Αποκλειστική συνέντευξη! Ντίνα Νικολάου: «Έχω δουλέψει με πολλές παρουσιάστριες, αλλά η Μενεγάκη ξεχωρίζει είναι πανέξυπνη»

Από τον Παναγιώτη Βαζαίο

Η Ντίνα Νικολάου είναι μια από τις πιο καινοτόμες παρουσίες στον χώρο της ελληνικής γαστρονομίας, συνδυάζοντας πάθος, δημιουργικότητα και υψηλή διατροφική συνείδηση. Μέσα από το Dinas, παρουσιάζει ένα πρωτοποριακό concept που δεν περιορίζεται σε ωραίο, σπιτικό φαγητό, αλλά προσφέρει ολοκληρωμένες διατροφικές προτάσεις για όλη την ημέρα, τόσο για εργαζόμενους στα γραφεία όσο και για οικογένειες τα Σαββατοκύριακα. Το μότο της, «Όλοι αξίζουν μια θέση στο οικογενειακό τραπέζι», αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία της: ποιοτικά, ισορροπημένα γεύματα με πρωτεΐνη, υδατάνθρακα, λαχανικά και σαλάτα, ώστε κάθε πιάτο να μετατρέπει το καθημερινό φαγητό σε εμπειρία οικογενειακής ζεστασιάς.

Ντίνα, ποια είναι η αλλαγή μετά από τα δύο χρόνια που ξεκινήσατε με το Dinas; Τι να περιμένουμε από εσάς και ποιο είναι το καινούργιο που θα δείξετε στο κοινό;

Αυτό που παρουσιάζουμε τώρα είναι πραγματικά πρωτοποριακό και καινοτόμο. Δεν προτείνουμε απλώς ωραίο, σπιτικό και σωστό φαγητό, αλλά ολοκληρωμένες διατροφικές προτάσεις που μπορούν να σε συνοδεύουν όλη τη μέρα. Το φαγητό μας απευθύνεται στους ανθρώπους που εργάζονται στα γραφεία και πρέπει να αποδώσουν, αλλά και στις οικογένειες, ειδικά τα Σαββατοκύριακα. Το μότο μας σε όλη αυτή τη νέα φάση είναι «Όλοι αξίζουν μια θέση στο οικογενειακό τραπέζι». Αυτή είναι και η βάση της φιλοσοφίας μας. Είμαστε πολλοί άνθρωποι, με πολύ πάθος, που δουλεύουμε πάνω στο Dinas και μοιραζόμαστε την ίδια ανάγκη: οι άνθρωποι να αισθάνονται ότι τρώνε όλοι μαζί, ότι δεν καταναλώνουν απλώς ένα πρόχειρο φαγητό για να γεμίσουν την κοιλιά τους. Γι’ αυτό και οι προτάσεις μας είναι δομημένες, διατροφικά σωστές και ισορροπημένες. Περιλαμβάνουν πρωτεΐνη, υδατάνθρακα, λαχανικά με τις απαραίτητες φυτικές ίνες, σαλάτα αλλά και συνοδευτικά, ώστε ο καθένας να νιώθει πως κάθεται σε ένα οικογενειακό τραπέζι, παίρνει λίγο απ’ όλα και φτιάχνει το πιάτο του. Αυτό είναι που κάνει τη διαφορά. Η αλήθεια είναι ότι κάνουμε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα. Φυσικά, αυτό ενέχει και ρίσκο, αλλά πιστεύουμε βαθιά σε αυτό που δημιουργούμε.

Εκτός από το delivery που έχετε μέχρι σήμερα, έρχονται και τα φυσικά καταστήματα Dinas. Τι ακριβώς θα δούμε εκεί και ποια φιλοσοφία θέλετε να περάσετε;

Ναι, έρχονται και τα φυσικά καταστήματα και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό επόμενο βήμα για εμάς. Θέλω να προσθέσω ξανά τη βασική μας φιλοσοφία, ότι όλοι αξίζουν μια θέση στο οικογενειακό τραπέζι. Μέσα από τα καταστήματα, το Dinas φέρνει στην Ελλάδα το fast casual dining concept. Αυτό σημαίνει σύγχρονους, φρέσκους και μοντέρνους χώρους, με γρήγορο σέρβις, πολύ προσιτές τιμές, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετική ποιότητα και γεύση. Στα μαγαζιά μας, πέρα από τα πολλά μικρά τραπεζάκια, έχουμε επιλέξει να υπάρχουν και κάποια μεγάλα πορτοκαλί τραπέζια. Εκεί ο κόσμος θα μπορεί, μέσα στο χάος της καθημερινότητας, να κάθεται έστω για δέκα λεπτά, να απολαμβάνει το φαγητό του, να συνδέεται με άλλους ανθρώπους και να μιλάει. Γιατί με τους ρυθμούς ζωής όπως έχουν εξελιχθεί, όλο αυτό το έχουμε χάσει. Το Dinas, λοιπόν, δεν θέλει απλώς να σου γεμίσει το στομάχι ή να σου προσφέρει ποιοτικό και θρεπτικό φαγητό. Θέλει να σου δώσει και αυτή τη ζεστασιά. Να σου θυμίσει ότι, μέσα σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, αξίζει να πάρεις δέκα λεπτά, να καθίσεις, να απολαύσεις και να ζήσεις τη ζωή σου.

Πώς λειτουργεί στην πράξη η εμπειρία του γεύματος στο Dinas και τι επιλογές έχει ο πελάτης;

Δίνουμε απόλυτη ελευθερία στον πελάτη να επιλέξει πώς θέλει να «χτίσει» το γεύμα του. Η διαδικασία ξεκινά από τη βασική κατηγορία, που είναι η πρωτεΐνη. Για παράδειγμα, αν κάποιος θέλει κεφτεδάκια κοτόπουλο, η τιμή είναι στα 8,90 ευρώ και από εκεί και πέρα επιλέγει τη βάση που θέλει, όπως ρύζι ή σιτάρι, καθώς και το συνοδευτικό του. Υπάρχουν φυσικά και πιο premium επιλογές πρωτεΐνης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον σολομό. Ο σολομός είναι η πιο premium επιλογή που διαθέτουμε και κοστίζει 12,90 ευρώ, χωρίς καμία επιπλέον χρέωση. Έτσι, συνολικά, μπορεί κάποιος να απολαύσει ένα πλήρες και ολοκληρωμένο γεύμα από 8,90 ευρώ, ενώ στην πιο ακριβή του εκδοχή δεν ξεπερνά τα 12,90 ευρώ. Είναι μια τιμή που δύσκολα βρίσκεις αλλού για αυτό που προσφέρεται. Το σημαντικό, όμως, για εμάς είναι ότι μιλάμε για πραγματικό φαγητό. Ποιοτικό φαγητό. Όλοι μπορούμε να διαθέσουμε περίπου δέκα ευρώ την ημέρα για να φάμε, αλλά η διαφορά είναι να τρως και να αισθάνεσαι ότι αυτό που επέλεξες σου κάνει καλό. Ότι φροντίζει πραγματικά το σώμα σου και την καθημερινότητά σου.

Ο γιος σου ο Στέλιος, είναι πολύ δραστήριος και φαίνεται να έχει άποψη. Έχει μπει ποτέ στη διαδικασία να μαγειρέψει ή να ασχοληθεί πιο ενεργά με την κουζίνα;

Όχι, δεν νομίζω. (γέλια) Δεν κόλλησε από τη μαμά στο κομμάτι του μαγειρέματος, αλλά στο κομμάτι της δημιουργίας σίγουρα. Παρ’ όλα αυτά, είναι απίστευτα αυστηρός κριτής, ειδικά στο φαγητό, και αυτό το έχει από πολύ μικρός. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα περιστατικό όταν ήταν περίπου οχτώ ή εννιά χρονών. Φωτογράφιζα τότε ένα βιβλίο στο σπίτι, ήμουν στο Παρίσι και είχαμε στήσει όλη την παραγωγή εκεί. Όταν γυρίσαμε από το σχολείο, δοκίμασε ένα από τα πιάτα και μου είπε, πολύ σοβαρά: «Μαμά, αυτή τη συνταγή καλύτερα να μην τη βάζεις. Δεν βλέπω να τη φτιάχνει κανένας». (γέλια) Ήταν κάτι με κρέας, δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά θυμάμαι πολύ καθαρά το σχόλιό του. Δεν μασάει τα λόγια του, ποτέ δεν μάσαγε. Εκεί κατάλαβα ότι, εντάξει, έχω απέναντί μου έναν αληθινά αυστηρό και ειλικρινή κριτή. Και αυτό, όσο κι αν πονάει κάποιες φορές, είναι τελικά πολύ χρήσιμο.

Και ποιο είναι το πιο ωραίο φαγητό που έχει φάει ο γιος σου και σε έχει πραγματικά αποθεώσει;

Νομίζω ότι το ξέρω ήδη. (γέλια) Το αγαπημένο του, αλλά και των τριών αντρών μου, είναι η γαριδομακαρονάδα. Με αυτή δεν παθαίνουν τίποτα και οι τρεις. Είμαστε λίγο παραδοσιακοί σε αυτά, δεν είμαστε των πολύ εξτρίμ γεύσεων. Η αλήθεια είναι ότι η γαριδομακαρονάδα μου θέλει περίπου πέντε ώρες για να γίνει. Παίρνω τις γαρίδες, βγάζω τα κελύφη, φτιάχνω ζωμό, μετά συνεχίζω με καβούρια, φυσικά. Ο ζωμός μένει, παγώνει, και μετά με παγωμένο ζωμό φτιάχνω τη σάλτσα. Είναι όλη μια ιεροτελεστία. Κάθε φορά που θέλω πραγματικά να τους ευχαριστήσω, τους μαγειρεύω αυτό το φαγητό. Δεν υπάρχει αποτυχία. Συνήθως το ζητάει ο μεγάλος μου γιος, γιατί τα άλλα αγόρια είναι λίγο πιο χαλαρά και δεν ζητάνε συχνά. Αλλά όταν ακούσω «μαμά, γαριδομακαρονάδα», ξέρω ότι είναι στιγμή αγάπης. Είναι το φαγητό με το οποίο τους δείχνω πόσο τους νοιάζομαι.

Με όλους αυτούς τους ρυθμούς, βρίσκεις χρόνο για όλα; Για σένα, για τη δουλειά, για το Παρίσι και την Αθήνα ταυτόχρονα;

Η αλήθεια είναι ότι κινούμαι εδώ και χρόνια με τον ίδιο ρυθμό. Για μεγάλο διάστημα ήμουν δεκαπέντε μέρες στο Παρίσι και δεκαπέντε μέρες στην Αθήνα και αυτό συνεχίζει να ισχύει. Τα φυσικά καταστήματα στην Ελλάδα είναι στο στάδιο που θα γίνουν, δεν έχουν ανοίξει ακόμα, οπότε όλα είναι προγραμματισμένα. Εγώ τα έχω όλα πολύ τακτοποιημένα στο μυαλό μου. Σαν Δίδυμος με Αιγόκερω τα έχω βάλει όλα σε κουτάκια. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου, για παράδειγμα, θα είμαι κανονικά στο Παρίσι. Αυτό δεν αλλάζει, γιατί τις δεκαπέντε μέρες που δεν είμαι εκεί, δημιουργώ όσα θα υλοποιηθούν τις επόμενες δεκαπέντε. Στο Παρίσι υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σύστημα. Είναι οικογενειακή επιχείρηση, με πολλούς ανθρώπους που δουλεύουν άψογα, οπότε τα πράγματα λειτουργούν. Παράλληλα, έχω δύο εκπομπές στη γαλλική τηλεόραση που με περιμένουν, μία στο TV5 και μία στο France 3, και κάνω συνεχώς ραδιόφωνο από τη Γαλλία, ακόμη κι όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι είμαι εδώ δεν σημαίνει ότι δεν δουλεύω για τη Γαλλία και το αντίστροφο. Είμαι πάντα παρούσα, κυρίως μέσα από το κινητό μου. Δεν κλείνω ποτέ τα τηλέφωνα και δουλεύω ουσιαστικά όλο το εικοσιτετράωρο. Όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή το θέλω. Αυτός είναι ο τρόπος ζωής μου.

Δεν σκέφτηκες ποτέ να μείνεις μόνιμα στο Παρίσι; Να αφήσεις την Ελλάδα, με όλες τις δυσκολίες που βιώνουμε και όσα ακούμε καθημερινά;

Ναι, θα ήταν σίγουρα η εύκολη λύση και έχεις δίκιο σε αυτό. Όμως επέλεξα να μην την ακολουθήσω, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσα. Όταν βρίσκομαι στο Παρίσι, αισθάνομαι πιο πολύ Ελληνίδα απ’ ό,τι όταν είμαι στην Ελλάδα. Και αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Με τρελαίνει το γεγονός ότι μπορώ να προωθώ τόσο έντονα τη χώρα μου. Θεωρώ ότι είναι πολύ μεγάλη τύχη αυτό που μου έχει δοθεί για να το απαξιώσω και να πω «εντάξει, μένω απλώς στο Παρίσι και τελείωσε». Νιώθω πως αυτό που μου παρουσιάστηκε στη ζωή είναι και μια ευθύνη. Έτσι το αντιλαμβάνομαι. Κάθε χρόνο, για παράδειγμα, δημιουργώ με τον εκδοτικό οίκο ένα βιβλίο που αφορά είτε έναν τόπο της Ελλάδας είτε ένα ελληνικό προϊόν. Αυτή την περίοδο ετοιμάζω ένα καινούργιο βιβλίο για το ελληνικό γιαούρτι, για το οποίο θα πάω και να φωτογραφίσω. Όλα αυτά είναι τρόποι για να μιλάω για την Ελλάδα, να τη στηρίζω και να τη συστήνω στο εξωτερικό. Και αυτό είναι κάτι που δεν θα ήθελα ποτέ να εγκαταλείψω.

Στη Γαλλία έχεις δεχτεί ποτέ κάποιο είδος ρατσισμού; Να σε αντιμετωπίσουν ως «την Ελληνίδα», είτε από Γάλλους σεφ είτε γενικότερα, με τρόπο που να σε φέρει σε δύσκολη θέση;

Κοίταξε, στους χώρους της εστίασης όπου κινούμαι, οι Γάλλοι αυτόματα τρέφουν έναν θαυμασμό, γιατί τους κερδίζεις με τη γεύση. Και όποιον τον κερδίσεις με τη γεύση, δεν τον χάνεις ποτέ. Αυτό ισχύει παντού, ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις. (γέλια) Από εκεί και πέρα, είναι αλήθεια ότι κάνω ένα επάγγελμα που είναι αυστηρά ανδροκρατούμενο. Οπότε, ναι, θα περίμενε κανείς ότι θα υπήρχαν δυσκολίες. Ξένη, γυναίκα και να μπαίνεις σε έναν χώρο για να επικρατήσεις, λέγοντας μάλιστα διαφορετικά πράγματα για την ελληνική κουζίνα από αυτά που ήξεραν μέχρι τότε, δεν ήταν εύκολο. Δεν μπορώ να πω ότι όλα ήταν ρόδινα. Όμως ήμουν τόσο αποφασισμένη, με τόσο τσαμπουκά και τόσο περήφανη για αυτό το ελληνικό στοιχείο που κουβαλάω, που δεν τους άφησα ποτέ περιθώριο να με δουν αλλιώς. Πιστεύω ότι πολλές καταστάσεις ορίζονται από την αρχή, από το πώς εσύ στέκεσαι μέσα σε αυτές. Ρατσισμό έχω δεχτεί, ναι, κυρίως επειδή είμαι γυναίκα στην κουζίνα. Αυτό είναι κάτι που το έχω βιώσει. Αλλά ποτέ δεν το άφησα να με σταματήσει ή να με μειώσει. Αντίθετα, έγινε ένα ακόμη κίνητρο για να προχωρήσω μπροστά.

Μπορείς να μοιραστείς κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που ένιωσες ότι αντιμετωπίστηκες διαφορετικά ως γυναίκα σεφ στη Γαλλία;

Ναι, θυμάμαι ένα περιστατικό πριν περίπου πέντε χρόνια. Είχα έναν πολύ καλό πελάτη, Αμερικανό, που πλέον είναι φίλος, και κάθε φορά που βρισκόταν στην Ευρώπη, έπρεπε να πάρω αεροπλάνο για να τον μαγειρέψω. Μια φορά βρισκόταν στις Κάνες, σε ένα από τα ξενοδοχεία του, μαζί με την οικογένειά του και δύο φίλους από την Αμερική. Ήξερα ακριβώς τι ήθελε να φάει και ήμουν προετοιμασμένη με όλο τον εξοπλισμό μου. Όμως ο σεφ του ξενοδοχείου εκνευρίστηκε απίστευτα που δεν θα μαγείρευε αυτός για τον ιδιοκτήτη και μόλις μπήκα, τρελάθηκε. Μου άφησε μόνο δύο ανθρώπους για βοήθεια σε ένα πιάτο που κανονικά χρειάζονταν τουλάχιστον επτά σεφ. Ήταν πολύ αρνητικός και θεωρώ ότι η στάση του ήταν επειδή ήμουν γυναίκα· αν ήμουν άντρας, θα ήταν αλλιώς. Μου είπε μάλιστα: «Το φέρατε το κραγιονάκι σας μαζί σας, μαντάμ;» (γέλια) Και του απάντησα αμέσως: «Γιατί δεν θα σας το δανείσω;» (γέλια) Ήταν μια αστεία, αλλά και πολύ χαρακτηριστική εμπειρία για το πώς πολλές φορές οι γυναίκες σεφ αντιμετωπίζονται διαφορετικά, ακόμη και σε χώρους υψηλής εστίασης.

Μπορείς να υποδεχτείς τον τίτλο πλέον της «εθνικής μας μαγείρισσας»;

Όχι, δεν μου αρέσουν αυτοί οι τίτλοι. Τι σημαίνει πραγματικά; Για μένα η χαρά έρχεται με άλλους τρόπους. Θυμάμαι, για παράδειγμα, όταν πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ και με πλησιάζουν κυρίες και μου λένε: «Αχ, Ντινάκι μου, μαζί τα μεγαλώσαμε τα παιδιά μας!» Τότε που ήμουν στο Star και μαγείρευα καθημερινά με τον Θανάση Πάτρα για επτά χρόνια, οι μητέρες αυτές είχαν τα παιδιά τους στην ίδια ηλικία με τα δικά μου. Και εγώ τους έλεγα τι άρεσε στο Γιώργο, τι στον Στυλιανό. Αυτή η οικειότητα, που δημιουργείται μέσα από το λαϊκό μέσο της τηλεόρασης, είναι που με γεμίζει. Κακά τα ψέματα, κάνω είκοσι χρόνια τηλεόραση στην Ελλάδα και αυτά τα μικρά καθημερινά «ευχαριστώ» και οι στιγμές σύνδεσης με τον κόσμο μου δίνουν πολύ περισσότερη χαρά από οποιονδήποτε τίτλο.

Υπήρξε κάποια μεγάλη γνωστή μαγείρισσα στην Ελλάδα που είχες σαν πρότυπο; Τη Βέφα Αλεξιάδου;

Ναι, με τη Βέφα είχα μια ιδιαίτερη σχέση. Στην αρχή ήταν πολύ επιθετική μαζί μου, γιατί βρισκόμασταν στο Παρίσι. Όταν της εξήγησα όμως ότι δεν έχει να φοβάται τίποτα από μένα, τα πράγματα άλλαξαν. Στο τέλος, κάθε φορά που ερχόταν στο Παρίσι με έπαιρνε τηλέφωνο, ερχόταν στο «Evi Evane» στο εστιατόριό μας και τρώγαμε μαζί. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε βραβευτεί και οι δύο για τα βιβλία μας, εγώ για το γαλλικό και εκείνη για ένα αγγλικό που είχε κάνει, ήρθε στο εστιατόριο και φάγαμε μαζί. Είχε χάσει τα κορίτσια της τότε. Είχα πραγματικά πολύ καλή σχέση με την κόρη της την Αλεξία, και μέσα από αυτή τη σχέση κατάλαβα πόσο κυρία ήταν η Βέφα: ποτέ δεν εκλαΐκευσε τον πόνο της, πάντα με αξιοπρέπεια και σεβασμό.

Η σχέση σας ήταν καλή μέχρι το τέλος;

Η σχέση μας ήταν πολύ καλή μέχρι την τελευταία στιγμή. Θυμάμαι μια φορά που μου είπε με μεγάλη θλίψη: «Ντίνα μου, ξέρεις τι με στενοχωρεί πιο πολύ; Ότι τα κορίτσια μου θα μπορούσαν να ζούσαν αν πρόσεχαν την υγεία τους.» Φαντάσου πόσο δύσκολο ήταν αυτό για μια μάνα. Είχαμε επικοινωνία μέχρι την τελευταία στιγμή, αλλά υπήρχαν και στιγμές που κάτι δεν πήγαινε καλά. Θυμάμαι, με πήρε τηλέφωνο για μια παρουσίαση και μου είπε ότι δεν ήρθα, ενώ εγώ δεν είχα ενημερωθεί. Τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν ήταν όπως έπρεπε. Η Βέφα άνοιξε το δρόμο στην ελληνική τηλεοπτική μαγειρική, έβαλε τις γυναίκες της προηγούμενης γενιάς να στραφούν στο τραπέζι και τη σωστή κουζίνα. Ήταν τηλεοπτική μαγείρισσα με σωστή άρθρωση, σωστό λόγο και άψογα βήματα στη μαγειρική. Ήταν πραγματικά ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ελληνική μαγειρική και τηλεόραση.

Με την Ελένη Μενεγάκη μαγείρεψες ποτέ; Πώς ήταν η εμπειρία;

Κάποια φορά με είχαν καλέσει να συμμετάσχω στο πλαίσιο της εκπομπής της, αλλά εκείνη την περίοδο ήμουν στο Star και δεν ήθελα να φύγω. Την τελευταία της χρονιά, όμως, πήγα και μαγειρέψαμε μαζί και ενθουσιάστηκα. Η Ελένη είναι εκπληκτική προσωπικότητα. Έχω δουλέψει με πολλές παρουσιάστριες δίπλα μου, αλλά εκείνη ξεχωρίζει. Πανέξυπνη, πάρα πολύ ικανή και από τις καλύτερες παρουσίες που πέρασαν από την ελληνική τηλεόραση. Της έχω πραγματικά λατρεία. Η σχολή Ελένης Μενεγάκη, όπως λέω, είναι κάτι που σέβομαι και εκτιμώ βαθιά.

Στα τόσα χρόνια μέσα στις κουζίνες σου, έχει συμβεί κάποιο περίεργο ή ακραίο περιστατικό; Κάποιο ατύχημα, ας πούμε;

Ναι, μου έχει συμβεί. Έχω κάψει τον εαυτό μου με βραστό λάδι. Έπεσε πάνω μου και έπαθα πρώτο βαθμό έγκαυμα. Το τύλιξα, τέλειωσα την βάρδια μου και μετά από δύο ώρες πήγα στο νοσοκομείο. Έκανα και πλαστική για να το φτιάξω μετά. Αλλά ξέρεις, είμαι πολύ άνθρωπος του καθήκοντος. Ποτέ δεν εγκατέλειψα το πιάτο ή τη δουλειά μου. Ήταν επώδυνο και ψυχικά και σωματικά, αλλά όταν είσαι σε μια κουζίνα και έχεις ευθύνη για αυτό που φτιάχνεις, απλώς δεν εγκαταλείπεις. Καλώς ή κακώς, έτσι λειτουργώ.

Η τελευταία στιγμή που λύγισες ήταν η απώλεια του πατέρα σου; Ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου;

Ναι, ήταν μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι οι γονείς μου θα φύγουν. Θυμάμαι τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι δεν θα ξαναπώ τη λέξη «μπαμπά» ή όταν έπρεπε να σβήσω το τηλέφωνό του από το κινητό μου. Είχα ακόμη μια φωτογραφία του που μου είχε κάνει μια γκριμάτσα και μου ήταν πολύ δύσκολο. Ο πατέρας μου, μέχρι τις τελευταίες του μέρες, ήταν άνθρωπος που κάθε μέρα σου έλεγε κάτι σημαντικό. Μας έμαθε ότι πρέπει να έχουμε δική μας δουλειά και ότι δεν υπάρχουν άντρες και γυναίκες, υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν και άνθρωποι που δεν δουλεύουν. Ήταν αγρότης με απίστευτη παιδεία και αρχές. Η απώλειά του μας σόκαρε και τους τρεις μας. Χρειάστηκα τη βοήθεια ειδικού για να το διαχειριστώ και με βοήθησε πολύ. Είμαι άνθρωπος του συναισθήματος και του πάθους, όλα τα βιώνω έντονα, εκτός από τη δουλειά, εκεί είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη και αφοσιωμένη.

 

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ