Αν υπάρχει μία λέξη που αντηχεί αμέτρητες φορές μέσα σε κάθε σπίτι με παιδιά, αυτή είναι σίγουρα η λέξη «μαμά». Από το πρωί μέχρι το βράδυ, με διαφορετικούς τόνους, διαθέσεις και εκφράσεις: άλλοτε χαρούμενη, άλλοτε αγχωμένη, άλλοτε απελπισμένη. «Μαμά, πεινάω!», «Μαμά, που είναι τα παπούτσια μου;», «Μαμά, έλα λίγο!». Και την ίδια στιγμή, κάπου στο βάθος ακούγεται μια άλλη χαρακτηριστική φράση – από τον μπαμπά αυτή τη φορά: «Πού είναι η μαμά;».
Της: Έπης Τρίμη
Η σκηνή είναι σχεδόν κινηματογραφική και επαναλαμβάνεται ασταμάτητα στα περισσότερα σπίτια ανά τον πλανήτη. Ένα παιδί τρέχει στη μαμά του για κάθε μικρή ανάγκη, από το πιο απλό μέχρι το πιο σύνθετο. Θέλει να φάει, να κοιμηθεί, να παίξει, να βρει κάτι, να καταλάβει τον κόσμο γύρω του. Κι αν κάτι πάει στραβά ακόμη και τότε θα αναφωνήσει πάλι τη λέξη «μαμά!». Δεν έχει σημασία αν ο μπαμπάς βρίσκεται δύο βήματα πιο πέρα, αν μπορεί να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα γιατί η μαμά είναι το πρώτο «βιολί»και το φυσικό σημείο αναφοράς.
Αυτή η εικόνα, όσο αστεία κι αν φαίνεται, κρύβει βαθιές ψυχολογικές, βιολογικές και συναισθηματικές ρίζες. Δεν είναι απλώς συνήθεια. Η σχέση μητέρας και παιδιού είναι ο πρώτος δεσμός που δημιουργείται στη ζωή και, για τα πρώτα χρόνια, ο πιο ισχυρός. Η φωνή της μητέρας είναι η πρώτη που ακούει το μωρό, ο ρυθμός της καρδιάς της το πρώτο του νανούρισμα, η αγκαλιά της η πρώτη αίσθηση ασφάλειας. Αυτά τα πρώτα βιώματα διαμορφώνουν βαθιά μέσα του μια πεποίθηση: «Η μαμά είναι ο κόσμος μου».
Κι έτσι, όσο μεγαλώνει, το παιδί συνεχίζει να την αναζητά όχι μόνο για φροντίδα, αλλά για κατεύθυνση, καθοδήγηση, ακόμα και για συναισθηματική σταθερότητα. Όταν κλαίει, η μαμά ξέρει «ποιο» κλάμα είναι. Όταν δεν μιλάει, εκείνη καταλαβαίνει χωρίς λέξεις. Όταν κάτι το δυσκολεύει, η μαμά είναι παρούσα. Όχι πάντα με λύση στο «τσεπάκι» αλλά πάντα με ενεργή παρουσία. Αυτή η παρουσία, περισσότερο κι από τις λέξεις ή τις πράξεις, είναι που κάνει τη διαφορά.

Στον αντίποδα, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον πατέρα. Ο μπαμπάς, ειδικά στη σύγχρονη εποχή, συμμετέχει ενεργά, μοιράζεται ευθύνες, αλλάζει πάνες, μαγειρεύει, παίζει. Κι όμως, η φράση «Πού είναι η μαμά;» παραμένει σύμβολο της παιδικής σκέψης. Γιατί ο δεσμός με τη μητέρα είναι πρωταρχικός, ενστικτώδης και συνδεδεμένος με τη βιολογία της φροντίδας. Δεν είναι θέμα ρόλου ή προτίμησης αλλά το αποτέλεσμα μιας σχέσης που ξεκινά πριν ακόμη το παιδί γεννηθεί.
Αυτή η ανάγκη δεν σημαίνει πως ο μπαμπάς είναι λιγότερο σημαντικός. Το αντίθετο μάλιστα καθώς η παρουσία του πατέρα συμπληρώνει τη μητέρα, δίνει στο παιδί ένα δεύτερο σταθερό σημείο αναφοράς, μια διαφορετική ενέργεια και προοπτική. Αλλά όσο το παιδί μεγαλώνει, ειδικά στα πρώτα χρόνια, ο συναισθηματικός του κόσμος περιστρέφεται γύρω από τη μαμά. Είναι το πρώτο πρόσωπο που βλέπει όταν ξυπνά και το τελευταίο που αναζητά πριν κοιμηθεί. Είναι η φωνή που αναγνωρίζει μέσα στον θόρυβο, η μορφή που συνδέεται με την ηρεμία, την ασφάλεια και τη θαλπωρή.

1. Ο δεσμός της πρώτης αγκαλιάς
Η σχέση μητέρας και παιδιού δεν ξεκινά στη γέννηση, αλλά πολύ νωρίτερα μέσα στη μήτρα. Εκεί το έμβρυο ακούει τη φωνή της μητέρας, τον χτύπο της καρδιάς της, τον ρυθμό της αναπνοής της. Μετά τη γέννα, αυτή η συνέχεια δεν σπάει. Το παιδί αναγνωρίζει τη μυρωδιά, τη φωνή και την αφή της. Αυτή η οικειότητα δημιουργεί έναν αόρατο δεσμό εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό και, στις δύσκολες στιγμές, το πρώτο πρόσωπο που ζητά είναι η μαμά.
Η επιστήμη το επιβεβαιώνει. Οι πρώτες σχέσεις καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και τη φροντίδα. Η μητέρα, μέσα από τη συνέπεια και την παρουσία της, διδάσκει στο παιδί ότι ο κόσμος είναι προβλέψιμος και ασφαλής. Κι έτσι, ακόμη και αργότερα, όταν μεγαλώνει, εκείνη παραμένει το «σταθερό σημείο» του συναισθηματικού του χάρτη.
2. Ο μπαμπάς από παρατηρητής σε σύμμαχος
Παλιότερα, ο ρόλος του πατέρα περιοριζόταν κυρίως στο να φέρνει χρήματα στο σπίτι και στην προστασία της οικογένειας. Σήμερα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Οι σύγχρονοι πατεράδες συμμετέχουν ενεργά στην ανατροφή, μοιράζονται ευθύνες και χτίζουν ουσιαστικό δεσμό. Παίζουν, διαβάζουν, αγκαλιάζουν, επικοινωνούν.
Κι όμως, η φράση «Πού είναι η μαμά;» παραμένει. Γιατί τα παιδιά συνδέουν τις εμπειρίες φροντίδας με το πρόσωπο που τις έχει βιώσει πιο συχνά. Όταν η μαμά είναι αυτή που τα νανουρίζει, τα ταΐζει, τα ντύνει, γίνεται η «κινητή εγκυκλοπαίδεια» του σπιτιού. Δεν πρόκειται για ανταγωνισμό, αλλά για φυσική συνέχεια της καθημερινότητας.
Ο ρόλος του πατέρα όμως είναι εξίσου καθοριστικός. Προσφέρει το παράδειγμα της σταθερότητας, της σιγουριάς, της δύναμης. Το παιδί βλέπει μέσα από αυτόν το πώς εκφράζεται η αγάπη με πράξεις, το πώς ο σεβασμός και η στοργή μπορούν να συνυπάρχουν με την αποφασιστικότητα. Με λίγα λόγια, ο μπαμπάς συμπληρώνει τη μαμά και προφανώς δεν την ανταγωνίζεται.
3. Η μαμά ως «συναισθηματικό GPS»
Η μητέρα δεν είναι απλώς εκεί για να φροντίζει. Είναι εκεί για να καθοδηγεί. Είναι το πρόσωπο που διαβάζει τα συναισθήματα πίσω από τις λέξεις, που «ακούει» το παιδί όταν ακόμη δεν μιλά. Είναι αυτή που καταλαβαίνει πότε κάτι δεν πάει καλά, πότε χρειάζεται αγκαλιά και πότε απλώς ησυχία.
Αυτός ο ρόλος δεν είναι μόνο βιολογικός, είναι και βαθιά ψυχολογικός. Η μαμά διδάσκει στο παιδί πώς να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Μέσα από τη σταθερή της παρουσία, του δείχνει πως η αγάπη δεν εξαρτάται από την επιτυχία ή την αποτυχία, αλλά είναι άνευ όρων. Και αυτή η ασφάλεια είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δώσει ένας γονιός.
4. Η μαμά χρειάζεται επίσης φροντίδα
Μέσα σε όλη αυτή τη λατρεία και τη συνεχή ανάγκη των παιδιών, συχνά ξεχνιέται κάτι σημαντικό που είναι εξίσου ουσιώδες γιατί η μαμά είναι άνθρωπος. Κουράζεται, αμφιβάλλει, νιώθει ενοχές. Το «μαμά!» που ακούγεται εκατό φορές τη μέρα είναι γλυκό, αλλά και εξαντλητικό. Εκεί είναι που ο ρόλος του πατέρα – και συνολικά της οικογένειας – γίνεται κρίσιμος προκειμένου να στηρίξει, να μοιραστεί, να αφήσει και τη μαμά να ξεκουραστεί χωρίς ενοχές.
Η ισορροπία δεν είναι εύκολη, αλλά είναι εφικτή. Όταν και οι δύο γονείς μοιράζονται τον χρόνο, την ευθύνη και τη στοργή, το παιδί κερδίζει διπλά: μαθαίνει πως η αγάπη δεν έχει φύλο και πως η φροντίδα είναι κοινή υπόθεση.
Κι ίσως αυτό να είναι και το πιο όμορφο και συνάμα κουραστικό «προνόμιο» της μητρότητας αλλά και της οικογένειας γενικότερα!










