Τζούλια Γκανάσου: «Δευτέρα παρουσία»

Τζούλια Γκανάτσου
Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Η Τζούλια Γκανάσου μιλά στο «egomagazine.gr» για το βιβλίο της «Δευτέρα παρουσία», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Σε μια πόλη που βομβαρδίζεται, η δεκαεπτάχρονη Άννα προσπαθεί να πείσει τη γιαγιά της, την Όλγα, να εγκαταλείψουν το σπίτι τους. Όταν αντιλαμβάνεται ότι τα πόδια της ηλικιωμένης γυναίκας έχουν παραλύσει, τη σηκώνει στην πλάτη και βγαίνει μαζί της σε έναν κόσμο όπου η τροφή, το νερό, η στέγη και η ασφάλεια έχουν πάψει να θεωρούνται αυτονόητα. Γιαγιά και εγγονή κινούνται σαν ένα σώμα, έχοντας μοναδικό προορισμό έναν τόπο που ίσως δεν τις πληγώσει ξανά.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Η διαδρομή τους περνά από ερείπια, προσωπεία, κλοπές και καταφύγια που αποδεικνύονται φυλακές. Στην υπόγεια δομή όπου εγκλωβίζονται, γυναίκες μετατρέπονται σε αριθμούς και τα σώματά τους χρησιμοποιούνται για την παραγωγή παιδιών κατά παραγγελία. Η βία του πολέμου συναντά έτσι μια διαφορετική, οργανωμένη μορφή βίας, η οποία δεν καταστρέφει μόνο πόλεις, αλλά αφαιρεί από τον άνθρωπο την κυριότητα του σώματος και της ζωής του. Εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα στην Ουκρανία, στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλες εμπόλεμες περιοχές, το μυθιστόρημα δεν κατονομάζει τη χώρα του, υπενθυμίζοντας ότι ο ίδιος όλεθρος μπορεί να επιστρέψει οπουδήποτε.

Η Τζούλια Γκανάσου ακολουθεί μια δημιουργική διαδρομή στην οποία συναντιούνται δύο φαινομενικά μακρινοί κόσμοι. Έχει σπουδάσει Πληροφορική, Λογοτεχνία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, ενώ επαγγελματικά παραμένει συνδεδεμένη με τον χώρο της τεχνολογίας. Παράλληλα, έχει διαμορφώσει μια σταθερή παρουσία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, με έργα που έχουν προταθεί και διακριθεί σε ελληνικούς και διεθνείς λογοτεχνικούς θεσμούς. Κείμενα και διηγήματά της έχουν ταξιδέψει σε διοργανώσεις στην Ελλάδα, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γαλλία, υπηρετώντας μια γραφή που δεν διστάζει να πλησιάσει τις πιο σκοτεινές εκδοχές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το βιβλίο αντλεί την πρώτη του ύλη από τους πολέμους στην Ουκρανία και στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά η χώρα στην οποία κινούνται οι ηρωίδες παραμένει ανώνυμη. Γιατί επιλέξατε να απομακρύνετε την ιστορία από έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο; Θέλατε να δείξετε ότι η πατρίδα της Άννας και της Όλγας μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να γίνει η πατρίδα οποιουδήποτε ανθρώπου;

Τ.Γ.: Το βιβλίο είναι ατοπικό και αχρονικό γιατί αναπαριστά όλους τους βομβαρδιζόμενους τόπους, όλες τις εμπόλεμες ζώνες, όλους τους απογόνους την στιγμή που καλούνται να πάρουν τη φροντίδα των προγόνων στα χέρια τους. Αφορμή για τη συγγραφή της «Δευτέρας παρουσίας» αποτέλεσε η αναστάτωση που μου προξενούν οι βομβαρδισμοί κατοικημένων πόλεων, οι εικόνες των κυνηγημένων ανθρώπων που διαμένουν στα σπίτια τους έχοντας πιστέψει στην πλάνη της παράνοιας ενός «πολιτισμένου πολέμου». Η δεύτερη αφορμή προέρχεται από το συγγενικό μου περιβάλλον, από την αναπόφευκτη στιγμή που τα παιδιά βρίσκονται στη μεγαλειώδη, αλλά και δύσκολη θέση όπου καλούνται να «μεγαλώσουν» τους γονείς τους. 

Στην εναρκτήρια σκηνή η δεκαεπτάχρονη Άννα σηκώνει στην πλάτη την παράλυτη γιαγιά της και οι δυο τους προχωρούν σαν ένα σώμα μέσα στη βομβαρδισμένη πόλη. Η εικόνα παραπέμπει στον Αινεία που διασώζει τον πατέρα του από την Τροία, μόνο που εδώ στη θέση των δύο αντρών βρίσκονται δύο γυναίκες. Τι αλλάζει στη σημασία αυτής της πράξης όταν η διάσωση, η μνήμη και η συνέχεια μιας γενιάς περνούν στα χέρια μιας έφηβης;

Τ.Γ.:  Όταν η διάσωση περνά στα χέρια μιας έφηβης, ανανεώνεται σαφώς η ελπίδα. Αλλά, στο βιβλίο, η διάσωση είναι στα χέρια του διττού σώματος, της εγγονής με τη γιαγιά στην πλάτη. Μια τέτοιου είδους σύμπραξη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Η εγγονή που συμβολίζει το νέο, την ορμή, την αλλαγή, χρειάζεται, τιμά, διασώζει και συνεργάζεται με τη γιαγιά η οποία συμβολίζει την εμπειρία, τη γνώση, την κληρονομιά του παρελθόντος. Σε όλο το βιβλίο, οι δύο γυναίκες συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν σαν ένα νέο ζωντανό σώμα. Αυτό το διττό σώμα συμβολίζει τη σημασία της ενεργούς σύμπραξης και διάδρασης του παλαιού με το νέο, του ατομικού με το συλλογικό με όραμα έναν καλύτερο κόσμο. Έχει βαθιά ανθρωπιστικό, επαναστατικό και αντιρατσιστικό χαρακτήρα. Το διττό σώμα της εγγονής με τη γιαγιά στην πλάτη, το διττό σώμα των παρένθετων μανάδων (στο δεύτερο μέρος του βιβλίου) οι οποίες κυοφορούν «κατά παραγγελία», το διττό σώμα των γυναικών που κουβαλάνε ή θηλάζουν βρέφη σαν να είναι ενσωματωμένα επάνω τους, το διττό σώμα των εραστών όταν σμίγουν, το διττό σώμα της νεκρής που γίνεται «φορείο» για την ετοιμόγεννη (στο τρίτο μέρος του βιβλίου), της ζωής και του θανάτου που συνυπάρχουν διαρκώς, της «πατρίδας» που αφήνουμε πίσω και της «πατρίδας» που ελπίζουμε ότι θα χτίσουμε, το διττό σώμα που δεν αποδέχεται την ήττα, ελπίζει και παλεύει για μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, για μια «Δευτέρα παρουσία» είναι το πιο δυνατό σύμβολο του έργου.

Τζούλια Γκανάσου: Μια δεκαεπτάχρονη κουβαλά τη γιαγιά της μέσα στα ερείπια, ενώ ένας κόσμος σε αποσύνθεση μετατρέπει ακόμη και τη γέννηση σε εμπόρευμα.

Το σακίδιο της Άννας περιέχει τα φάρμακα της Όλγας και μικρά αντικείμενα που τη συνδέουν με την οικογένειά της, μέχρι τη στιγμή που το κλέβει ένα μεταμφιεσμένο αγόρι. Γιατί επιλέξατε ο κλέφτης να είναι παιδί και να φορά αποκριάτικη μάσκα; Είναι ένα ακόμη θύμα του πολέμου ή η απόδειξη ότι, όταν καταρρέει κάθε κοινωνικός κανόνας, ακόμη και η παιδική αθωότητα μπορεί να μετατραπεί σε απειλή;

Τ.Γ.: Οι αποκριάτικες μάσκες συμβολίζουν την ανωνυμία που χρειάζονται ίσως οι άνθρωποι για να διαπράξουν εγκλήματα προκειμένου να επιβιώσουν. Επιπλέον, οι αποκριάτικες μάσκες «ξεμπροστιάζουν» τις ψευδείς υποσχέσεις των πολιτικών όσον αφορά στη βοήθεια που (δεν) παρέχεται στους πολίτες οι οποίοι παραμένουν στα σπίτια τους ενώ βομβαρδίζονται οι πόλεις. Εκθέτουν τις ψευδαισθήσεις που δημιούργησαν οι διακηρύξεις περί «πολιτισμένων» πολέμων. Κατά συνέπεια, το εν λόγω εύρημα λειτουργεί ειρωνικά στο βιβλίο: το μόνο που δίνουν στους κατοίκους, ακόμη και σε μικρά αγόρια, οι φρουροί της Εθνοφυλακής εν μέσω απειλής πτώσης «βρώμικης» βόμβας, είναι πλαστικές αποκριάτικες μάσκες ζώων.

Στο καταφύγιο όπου εγκλωβίζονται η Άννα και η Όλγα, οι παρένθετες μητέρες αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα σώματα μιας κερδοφόρας επιχείρησης που εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα στον πόλεμο. Τι σας οδήγησε να συνδέσετε τη στρατιωτική βία με την εμπορευματοποίηση της μητρότητας;

Τ.Γ.: Κάνοντας έρευνα, όπως ανέφερα και παραπάνω, ανακάλυψα μια εταιρεία η οποία εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη δημιουργία βρεφών «κατά παραγγελία» στο Κίεβο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Αυτό με συγκλόνισε. Σίγουρα, η διαδικασία της παρένθετης μητρότητας βοηθάει αφάνταστα να γεννηθούν μωρά από βιολογικούς γονείς οι οποίοι αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο πεδίο της αναπαραγωγής. Όταν αυτό, όμως, γίνεται εν μέσω πολέμου όπου οι γυναίκες δεν έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν πού και πώς θα συμμετέχουν και μέχρι ποιο σημείο θα προσφέρουν κομμάτια από το σώμα τους, τότε η διαδικασία αποκτά νέες διαστάσεις. Έτσι, φαντάστηκα ένα καταφύγιο όπου γυναίκες θα κυοφορούσαν, θα θήλαζαν, θα έδιναν ωάρια, θα συμμετείχαν σε πειράματα με νέα φάρμακα και θεραπείες γονιμότητας, θα εξαναγκάζονταν, υπό μια έννοια, να «εργαστούν» για την εταιρεία προκειμένου να επιβιώσουν. Πάνω σε αυτό, στήθηκε όλο το δεύτερο μέρος του βιβλίου μιας και η Άννα με την Όλγα γίνονται μέρος αυτής της εκμετάλλευσης του ανθρώπινου σώματος. Σαφώς, το εν λόγω μυθιστόρημα είναι ανθρωπιστικό και δίνει χώρο στο κομμάτι της γέννας, της παρένθετης μητρότητας και της τεράστιας αξίας που έχει. Ωστόσο, το βιβλίο είναι και καταγγελτικό όσον αφορά στην εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος και της έμφυλης βίας. Οι ηρωίδες γίνονται «μάρτυρες» των δεινών του σύγχρονου κόσμου σε μια ακραία αλλά πραγματική συνθήκη: τη δημιουργία και αγοραπωλησία βρεφών «κατά παραγγελία» και γιατί όχι, «τέλειων» όντων.

Τζούλια Γκανάτσου
Τζούλια Γκανάτσου

Στο τρίτο μέρος, η πορεία προς τα σύνορα συνοδεύεται από νέες απώλειες, αλλά και από μια επιμονή στη ζωή που ενισχύεται μέσα από στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Τι σημαίνει τελικά ο τίτλος «Δευτέρα παρουσία»; Παραπέμπει σε μια νέα χώρα, σε μια δεύτερη γέννηση ή στη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι επιστρέφουν στον κόσμο έχοντας αρνηθεί να γίνουν όμοιοι με εκείνους που τους κακοποίησαν;

Τ.Γ.: Ο τίτλος δεν έχει καμία σχέση με το βιβλικό περιεχόμενο στο οποίο παραπέμπει, αν και μας κλείνει το μάτι. Είναι αλληγορικός, μεταφορικός, υπαρξιακός. Αναφέρεται στις στιγμές που οι άνθρωποι ξεκινούν από την αρχή, έχουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή μετά από κάποια δύσκολη συγκυρία, μετά από μια μεταμορφωτική εμπειρία, μετά από έναν αγώνα επιβίωσης. Το βιβλίο δεν αναφέρεται σε ένα δυστοπικό, αόριστο μέλλον αλλά σε ένα εφιαλτικό παρόν. Είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα που διαδραματίζονται τα τέσσερα τελευταία χρόνια και δυστυχώς, εξακολουθούν να συμβαίνουν και αυτή τη στιγμή. Στη «Δευτέρα παρουσία», η μυθοπλασία συνομιλεί διαρκώς με τα ντοκουμέντα τα οποία παρατίθενται υπό μορφή υποσημειώσεων. Πρόκειται για την ιστορία μιας έφηβης η οποία διαπιστώνει ότι η γιαγιά της έχει παραλύσει, την παίρνει στην πλάτη και προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια βομβαρδιζόμενη χώρα. Η Όλγα πάνω στην Άννα, η Άννα κάτω από την Όλγα, οι δυο γυναίκες σαν ένα σώμα αγωνίζονται να φτάσουν στα σύνορα, στην πολυπόθητη ειρήνη, διεκδικούν μια «δευτέρα παρουσία» στη ζωή.  

Photo Credits: Σίσσυ Μόρφη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ