Δήμητρα Δερζέκου: «Λόγω του ονείρου μου στην υποκριτική έχει “θυσιαστεί” σχεδόν η μισή μου ζωή»

Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Από τον Ανδρέα Θεοδώρου 

Η Δήμητρα Δερζέκου είναι μια από τις ηθοποιούς που έχουν καταφέρει να ξεχωρίσουν μέσα από τη δουλειά, το ταλέντο και τη δική τους ξεχωριστή παρουσία. Με αφοσίωση στην υποκριτική, αλλά και μια προσωπικότητα που δεν περιορίζεται μόνο στη σκηνή και την οθόνη μιλά ανοιχτά για όσα την εμπνέουν, τις στιγμές που τη σημάδεψαν και τους ανθρώπους που έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή της. Με αφορμή τον ρόλο της στη θεατρική παράσταση «Πετάει Πετάει», η Δήμητρα άνοιξε την καρδιά της στο Λοιπόν και μίλησε για όλα. Απολαύστε την!

– Αυτή την περίοδο σε απολαμβάνουμε στη θεατρική παράσταση «Πετάει Πετάει». Πες μας λίγα λόγια για το έργο, τον ρόλο σου και τι θα ήθελες να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας;

Το «Πετάει Πετάει» είναι μια υπέροχη διασκευή της κλασικής γαλλικής φαρσοκωμωδίας «Boeing-Boeing» του Marc Camoletti. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από έναν playboy, τον Μάνο, ο οποίος έχει παράλληλες σχέσεις με τρεις αεροσυνοδούς. Τα έχει όλα προγραμματισμένα στην εντέλεια με τον οικονόμο του για να μην συναντηθούν ποτέ, μέχρι που έρχεται ένας φίλος του από την Κρήτη και τα κάνει όλα άνω κάτω! Στο «Πετάει Πετάει» έχω τη χαρά να είμαι σε μια δουλειά με υπέροχους συντελεστές. Η διασκευή είναι των Στέλιου Παπαδόπουλου – Γιώργου Βάλαρη, η σκηνοθεσία είναι της Βάσιας Παναγοπούλου και τον εξαιρετικό θίασο αποτελούν ο Θανάσης Βισκαδουράκης, ο Πέτρος Ξεκούκης, ο Γιάννης Κρητικός, η Νίνα Έππα και η Ζωή Γεράζη. Εγώ υποδύομαι τη Γερμανίδα αεροσυνοδό, την Γκρέτχεν. Είναι μια κοπέλα γεμάτη αφέλεια, ρομαντισμό, αλλά και πολλή τρέλα. Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν η γερμανική προφορά, καθώς δεν γνωρίζω τη γλώσσα. Χρειάστηκε πολλή μελέτη, παρακολούθηση ταινιών και συζητήσεις με ανθρώπους που ξέρουν καλά γερμανικά για να βγει το αποτέλεσμα σωστό, ειδικά μέσα στον καταιγιστικό ρυθμό που επιβάλλει το έργο στην ομιλία και την κίνηση. Φεύγοντας από το θέατρο, αυτό που σίγουρα θέλω να κρατήσει ο θεατής είναι το αυθόρμητο γέλιο, το οποίο έχουμε στερηθεί τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, μέσα από το δικό μου παίξιμο προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της αγαπημένης μου δεκαετίας του ’60 -μιας εποχής δύσκολης, αλλά κορυφαίας πολιτιστικά. Η σκηνοθέτιδά μας, η Βάσια Παναγοπούλου, επέλεξε να κρατήσει αυτή την αισθητική χαρίζοντας στο κοινό ένα δίωρο ταξίδι σε μια πιο ανέμελη και ζωντανή εποχή.

– Πώς είναι για σένα να βρίσκεσαι στη θεατρική σκηνή; Είναι διαφορετική η αίσθηση από την κάμερα και τη δημιουργία περιεχομένου στο TikTok;
Η αλήθεια είναι ότι νιώθω πολύ μεγαλύτερη οικειότητα με τη θεατρική σκηνή παρά με τα social media. Στο θέατρο παίζω αρκετά χρόνια, ενώ με τα σόσιαλ ασχολούμαι μόλις ενάμιση χρόνο. Καμιά φορά λέω ότι είμαι μια ηθοποιός που υποδύεται την instagramer!

– Πριν σε γνωρίσει το ευρύ κοινό μέσα από τα social media, ποια ήταν η Δήμητρα και πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Ήμουν από τα παιδιά που ήξεραν πάντα τι θέλουν να γίνουν. Αν και δεν προέρχομαι από καλλιτεχνική οικογένεια και μεγάλωσα στην επαρχία, στο Ναύπλιο, είχα την τεράστια τύχη να έχω δίπλα μου το θέατρο της Επιδαύρου. Ίσως γι’ αυτό, πέρα από ηθοποιός, σπούδασα παράλληλα κλασική φιλολογία με μεταπτυχιακό στη Θεατρολογία. Ως ντόπιοι βλέπαμε κάθε καλοκαίρι όλες τις παραστάσεις. Μάλιστα, όταν ήμουν μικρή, νόμιζα ότι το θέατρο είναι αποκλειστικά αρχαίο· άργησα πολύ να γνωρίσω το σύγχρονο ρεπερτόριο! Φυσικά, είμαι και η γενιά της τηλεόρασης· μεγαλώσαμε μπροστά σε μια οθόνη και κάπως έτσι ξεκίνησε και η αγάπη μου για όλο αυτό.

– Η Αλίκη Βουγιουκλάκη έγινε ένα από τα πρόσωπα που σε ανέδειξαν στα social media. Πώς ξεκίνησε αυτή η μίμηση και τι σε έκανε να πεις «θέλω να το κάνω»;
Θέλω να ξεκαθαρίσω -και θα το κάνω πάντα- κάτι σημαντικό: δεν μιμούμαι την Αλίκη Βουγιουκλάκη ως φυσικό και δημόσιο πρόσωπο. Η μίμησή μου αφορά αποκλειστικά τις εμβληματικές ηρωίδες που ερμήνευσε στο σινεμά, όπως -ας πούμε- η Ρένα Κατσαρού. Αυτό ξεκίνησε ως παιδικό παιχνίδι στο Δημοτικό, όπου είχα μάθει όλους τους διαλόγους απέξω και έπαιζα με τις φίλες και την αδελφή μου. Όταν έγινα επαγγελματίας ηθοποιός, το είχα ξεχασμένο πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Κάποια στιγμή, όμως, ένιωσα την έντονη ανάγκη να εκφράσω δικά μου σατιρικά κείμενα. Έτσι αποφάσισα να μπω στα social media, τα οποία για χρόνια σνόμπαρα και είχα άδικο. Είναι ένα μέσο που σου επιτρέπει να απευθυνθείς άμεσα στο κοινό. Αξιοποίησα, λοιπόν, αυτή την παιδική μου μίμηση και φαίνεται πως είχε αποδοχή.

– Όταν αποδίδεις αυτούς τους ρόλους, τι είναι αυτό που προσπαθείς να αποτυπώσεις περισσότερο; Τη φωνή, την κίνηση ή την ενέργεια;
Αρχικά ας πούμε πως δεν θα υπάρξει δεύτερη σαν την Αλίκη. Δεν είναι απλά ένα φαινόμενο που άφησε εποχή στην Ελλάδα· δημιούργησε η ίδια την εποχή της με τη φωνή, την κίνηση και την ενέργειά της και αυτό το βεβαιώνουν άνθρωποι και μελετητές που τη γνώρισαν. Εγώ τη γνωρίζω μονάχα μέσα από τους ρόλους της· και όταν μελετήσει κάποιος προσεκτικά αυτούς τους ρόλους, καταλαβαίνει αμέσως πόσο μεγάλη ηθοποιός υπήρξε. Πολλούς από αυτούς τους ρόλους τους κάνει να φαίνονται εύκολοι, αλλά δεν είναι.

– Οι μιμήσεις σου δεν μένουν απλώς στην αναπαράσταση της Αλίκης, αλλά συχνά σχολιάζουν τη σύγχρονη επικαιρότητα. Τι θέλεις να επικοινωνείς μέσα από αυτά τα βίντεο;
Οι πασίγνωστες κινηματογραφικές ηρωίδες της Αλίκης ανήκουν σε μια εποχή πολύ διαφορετική από το σήμερα και εξαρχής μου φαινόταν ενδιαφέρον και αστείο να έρχονται σε αντίθεση με τα όσα απασχολούν και κυρίως «πνίγουν» τον σύγχρονο άνθρωπο. Κάθε εποχή είχε δυσκολίες, όμως τώρα πια νομίζω πως τα πράγματα γύρω μας αλλάζουν τόσο γρήγορα σε όλα τα επίπεδα που δεν προλαβαίνουμε καν να τα επεξεργαστούμε. Εδώ φτάσαμε να ανακοινωθεί επίσημα από τη ΝΑΣΑ η ύπαρξη εξωγήινης ζωής και αντί να γίνει πανικός, όπως ίσως θα γινόταν παλιότερα, πέρασε σαν τρίτη είδηση και ούτε, γιατί ο κόσμος έχει άλλα να σκέφτεται. Αυτό προσπαθώ να αναλύσω και με τους άλλους νέους χαρακτήρες που έχω βάλει πλέον στα βίντεό μου: Την «Πατησιώτισσα», την «Αρχαιολόγο», τη «Σλατίνα» κ.ά.. Και χωρίς χιούμορ αυτή η νέα εποχή -κατάσταση φαντάζομαι θα ήταν αβάσταχτη.

– Υπάρχει κάτι που έχεις θυσιάσει στην προσωπική σου ζωή προκειμένου να κυνηγήσεις το όνειρό σου στην υποκριτική;
Λόγω αυτού του ονείρου έχει επηρεαστεί -για να μην πω «θυσιαστεί»- σχεδόν η μισή μου ζωή, κάτι που συμβαίνει στους περισσότερους καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Επενδύεις όλο σου τον χρόνο και τα χρήματα χωρίς να υπάρχει κάτι που να σου εξασφαλίζει την επιτυχία. Όταν τα επαγγελματικά και τα οικονομικά σου είναι στον αέρα, συμπαρασύρονται οι σχέσεις και η καθημερινότητά σου. Όμως, το ότι επιμένω σημαίνει ότι δεν υπάρχω χωρίς την υποκριτική.

– Ποια είναι η Δήμητρα όταν επιστρέφει στο σπίτι και κλείνει το κινητό; Τι σε κάνει να χαλαρώνεις;
Μα δεν κλείνω ποτέ το κινητό και η αλήθεια είναι πως σπάνια χαλαρώνω εδώ και κάμποσο καιρό! Αυτή τη στιγμή -για παράδειγμα- ξεκινάμε μια μεγάλη περιοδεία με το «ΠΕΤΑΕΙ ΠΕΤΑΕΙ», τρέχω επίσης και με μια ταινία, το «BEHIND THE SINS», στην οποία συμμετέχω και πίσω από τις κάμερες -στην προετοιμασία και προώθηση- εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι λίγους μήνες πριν σπούδαζα στο μεταπτυχιακό, ενώ στο κομμάτι των σόσιαλ πρέπει να είμαι ταυτόχρονα συγγραφέας, ενδυματολόγος, μακιγιέζ πέρα από ηθοποιός. Όταν καταφέρνω να ξεκλέψω χρόνο, πάντως, χαλαρώνω με καλή παρέα και μουσική. Αν και δεν πίνω, είμαι θα έλεγα «σκληροπυρηνική ταβερνόβια». Από μικρή μ’ αρέσει η ατμόσφαιρα στα παλιά μαγαζιά και σ’ αυτό πρέπει να έχει παίξει μεγάλο ρόλο το Ναύπλιο, που κάποτε τουλάχιστον ήταν γεμάτο. Το ίδιο «παλαιικιά» είμαι και στη μουσική, που την προτιμώ ζωντανή και χωρίς φασαρία τριγύρω. Επίσης, όπως είπα πριν, λατρεύω να βλέπω ταινίες από όλες τις εποχές του παγκόσμιου κινηματογράφου.

– Ποιοι άνθρωποι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία σου και σε στήριξαν στα δύσκολα;
Υπήρξαν άνθρωποι που ήταν πάντα εκεί για μένα, όπως ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου και η Ματίνα Παπαγεωργίου με το ΘΕΑΤΡΟ ΣΕΤΑΣ, που σε πολύ νεαρή ακόμα ηλικία με καθοδήγησαν τεχνικά, με στήριξαν και μου πρόσφεραν τα πρώτα μου ουσιαστικά βήματα μπροστά σε κοινό. Επίσης ο σκηνοθέτης Μιχάλης Καφαντάρης. Γνωριστήκαμε όταν έπαιξα στην ταινία του «Behind The Sins», μια ανεξάρτητη ταινία εποχής που χρειάστηκε χρόνια αγώνα και πλέον ανήκω και εγώ στην ομάδα παραγωγής της. Πέρα από τα πολλά μυστικά που έμαθα μπρος και πίσω από την κάμερα για το σινεμά, ο Μ. Καφαντάρης πίστεψε στην ιδέα μου για τα social και ανέλαβε να τη στηρίξει με ό,τι διαθέτει. Αλλά και στο «τώρα» θα ήθελα να αναφερθώ στη Βάσια Παναγοπούλου και να την ευχαριστήσω που μου εμπιστεύτηκε έναν ρόλο σε μια τόσο απαιτητική παράσταση, το «ΠΕΤΑΕΙ ΠΕΤΑΕΙ», και σε ένα τόσο δύσκολο θεατρικό είδος, τη φάρσα. Στις μέρες μας η εμπιστοσύνη σε νέο ηθοποιό σπανίζει και όταν προσφέρεται με τόσο καλή διάθεση, πρέπει να αναγνωρίζεται.

– Κλείνοντας, ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρό σου για τα επόμενα χρόνια ως γυναίκα και ως ηθοποιός;
Μιλώντας ρεαλιστικά, το βασικό ζητούμενο είναι να υπάρχω στον χώρο ως επαγγελματίας και να μπορώ να ζω αξιοπρεπώς από το επάγγελμά μου, να στηρίζω τους δικούς μου, να κάνω δική μου οικογένεια. Από εκεί και πέρα, ένα μεγάλο μου όνειρο συνδέεται με το αρχαίο θέατρο στην εκπαίδευση, πάνω στο οποίο έκανα και το μεταπτυχιακό μου. Στην πρακτική μου άσκηση δίδαξα τις «Τρωάδες» σε 20 παιδιά διαφορετικών εθνικοτήτων. Μέσα σε έναν μήνα τα παιδιά έπαιξαν με έμμετρη μετάφραση, θεατρικές μάσκες, κίνηση και χορικά. Μόνο στο τέλος, όταν έβγαλαν τις μάσκες, το κοινό συνειδητοποίησε ότι τα περισσότερα παιδιά του θιάσου δεν ήταν ελληνικής καταγωγής. Και αυτό λέει πολλά, τουλάχιστον σε εμένα. Πιστεύω βαθιά ότι το αρχαίο δράμα είναι ο μεγαλύτερος και πιο ανεκμετάλλευτος θησαυρός μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ