Μαρία Ν. Βασιλειάδου: «Η Μαγαρισμένη»

Μαρία Ν. Βασιλειάδου: «Η Μαγαρισμένη»

Στο περιοδικό «Εγώ» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Μαρία Ν. Βασιλειάδου, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Η Μαγαρισμένη», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bell. Η Μαρία Βασιλειάδου έχει διαγράψει μια πολυδιάστατη διαδρομή στην εκπαίδευση, στα μέσα ενημέρωσης, στην κοινωνική δράση και στον δημόσιο βίο της Κύπρου, με ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα που αφορούν τα παιδιά, τους νέους και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  

Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Στο «Η Μαγαρισμένη», η Ιστορία δεν λειτουργεί ως μακρινό φόντο, αλλά ως πληγή που συνεχίζει να αιμορραγεί μέσα στις ζωές των ηρώων. Η Κύπρος του 1974, η βία της εισβολής, ο βιασμός, η σιωπή, η ντροπή που φορτώθηκε άδικα στο θύμα, η αναζήτηση ενός παιδιού που γεννήθηκε μέσα από το έγκλημα, όλα γίνονται τα θεμέλια μιας ιστορίας όπου το παρελθόν επιστρέφει με αμείλικτο τρόπο. Η Μαγδαλένα, επιτυχημένη δικηγόρος, μεγαλώνει πιστεύοντας πως η μητέρα της πέθανε, ενώ ο πατέρας της, Νικόλας, έχει χτίσει γύρω της ένα ψέμα από αγάπη, φόβο και απελπισία. Όταν όμως μια φωνή, ένα δυστύχημα και μια δολοφονία αρχίζουν να ενώνουν τα κομμάτια, η αλήθεια βγαίνει από το σκοτάδι και ζητά το μερίδιό της.

Κυρία Βασιλειάδου, ο τίτλος «Η Μαγαρισμένη» είναι σκληρός, σχεδόν βίαιος, γιατί κουβαλά πάνω του όχι μόνο το τραύμα μιας γυναίκας, αλλά και την κοινωνική καταδίκη που συχνά ακολουθεί το θύμα αντί τον θύτη. Τι σας οδήγησε να επιλέξετε έναν τόσο φορτισμένο τίτλο και τι θέλατε να αποκαταστήσετε μέσα από αυτόν;

Μ.Β.: Η ιστορία άρχισε να χτίζεται μέσα μου όταν μια γυναίκα, γύρω στα εξήντα, συνεργάτης σε ένα πρότζεκτ, μου άνοιξε τα φυλλοκάρδια της ψυχής της, με εμπιστεύτηκε και μοιράστηκε μαζί μου τη βιαιότητα που έζησε, τον πόνο που κουβαλά μέχρι σήμερα και την ανείπωτη εσωτερική της ανάγκη να κρατά εφτασφράγιστα μέσα της κρυμμένα, όλα όσα βίωσε ως κοριτσάκι τότε, το 1974, όταν βιάστηκε βάναυσα από τους Τούρκους στρατιώτες κατά την διάρκεια της εισβολής στην Κύπρο. Στην Κύπρο ζουν σήμερα ανάμεσα μας εκατοντάδες γυναίκες που ζουν στη σιωπή κουβαλώντας μέσα τους το στίγμα της μαγαρισμένης, ραμμένο στη ψυχή τους με κόκκινη κλωστή που ακόμα- μέχρι σήμερα-στάζει ζεστό αίμα και μολύνει τη ζωή τους. Δεν μιλούν. Βαδίζουν με ψηλά το κεφάλι απωθώντας τον πόνο και την ταπείνωση, κρατώντας τα κομμάτια της παιδικής τραυματισμένης τους καρδιάς μόνο για τον εαυτό τους.

Θα τις καταλάβουμε μόνο εάν ταξιδέψουμε πενήντα δύο χρόνια πίσω, τότε, που στην Κύπρο, η κοινωνία ήταν πολύ συντηρητική και η θέση της γυναίκας ήταν στερεοτυπικά υποβιβασμένη. Να μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω την αναφορά της κ. Λαλιώτη στην παρουσίαση του βιβλίου μου που έγινε τον Απρίλη στην Αθήνα. Είναι περιεκτική και απαντά στον πυρήνα του ερωτήματος σας.

«Ο τίτλος «Η Μαγαρισμένη» δεν περιγράφει απλώς μια πράξη. Περιγράφει μια κοινωνική εγγραφή. Γιατί η γυναίκα που έχει υποστεί βιασμό δεν κουβαλά μόνο το τραύμα της βίας. Κουβαλά και το βλέμμα των άλλων. Ένα βλέμμα που, αντί να αναγνωρίσει την πληγή, συχνά τη μετατρέπει σε στίγμα. Η λέξη «μαγαρισμένη» δεν ανήκει στην ίδια. Είναι μια λέξη που της αποδίδεται. Ένα φορτίο που της επιβάλλεται σαν να έχει μολυνθεί όχι από τη βία που υπέστη, αλλά από την ίδια της την ύπαρξη.» Ο τίτλος, λοιπόν, διαπερνά ολόκληρη την ιστορία, κραδαίνετε μέσα στην πλοκή, εμποτίζει τις σκέψεις και τις δράσεις των ηρώων, ζητώντας δικαίωση, ενσυναίσθηση, αποδοχή.

Μαρία Ν. Βασιλειάδου: «Η Μαγαρισμένη»
Μαρία Ν. Βασιλειάδου: «Η Μαγαρισμένη»

Στον πυρήνα του μυθιστορήματος βρίσκεται μια γυναίκα που εγκαταλείπει τον σύζυγο και την κόρη της για να αναζητήσει τον γιο που γέννησε μετά τον βιασμό της. Πρόκειται για μια επιλογή που δύσκολα χωρά σε απλές κατηγορίες σωστού και λάθους. Πώς προσεγγίσατε μια ηρωίδα που πονά, αγαπά, φεύγει και ταυτόχρονα αφήνει πίσω της ένα άλλο παιδί να μεγαλώσει μέσα στην απουσία;

Μ.Β.: Προσπάθησα να μπω στα παπούτσια της Αντρούλας, να την νοιώσω, να καταλάβω την κραυγή της. Υπάρχει σωστό και λάθος; Είναι η γυναίκα αυτή μια ηρωίδα η μήπως μια μάνα-λύκαινα (μυθική μορφή βγαλμένη από τις σλαβικό βορρά) που εγκαταλείπει το παιδί της γιατί δεν αντέχει την μετάλλαξη του εαυτού της;

Όταν το βιβλίο φύγει από τα χέρια του συγγραφέα παύει να είναι δικό του. Ανήκει στον αναγνώστη∙ κι αυτός θα κρίνει, θα αποφασίσει, θα κατακρίνει η θα επικροτήσει. Η Αντρούλα ζει από δω και μπρος μέσα από τον διηθητικό φακό του αναγνωστικού κοινού που επιλέγει να ταξιδέψει μαζί της.

Ο Νικόλας λέει στη Μαγδαλένα ότι η μητέρα της πέθανε, επιλέγοντας ένα ψέμα που την προστατεύει και την τραυματίζει ταυτόχρονα. Πιστεύετε ότι υπάρχουν ψέματα που γεννιούνται από αγάπη ή, αργά ή γρήγορα, κάθε κρυμμένη αλήθεια ζητά να πληρωθεί;

Μ.Β.: Η αλήθεια είναι μια μορφή ενέργειας , υψηλής συχνότητας. Δονείται και υπάρχει, ανεξάρτητα από τα μικρά θέλω των ανθρώπων. Ακόμα κι αν δεν την μετουσιώσεις σε λόγια, αυτή ενυπάρχει στο συνολικό ασυνείδητο.

Η ανάγκη του Νίκου, του συζύγου της Αντρούλας να προστατεύσει το παιδί τους, είναι δεδομένη και φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την πλοκή της ιστορίας. Το ψέμα γίνεται γι’ αυτόν ασπίδα, μια μορφή άμυνας στο ακατανόητο. Είναι και ο ίδιος – όπως και το παιδί τους- παράπλευρο θύμα, μιας αμφισημίας που αφήνει το τραύμα του βιασμού και διαπερνά το στενό πλαίσιο μιας βιαιότητας που έχει ένα και μόνο συγκεκριμένο αποδέκτη. Γίνεται διαγενεακό τραύμα που στιγματίζει και τις ζωές όσων σχετίζονται με το αρχικό θύμα. Σε κάθε τραγωδία επέρχεται κάθαρση.

Μαρία Ν. Βασιλειάδου: Ένα μυθιστόρημα για το τραύμα που δεν σωπαίνει, για τη μητρική αγάπη που φτάνει ως τα όρια της αυτοθυσίας και για τις αλήθειες που επιβιώνουν ακόμη κι όταν χτίζονται ζωές ολόκληρες πάνω στο ψέμα.

Η Μαγδαλένα μεγαλώνει με την απουσία μιας μητέρας που στην πραγματικότητα δεν έπαψε να υπάρχει. Ως πετυχημένη δικηγόρος δείχνει δυνατή, όμως μέσα της υπάρχει μια αγιάτρευτη πληγή που δεν κλείνει εύκολα. Πόσο σας ενδιέφερε να δείξετε πως η μητρική παρουσία, ακόμη και όταν είναι απούσα, μπορεί να καθορίσει ολόκληρη την ταυτότητα ενός ανθρώπου;

Μ.Β.:  Όταν ο άνθρωπος γεννιέται, με την πρώτη του αναπνοή αρχίζει να προσαρμόζεται σε εξωγενείς συνθήκες που σταδιακά δημιουργούν δεδομένα αποδοχής και ταύτισης με το συγκείμενο της εποχής. Στερεότυπα ρόλων, συμπεριφορών, καθορισμός πλαισίων, επαναληπτικών προτύπων μίμησης, καθορισμός προαπαιτούμενων στόχων.

Η απόλυτη ενδογενής σύνδεση του με την παρουσία του στη ζωή όμως, είναι ο παλμός της μάνας του, η ταύτιση του με μια αίσθηση συνέχειας του μητρικού εγώ με το δικό του «υπάρχω». Βλέπει τον εαυτό του μέσα από την μητρική φιγούρα, μαθαίνει να αγαπά, να εμπιστεύεται, να χτίζει την ταυτότητα του. Η μάνα του είναι ο καθρέφτης του κόσμου μέσα στον όποιο καλείται να ζήσει.

Η μητρική απουσία αφήνει δυσαναπλήρωτα κενά που μπορεί να καθορίσουν τον χαρακτήρα ενός παιδιού και αργότερα ενός ενήλικα. Μπορεί δυνητικά να επηρεάσει τις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, τις φιλίες του, την αυτοεικόνα του, την ποιότητα των δεσμεύσεων του ακόμα και την ίδια την σχέση του με τον εσωτερικό, προσωπικό χώρο των συναισθημάτων του.

Στο βιβλίο συνυπάρχουν ένα έγκλημα στο παρελθόν και μια δολοφονία στο παρόν, η υπόθεση ενός Τούρκου επιχειρηματία στην Ομόνοια, που φέρνει τη Μαγδαλένα μπροστά σε νέα ερωτήματα. Πώς ισορροπήσατε το κοινωνικό τραύμα της κυπριακής ιστορίας με τον ρυθμό και την αγωνία ενός μυστηρίου;

Μ.Β.: Είναι όλα συνδεδεμένα με την μαγική χρυσοκλωστή της μοίρας. Τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς να υπάρχει λόγος. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να το καταλάβουμε η να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις μας η την ανθρώπινη λογική μας, ο κραδασμός μιας υπέρτατης αλήθειας που καθορίζει τα δρώμενα και παράγει ζωή, λειτουργεί σε ένα άλλο επίπεδο, όπου το άχρονο γίνεται ένας ιστός, σαν αυτόν της αράχνης και μας αγκαλιάζει, και μας συνδέει σαν τα κύματα της θάλασσας. Σε κάθε δράση υπάρχει αντίδραση. Κάθε αιτία κουβαλά και ένα αποτέλεσμα. Μήπως η ίδια η ζωή δεν είναι ένα μυστήριο;

Η ιστορία απλώνεται ανάμεσα σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία, ενώ η Αίγινα και η Σουβάλα γίνονται τόποι όπου πρόσωπα, συμπτώσεις και μυστικά οδηγούνται σε μια σχεδόν μοιραία συνάντηση. Για εσάς οι τόποι στο μυθιστόρημα είναι απλώς σκηνικά ή λειτουργούν σαν μάρτυρες όσων οι άνθρωποι προσπαθούν να θάψουν;

Μ.Β.: Ο μύθος της αλήθειας; Η, η αλήθεια του μύθου;

Όταν γράφεις, μέσα από τις λέξεις γεννιέται ζωή. Τίποτα δεν μπορεί να είναι απλά ένα σκηνικό που εξυπηρετεί την όποια λειτουργικότητα. Οι χαρακτήρες, οι τόποι, η χρονική στιγμή, ο καιρός… τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα έχουν την δική τους σημειολογία και συμβάλουν στην αποτύπωση ενός γενικότερου πλαισίου που συνθέτει την ιστορία. Αποτελούν ζωντανά κύτταρα. Εάν αφαιρέσεις κάτι από αυτά , τότε το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό και ο αναγνώστης θα έχει μπροστά του μια «άλλη» εικόνα.

Στο «Η Μαγαρισμένη» υπάρχει έντονη η αναζήτηση της αλήθειας, όχι μόνο της οικογενειακής ή ιστορικής, αλλά και της υπαρξιακής, μέσα από νύξεις στον μυστικισμό, στη μοίρα και στην ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον εαυτό του. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και τις σιωπές που κληρονομούνται από γενιά σε γενιά; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Μ.Β.: Ζούμε σε μια εποχή που γίνεται μεγάλη συζήτηση για την επέλαση του ΑΙ στη ζωή μας αλλά και ειδικότερα στη λογοτεχνική γραφή. Βιώνουμε επίσης, τον κατακερματισμό της προσοχής όπως και την αισθητή μείωση της συγκέντρωσης, λόγω της χρήσης της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι άνθρωποι επικοινωνούν σήμερα, με πολύ διαφορετικό τρόπο σε σχέση με την αποκρυπτογράφηση της σκέψης και των συναισθημάτων.

Η λογοτεχνία- ως γενικότερος όρος- οφείλει, κατά την άποψη μου να προσαρμοστεί και να αφουγκραστεί τα καινούργια δεδομένα. Διότι κανένα βιβλίο δεν έχει λόγο ύπαρξης εάν δεν το διαβάσει κανένας. Εκτός βέβαια εάν ο συγγραφέας ικανοποιείται να γράφει για τον εαυτό του.

Δεν υπονοώ ότι θα πρέπει να υποκύψουμε στην εύκολη λύση μιας ισοπεδωμένης γραφής όπως αυτή που προσφέρεται από το ΑΙ. Αυτό δεν είναι καν λογοτεχνία, είναι συνταγή. Αλλά σίγουρα θα πρέπει να ακολουθήσουμε νέες λογοτεχνικές προσεγγίσεις, που να καλύπτουν τις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού και να κινηθούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγουμε πόρτα στην φιλαναγνωσία και ταυτόχρονα να κεντρίζουμε- ως αλογόμυγα- το μυαλό του αναγνώστη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ