Όταν ο Τ.Σ. Έλιοτ έγραφε πως ο κόσμος δεν θα σβήσει μ’ έναν κρότο αλλά μ’ έναν ψίθυρο, δύσκολα θα φανταζόταν ότι ο ψίθυρος αυτός θα μπορούσε κάποτε να ακούγεται σαν παιδικό τραγουδάκι. Η Λένα Διβάνη δανείζεται τον στίχο του για τίτλο και τον γυρίζει ανάποδα: στο νέο της μυθιστόρημα, «Έτσι τελειώνει ο κόσμος» που κυκλοφόρησε στα τέλη Απριλίου από τις εκδόσεις Πατάκη, το τέλος δεν είναι μια στιγμή καταστροφής αλλά μια αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη αποσύνθεση εκείνη ακριβώς που ζήσαμε όλοι μας τα τελευταία χρόνια χωρίς πάντα να την καταλαβαίνουμε.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Στο κέντρο της ιστορίας στέκονται δύο αγόρια που τα ένωσε το ίδιο θρανίο και τα χώρισαν όλα τα υπόλοιπα. Ο Άλκης μεγαλώνει στη ζεστασιά μιας ισχυρής δεξιάς οικογένειας και κουβαλά το όνομα, τη γοητεία και τις πόρτες που ανοίγουν μόνες τους. Ο Στράτος, γιος ενός αριστερού δασκάλου της επαρχίας, δεν έχει να επιδείξει τίποτα παρά την οξύτητα του μυαλού του. Η Διβάνη τους στήνει σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, σαν δύο εκδοχές μιας Ελλάδας που για δεκαετίες κοιταζόταν με καχυποψία και πόθο μαζί. Η φιλία τους αρχίζει αθώα και καταλήγει εκεί που καταλήγουν συχνά οι μεγάλες φιλίες όταν μπει στη μέση η εξουσία: σε μια ψυχρή προσπάθεια του ενός να φάει τον άλλον πριν προλάβει να φαγωθεί ο ίδιος.

Γύρω τους κινούνται τρεις γυναίκες που παλεύουν να υπάρξουν σ’ έναν χώρο φτιαγμένο από άντρες και για άντρες, τα παρασκήνια των μέσων και της πολιτικής, όπου το ταλέντο σπάνια αρκεί και η σιωπή σχεδόν πάντα κοστίζει. Και πάνω απ’ όλους δεσπόζει μια από εκείνες τις Ελληνίδες μανάδες των οποίων η αγάπη μοιάζει με στοργή και λειτουργεί σαν καταβρόχθιση, ικανή να αφανίσει ολόκληρο τον κόσμο για χάρη του γιου της και, στο τέλος ίσως, και τον ίδιο τον γιο.
Ο χρόνος της ιστορίας έχει κατεύθυνση, και η κατεύθυνση είναι προς τα κάτω. Ξεκινάμε από τα χρόνια του πασοκικού θριάμβου, τότε που η χώρα πίστευε ότι όλα ήταν εφικτά, και φτάνουμε στη μαύρη κορύφωση της κρίσης, στην εθνική ταπείνωση που μας ξαναέμαθε τι σημαίνει ντροπή. Μέσα σ’ αυτές τις δεκαετίες, υπαινίσσεται η συγγραφέας, επωάστηκαν τα αυγά απ’ όπου βγήκαν τα «τέρατα» της ιστορίας της. Δεν πρόκειται για πλάσματα του φανταστικού· είναι άνθρωποι που τους έφτιαξε ο τόπος, η εποχή και οι σιωπηρές μας συναινέσεις.
Το «Έτσι τελειώνει ο κόσμος» διαβάζεται ως μυθιστόρημα, αλλά κάτω από την επιφάνεια δουλεύει σαν νυστέρι. Η Διβάνη ανατέμνει τον πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και συναισθηματικό μας ξεπεσμό με ένα χιούμορ που δαγκώνει, και υπάρχει μια σκοτεινή ειρωνεία στο ότι η ιστορία της θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί και σαν εγχειρίδιο για κάθε νεαρό φιλόδοξο που θέλει να ανέβει πατώντας σε πτώματα.
Είναι το είδος της σάτιρας που δεν σε αφήνει να γελάσεις ανέμελα, γιατί κάπου μέσα της αναγνωρίζεις και τον εαυτό σου και αναρωτιέσαι πόσο αληθινός είσαι τελικά, πόσο από αυτό που δείχνεις στους άλλους αντέχει στ’ αλήθεια τον έλεγχο.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το θέμα το καταπιάνεται η Λένα Διβάνη. Επί χρόνια δίδαξε Ιστορία της Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική της Αθήνας, ώσπου το 2022 παραιτήθηκε από την έδρα της για να επιστρέψει πίσω της έχει ιστορικές μελέτες κι ένα πλήθος μυθιστορημάτων που έχουν μεταφραστεί και μεταφερθεί στην τηλεόραση. Ξέρει, δηλαδή, και την Ιστορία ως επιστήμη και την Ιστορία ως αφήγηση, κι αυτή η διπλή ματιά διατρέχει κάθε σελίδα.
Έτσι τελειώνει ο κόσμος: η Λένα Διβάνη και τα «τέρατα» που μεγαλώσαμε
Μένει το τραγουδάκι. «Να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί;» τραγουδούν τα παιδιά, κι ο στίχος στοιχειώνει όλο το βιβλίο σαν παιδική κατάρα. Η Διβάνη δεν βιάζεται να μας δώσει την απάντηση· την αφήνει σ’ εμάς. Κι ίσως αυτή η ερώτηση, που τη γυρνάμε στο μυαλό μας αφού κλείσουμε το βιβλίο, να αποδειχθεί τελικά πιο τρομακτική από κάθε τέλος του κόσμου: μήπως ο κόσμος δεν τελειώνει καθόλου, αλλά απλώς αλλάζει, παίρνοντας κάθε φορά το πρόσωπο εκείνων που άφησαν τον εαυτό τους να φαγωθεί.










