Η ζωή της Γκιζέλα Ντάλι έμοιαζε με παραμύθι, αλλά δεν είχε ποτέ ευτυχισμένο τέλος. Η ηθοποιός με τις τέλειες αναλογίες που στα χρόνια της δόξας της αποκαλέστηκε η «Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό», υπήρξε ένα από τα πιο εκθαμβωτικά αλλά και τραγικά πρόσωπα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Της: Έπης Τρίμη
Πίσω από τη λάμψη, τα φλας και την εικόνα της εκρηκτικής ντίβας, κρυβόταν μια γυναίκα βαθιά πληγωμένη, που δεν έζησε ποτέ τη ζωή που πραγματικά ήθελε.
«Έφυγε σαν πουλί. Άγριο πουλί», είπε η ανιψιά της περιγράφοντας τις τελευταίες της στιγμές. Καθηλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς φωνή, χωρίς δυνάμεις, η Γκιζέλα Ντάλι έσβησε ήσυχα στις 10 Σεπτεμβρίου του 2010 στη Νάξο, τον τόπο όπου είχε επιλέξει να αποσυρθεί δεκαετίες νωρίτερα, μακριά από όλους και από όλα.
Ποια ήταν η Γκιζέλα Ντάλι
Η γυναίκα που το κοινό γνώρισε ως Γκιζέλα Ντάλι λεγόταν στην πραγματικότητα Αδαμαντία Μαυροειδή. Γεννημένη σε μια οικογένεια με έντονες αντιθέσεις, κουβαλούσε από παιδί βαριά τραύματα. Ο πατέρας της, Αλέξανδρος, προερχόταν από πλούσια οικογένεια των Μεγάρων, ενώ η μητέρα της, Βούλα, έζησε με τον φόβο της Κατοχής και της απώλειας. Το πιο σκοτεινό γεγονός της παιδικής της ηλικίας ήταν ο βίαιος θάνατος της μικρής της αδελφής, που σκοτώθηκε σε τροχαίο μπροστά στα μάτια της. Το γεγονός αυτό διέλυσε την οικογένεια και οδήγησε τη μητέρα και την Αδαμαντία στην Αθήνα, σημαδεύοντας για πάντα την ψυχή της.

Η μεταμόρφωση σε sex symbol
Η ζωή της άλλαξε δραματικά τον Ιούνιο του 1958, σε ένα πάρτι. Εκεί την είδε ο σκηνοθέτης Ντίμης Δαδήρας, ο άνθρωπος που θα καθόριζε την πορεία της. 21 χρόνια μεγαλύτερός της, τη γοήτευσε με υποσχέσεις για δόξα, χρήμα και μια παραμυθένια ζωή. Εκείνη τον εμπιστεύτηκε. Μέσα σε μια νύχτα, η Αδαμαντία εξαφανίστηκε και στη θέση της γεννήθηκε η Γκιζέλα Ντάλι με μακριά μαλλιά, έντονο μακιγιάζ, αποκαλυπτικά ντεκολτέ και ημίγυμνες πόζες. Παντρεύτηκαν στις 24 Δεκεμβρίου 1959, έχοντας ήδη γυρίσει την πρώτη της ταινία, το «Ραντεβού στη Βενετία».
Οι απανωτές αμβλώσεις της Γκιζέλα Ντάλι
Έναν χρόνο μετά τον γάμο έμεινε έγκυος, αλλά ο σύζυγός της την ανάγκασε να προχωρήσει σε έκτρωση. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Η ίδια μίλησε αργότερα με οδύνη για τα παιδιά που δεν απέκτησε ποτέ, για τη μητρότητα που της στερήθηκε, για τη γυναικεία της ολοκλήρωση που θυσιάστηκε στον βωμό της εικόνας. Όπως έλεγε, δεν υπήρξε παρά ένα καλοστημένο σκηνικό του ελληνικού κινηματογράφου.
Το 1967 χωρίζει τον Δαδήρα και ερωτεύεται τον Άλκη Γιαννακά. Η σχέση τους ήταν παθιασμένη, αλλά και αυτοκαταστροφική, γεμάτη συγκρούσεις και βία. Από εκείνη τη στιγμή, η καριέρα της αρχίζει να φθίνει. Οι ρόλοι λιγοστεύουν, το ενδιαφέρον του κοινού μειώνεται και η Γκιζέλα Ντάλι βλέπει τη δόξα να απομακρύνεται.
Ο καρκίνος
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε το 1974, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του λάρυγγα. Προσπάθησε απεγνωσμένα να σωθεί. Έφτασε μέχρι την Αμερική αναζητώντας δουλειά και θεραπεία, ενώ στην Ελλάδα έπεσε θύμα εκμετάλλευσης από τον Καματερό, ο οποίος τη χρησιμοποίησε ως διαφημιστικό πρόσωπο για το δήθεν «θαυματουργό νερό» του.
Απελπισμένη, αναζήτησε τη σωτηρία μακριά από τη Δύση. Ταξίδεψε μέχρι το Θιβέτ, όπου έζησε σχεδόν έναν χρόνο, πιστεύοντας ότι η προσευχή, η πειθαρχία και η απομόνωση θα τη θεραπεύσουν. Όταν επέστρεψε, είχε μείνει σχεδόν άφωνη. Το σώμα άντεξε, αλλά η καριέρα της είχε τελειώσει οριστικά.
Οι πόρτες του κινηματογράφου ήταν πια κλειστές. Οι μοναδικές προτάσεις που δεχόταν αφορούσαν χαμηλής ποιότητας ερωτικές ταινίες, κάτι που την εξευτέλιζε και την πονούσε βαθιά. Τότε πήρε την οριστική απόφαση να εξαφανιστεί.
Κατέφυγε στη Νάξο, ζώντας με τη μητέρα της σε ένα απομονωμένο σπίτι στο φαράγγι της Λιόνας. Εκεί προσπάθησε να σκοτώσει το φάντασμα της Γκιζέλας. Δεν ήταν εύκολο. Αντιμετώπισε παρενόχληση, σχόλια και νυχτερινές ενοχλήσεις, μέχρι που αναγκάστηκε να συγκρουστεί ανοιχτά με την κοινωνία του νησιού. Από εκείνη τη στιγμή επέλεξε τη σιωπή, την πίστη στον Θεό και την πλήρη απομόνωση.
Η Γκιζέλα Ντάλι έζησε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις. Υπήρξε είδωλο, αλλά και θύμα. Έλαμψε εκτυφλωτικά, αλλά κάηκε γρήγορα. Και τελικά έφυγε όπως έζησε τα τελευταία της χρόνια μόνη, μακριά από τα φώτα, αφήνοντας πίσω της μια ιστορία γεμάτη δόξα, πόνο και απογοητεύσεις.










