, λίγα λεπτά μετά βρέθηκαν αγκαλιασμένοι κάτω από ένα δέντρο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να τους φωτίζουν σαν σκηνικό. Για τον Αλεξανδράκη, αυτό σήμαινε ένα πράγμα: ο γάμος του με τη Βερένα είχε τελειώσει. Το ζευγάρι έζησε μαζί 21 ολόκληρα χρόνια. Μια χρυσή εποχή γεμάτη παραστάσεις, ταξίδια, δημιουργία και συντροφικότητα. Χωρίσαν ήρεμα, χωρίς σκάνδαλα. «Είχα μεγαλώσει αρκετά για να ξεκινήσω άλλη σχέση», θα πει ο ίδιος.
Τα τελευταία χρόνια και η παρακαταθήκη
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του δίδασκε υποκριτική, μεταδίδοντας στους νέους ηθοποιούς το πάθος και τη γνώση του. Το 2001 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής για την προσφορά του στην τέχνη. Έφυγε από τη ζωή στις 8 Νοεμβρίου 2005, μετά από μακρά μάχη με τον καρκίνο. Έμεινε όμως πίσω η αύρα του, οι ρόλοι του, οι μεγάλοι έρωτες και η εικόνα ενός πραγματικού κυρίου – ενός από τους τελευταίους αληθινούς ζεν πρεμιέ του ελληνικού θεάτρου.











