Konstantinos Gerou
«Κατά συρροήν σαγηνεύτρια». Έτσι χαρακτήριζαν –και όχι άδικα– τη Μπριζίτ Μπαρντό, τη γυναίκα που σημάδεψε όσο λίγες τον γαλλικό και παγκόσμιο κινηματογράφο, όχι μόνο με την ομορφιά της αλλά και με τη θυελλώδη προσωπική της ζωή. Η ίδια αναζητούσε διαρκώς το απόλυτο πάθος, εκείνο που θα τη συγκινούσε πραγματικά, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως θα άφηνε πίσω της συντρίμμια. Η πανέμορφη Γαλλίδα ηθοποιός παντρεύτηκε τέσσερις φορές και είχε παραδεχτεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι στη ζωή της είχε περισσότερους από 100 εραστές, ανάμεσά τους και γυναίκες. «Ήξερα ότι η καριέρα μου βασιζόταν μόνο στην εμφάνισή μου. Έτσι αποφάσισα να αφήσω τον κινηματογράφο όπως άφηνα πάντα τους άνδρες – πριν προλάβουν να με αφήσουν εκείνοι», είχε πει χαρακτηριστικά. Στο βιβλίο της «Larmes de combat», μίλησε ανοιχτά για τους γάμους της αλλά και για τις απιστίες της: «Σε κάθε σχέση αναζητούσα άλλους έρωτες όταν αυτό που είχα γινόταν χλιαρό. Δεν άντεχα το ενδιάμεσο. Ήθελα πάθος. Γι’ αυτό ήμουν συχνά άπιστη. Και όταν το πάθος τελείωνε, ετοίμαζα τις βαλίτσες μου».

Από το μπαλέτο στον μύθο και τον πρώτο γάμο
Η Μπριζίτ Μπαρντό γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, σε μια εύπορη οικογένεια στο Παρίσι. Μεγάλωσε στο 16ο διαμέρισμα, κοντά στον Πύργο του Άιφελ, ενώ οι γονείς της τη γράφουν από μικρή σε σχολή μπαλέτου. Το 1949 κάνει το ντεμπούτο της ως μοντέλο και στα 15 της ποζάρει για το εξώφυλλο του Elle. Στα 18 της υιοθετεί το στιλ που θα τη μετατρέψει σε σύμβολο του σεξ: έντονες φράντζες, σαρκώδη χείλη και ρούχα που αναδείκνυαν τη σιλουέτα της.

Στον χώρο του μόντελινγκ γνωρίζει τον Ροζέ Βαντίμ, τον πρώτο σύζυγό της. Ο έρωτάς τους ήταν θυελλώδης και παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της –που έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν να τη στείλουν στην Αγγλία– η σχέση συνεχίστηκε. Όταν η Μπαρντό επιχείρησε να αυτοκτονήσει από απελπισία, οι γονείς της υποχώρησαν, με τον όρο να παντρευτούν όταν ενηλικιωθεί.

Ο γάμος έγινε το 1952. Η καριέρα της εκτοξεύθηκε με την ταινία «Και ο Θεός Έπλασε τη Γυναίκα» (1956), όμως ο γάμος κατέρρευσε μέσα στις απιστίες και των δύο. Ο ίδιος ο Βαντίμ είχε πει: «Ήξερα τι συνέβαινε. Προτιμούσα μια άπιστη γυναίκα με πάθος, παρά μια γυναίκα που αγαπούσε μόνο εμένα».

Πάθος, εγκατάλειψη και μια δύσκολη μητρότητα
Ακολούθησαν σχέσεις με τον Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, τον Ζιμπέρ Μπεκώ και άλλους άνδρες, μέχρι τον δεύτερο γάμο της με τον Ζακ Σαρριέ το 1959, με τον οποίο απέκτησε τον μοναχογιό της, Νικόλα. Η εγκυμοσύνη υπήρξε τραυματική εμπειρία για την ίδια, την οποία περιέγραψε με σκληρές λέξεις στην αυτοβιογραφία της. Ο Σαρριέ ανέλαβε την επιμέλεια του παιδιού μετά τον χωρισμό τους το 1962, με την Μπαρντό να δηλώνει: «Δεν είμαι φτιαγμένη για να είμαι μητέρα».

Οι σχέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη: Γουόρεν Μπίτι, Σερζ Γκενσμπούρ, Νίνο Φερέρ. Το 1966 παντρεύτηκε τον Γκούντερ Σακς, έναν δισεκατομμυριούχο πλέιμποϊ, ο οποίος την είχε εντυπωσιάσει ρίχνοντας τριαντάφυλλα με ελικόπτερο στο σπίτι της στο Σεν Τροπέ. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια, αλλά παρέμειναν φίλοι. «Ένας χρόνος με την Μπαρντό άξιζε όσο δέκα με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα», είχε πει ο Σακς.

Το 1992, παντρεύτηκε για τέταρτη φορά τον Μπερνάρ ντ’ Ορμάλ, με τον οποίο έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η Μπριζίτ Μπαρντό έζησε όπως αγάπησε: παθιασμένα, ακραία και χωρίς να κοιτά πίσω. Και ίσως αυτός να ήταν τελικά ο πιο αυθεντικός της ρόλος.











