Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου – Περισσότερες από 200 ταινίες και μια ζωή αφιερωμένη στο θέατρο και το σινεμά
Ο Λαυρέντης Διανέλλος υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές και αγαπητές φυσιογνωμίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Ένας ηθοποιός που κατάφερε να συνδέσει το όνομά του με τους απλούς ανθρώπους της εποχής, με τους πατεράδες, τους οικογενειάρχες, τους γείτονες και τους ανθρώπους της καθημερινότητας, χαρίζοντας στο κοινό ερμηνείες που έμοιαζαν αληθινές και οικείες. Η παρουσία του στην οθόνη είχε μια ιδιαίτερη ζεστασιά, ενώ το χαρακτηριστικό βλέμμα και η εκφραστικότητά του αρκούσαν πολλές φορές για να δώσουν ζωή ακόμη και σε έναν μικρό ρόλο.

Η καλλιτεχνική του διαδρομή ξεκίνησε από το θέατρο και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και συνεχίστηκε για δεκαετίες στον ελληνικό κινηματογράφο. Συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής και συμμετείχε σε περισσότερες από 200 ταινίες, γεγονός που τον κατατάσσει στους πιο παραγωγικούς ηθοποιούς του ελληνικού σινεμά.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1978, ο Λαυρέντης Διανέλλος έφυγε από τη ζωή στο Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών, σε ηλικία 67 ετών. Η ημερομηνία του θανάτου του είναι καταγεγραμμένη και από το Αρχείο της ΕΡΤ, το οποίο έχει παρουσιάσει αφιέρωμα στη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία.
Ο Λαυρέντης Διανέλλος γεννήθηκε το 1911 στον Άγιο Λαυρέντιο Μαγνησίας, το χωριό από το οποίο πήρε και το όνομά του. Από μικρή ηλικία είχε μεγάλη αγάπη για τα τρένα και μάλιστα το όνειρό του ήταν να γίνει μηχανοδηγός. Η αγάπη αυτή παρέμεινε ζωντανή σε όλη του τη ζωή, ακόμη και όταν πλέον είχε καταξιωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έκανε το αποφασιστικό βήμα προς την υποκριτική. Φοίτησε στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν και υπήρξε ένας από τους πρώτους μαθητές και συνεργάτες του. Η εκπαίδευσή του εκεί αποτέλεσε τη βάση για μια μακρά καλλιτεχνική πορεία, η οποία αρχικά πέρασε από το θέατρο και στη συνέχεια επεκτάθηκε δυναμικά στον κινηματογράφο.
Η πρώτη εμφάνιση στη σκηνή και η μεγάλη θεατρική πορεία
Η πρώτη εμφάνιση του Διανέλλου στη σκηνή έγινε το 1936 στο Θέατρο Τέχνης, στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου, ενώ το 1947 βρέθηκε στο πλευρό του Βασίλη Λογοθετίδη. Το 1954 ξεκίνησε και η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Μίμη Φωτόπουλο, η οποία κράτησε περίπου δύο δεκαετίες.
Ο Διανέλλος δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο είδος. Στη θεατρική του διαδρομή κινήθηκε από το κλασικό ρεπερτόριο μέχρι την κωμωδία και την επιθεώρηση, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να υπηρετήσει διαφορετικούς χαρακτήρες και διαφορετικά είδη θεάτρου. Ανάμεσα στα έργα στα οποία ξεχώρισε αναφέρονται η «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, το «Όπως Αγαπάτε» του Σαίξπηρ, ο «Δον Καμίλο» και «Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ».

Από το 1938 στη μεγάλη οθόνη
Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1938 στην ελληνοαιγυπτιακή παραγωγή «Δόκτωρ Επαμεινώνδας». Δέκα χρόνια αργότερα συνεργάστηκε με τη Φίνος Φιλμ στην ταινία «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται», έχοντας στο πλευρό του τον Βασίλη Λογοθετίδη. Από εκείνο το σημείο και έπειτα άρχισε να χτίζει μια σταθερή παρουσία στη μεγάλη οθόνη, η οποία θα διαρκούσε μέχρι το 1975.
Στην πορεία του συνεργάστηκε με σχεδόν όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου. Στάθηκε δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Κώστα Χατζηχρήστο, τον Θανάση Βέγγο, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Σταύρο Ξενίδη και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Η φιλμογραφία του περιλαμβάνει περισσότερες από 200 ταινίες, ενώ χαρακτηριστικοί σταθμοί της πορείας του ήταν οι «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο», «Μανταλένα», «Η Κυρά μας η Μαμμή», «Ο Ηλίας του 16ου» και «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες».
Η «Μανταλένα» και ο ρόλος του πατέρα
Ανάμεσα στις ερμηνείες που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με το όνομά του ήταν εκείνη στη «Μανταλένα» του 1960. Ο Διανέλλος είχε το χάρισμα να αποδίδει τους οικογενειακούς ρόλους με τρόπο ιδιαίτερα ανθρώπινο και γι’ αυτό ταυτίστηκε στη συνείδηση του κοινού με τον ρόλο του πατέρα.
Η χαρακτηριστική εικόνα του δίπλα στους νεότερους πρωταγωνιστές της εποχής έγινε κομμάτι της κινηματογραφικής μνήμης μιας ολόκληρης γενιάς. Στη «Μανταλένα», για παράδειγμα, η σχέση του χαρακτήρα του με την ηρωίδα που υποδύεται η Αλίκη Βουγιουκλάκη αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας.
Ο Λαυρέντης Διανέλλος ήταν από τους ηθοποιούς που μπορούσαν να κάνουν έναν χαρακτήρα αξέχαστο ακόμη και μέσα από μια σύντομη σκηνή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παρουσία του στον «Θόδωρο και το Δίκαννο» του 1962 και η χαρακτηριστική ατάκα «Ρωξάνη, ομιλώ εγώ, Ρωξάνη, σιωπή», που έχει συνδεθεί με την ταινία.
Ανάμεσα στις γνωστές συμμετοχές του βρίσκονται επίσης οι «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» του 1960, «Ολοκαύτωμα» του 1971 και «Η Αλίκη Δικτάτωρ» του 1972. Η παρουσία του δεν περιορίστηκε στην κωμωδία, αλλά περιλάμβανε και δραματικούς ρόλους, στους οποίους μπορούσε να αναδείξει μια διαφορετική πλευρά της υποκριτικής του.
Η σημαντική διάκριση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Το 1971 ο Διανέλλος συμμετείχε στην πολεμική ταινία «Ολοκαύτωμα» του Δημήτρη Παπακωνσταντή. Για την ερμηνεία του τιμήθηκε με το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μια διάκριση που προστέθηκε στη μακρά καλλιτεχνική του διαδρομή.
Η βράβευση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Διανέλλος είχε ήδη πίσω του δεκαετίες παρουσίας στο θέατρο και τον κινηματογράφο και είχε καθιερωθεί σε μια μεγάλη γκάμα ρόλων.

Με τη γυναίκα του Φρόσω
Η ζωή μακριά από τα φώτα
Παρά τη μεγάλη αναγνωρισιμότητά του, η προσωπική ζωή του Λαυρέντη Διανέλλου παρέμενε σε μεγάλο βαθμό μακριά από τη δημοσιότητα. Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό και ερμηνεύτρια δημοτικών τραγουδιών Φρόσω Κοκκόλα, την οποία γνώρισε στο Θέατρο Τέχνης. Το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη, τη Μαρία, και έζησε μαζί για 42 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.
Η κόρη του έχει περιγράψει τον πατέρα της ως έναν άνθρωπο γλυκό, ταπεινό και χαμηλών τόνων, στοιχεία που, όπως έχει πει, χαρακτήριζαν τον ίδιο και στην προσωπική του ζωή. «Ο πατέρας μου ήταν ένας γλυκός, ταπεινός και με ευρύ πνεύμα άνθρωπος. Ήταν αυτό που βλέπουμε όλοι στις ταινίες. Τον λάτρευαν όλοι, γιατί ήταν πολύ χαμηλών τόνων», είχε αναφέρει.
Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία της Καίτης Πάνου, η οποία είχε πει για εκείνον: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος στον κινηματογράφο και στο θέατρο που να μην τον έχει λατρέψει».
Η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση
Η τελευταία κινηματογραφική παρουσία του Λαυρέντη Διανέλλου ήρθε το 1975, στην ταινία «Στα Δίχτυα του Τρόμου» του Βαγγέλη Σερντάρη. Είχε συμπληρώσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες παρουσίας στον κινηματογράφο και είχε αφήσει πίσω του μια φιλμογραφία που ξεπερνούσε τις 200 συμμετοχές.
Τρία χρόνια αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1978, έφυγε από τη ζωή στο Σιάτλ. Η είδηση του θανάτου του σήμανε το τέλος μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει από ένα χωριό του Πηλίου, πέρασε από τη σχολή του Καρόλου Κουν και το ελληνικό θέατρο και κατέληξε στη μεγάλη οθόνη, όπου ο Διανέλλος έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές μιας ολόκληρης εποχής.
Η μεγάλη αγάπη για τα τρένα και το συμβολικό τέλος
Πέρα από την υποκριτική, υπήρχε μία αγάπη που τον ακολούθησε από τα παιδικά του χρόνια μέχρι το τέλος: τα τρένα. Το παιδικό του όνειρο να γίνει μηχανοδηγός μπορεί να μην πραγματοποιήθηκε ποτέ, όμως η γοητεία που του ασκούσαν οι σιδηρόδρομοι παρέμεινε ζωντανή. Ο ίδιος είχε μιλήσει με ιδιαίτερη συγκίνηση για αυτή την αγάπη: «Με συγκινούν πολύ τα τρένα. Μου αρέσει να κάθομαι σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό και να χαζεύω τους συρμούς».
Η πληροφορία ότι το νοσοκομείο στο Σιάτλ όπου άφησε την τελευταία του πνοή βρισκόταν κοντά σε σιδηροδρομικό σταθμό έχει δώσει σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα. Ένας άνθρωπος που από παιδί ονειρευόταν τα τρένα έφυγε από τη ζωή έχοντας για ακόμη μία φορά τους συρμούς κοντά του.
Ο Λαυρέντης Διανέλλος έφυγε πριν από σχεδόν μισό αιώνα, όμως η εικόνα του παραμένει ζωντανή μέσα από τις ταινίες του. Είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν χρειάστηκαν ποτέ υπερβολές για να αγαπηθούν. Με τη σεμνότητα, τη φυσικότητα και τη χαρακτηριστική του παρουσία κατάφερε να γίνει ένα από τα πρόσωπα που ταυτίστηκαν με το ελληνικό σινεμά και κυρίως με τους ανθρώπους της καθημερινής ζωής.










