Από τη Θεοφανία Ανδρονίκου Βασιλάκη
Είναι μεσημεροαπόγευμα και ήδη έχεις αποφασίσει τι θα βάλεις στο event που θα πας πέντε ώρες αργότερα.
Μετά τη μάχη με την ντουλάπα που έχει ξεκινήσει από το πρωί ενώ στεκόσουν μπροστά της με το ένα μάτι ανοιχτό και τον καφέ στο χέρι μήπως ανοίξει και το άλλο, τέσσερις ώρες μετά τα κατάφερες. Βρήκες επιτέλους τι θα φορέσεις λύνοντας τον γυναικείο κύβο του Ρούμπικ που απαιτεί απόλυτη ψυχραιμία, στρατηγική, υπομονή και έμπνευση.

“Τι είδους μαγαζί είναι; Θα είμαι όρθια; Καθιστή; Στο μπαρ”;
“Πόσο ανεβαίνει η φούστα στο σκαμπό η στην καρέκλα”;
“Μήπως παντελόνι που είναι πάντα πιο safe”;
“Κάτσε, πρέπει να πηγαίνει και με το καινούργιο κραγιόν μου; Δώδεκα καφέδες μου κόστισε”.
“Είναι μάτσι-μάτσι τα χρώματα ή δεν με ξεπλένει τίποτα έτσι και πέσω πάνω στη Βίκυ Καγιά; (Ωχ! Και στην Ηλιάνα Παπαγεωργίου. Ξέχασα ότι υπήρξαν δύο οι εφιάλτες στο shoping star)”

“Από μένα είναι όχι”. Λάθος, αυτό είναι από άλλη εκπομπή.

«Η ιδέα ήταν καλή, στην εκτέλεση είχαμε προβλήματα»
Ωχ, σα να τις ακούω να τσακώνονται ποια θα μου βάλει 2!
«Όχι, Θεοφανία μου, θα σηκωθούν τα γαρίφαλα και θα φύγουν»
«Δεν είσαι πολύ ωραία, ούτε συμπαθητική»

Τις διώχνω και τις δύο, αλλά τι θα γίνει με αυτή τη φωνή στο κεφάλι μου που με εμποδίζει κάθε φορά να γίνω όμορφη;
Και όχι τίποτε άλλο, αλλά επέμενε: “Βάλε μαύρα, άχαστο!”
-“Μα κοίτα τι ωραίο είναι αυτό το πουκαμισάκι το ροζ” απαντούσα νιαουρίζοντας.
–“Χάρισε το στη βαφτιστήρα σου”
–“Μα είναι 8 χρονών”
-“Το ίδιο λέμε”
Ο διάλογος παύλα μονόλογος κράτησε αρκετά με ανταλλαγές γαλλικών ανάμεσα σε μένα και τις ανασφάλειες μου και η κατάληξη ήταν όπως πάντα η ίδια: μαύρα.
Κόβουν, ψηλώνουν, και δεν βρίσκεσαι ποτέ στο κέντρο της προσοχής. Πολλές φορές βέβαια υπάρχει ο κίνδυνος να σου παραγγείλουν ποτό, ή να σε ρωτήσουν που είναι η τουαλέτα, αλλά αν είναι να δείχνω έστω και πέντε κιλά πιο αδύνατη, δε βαριέσαι, τους τη δείχνω. “Να εδώ δεξιά”
Και έρχεται το υπαρξιακό, βαθυστόχαστο, κομβικό, καθοριστικό ερώτημα παύλα δίλημμα να δώσει την έναρξη σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων: “τι παπούτσια θα φορέσω;”
Όχι που να το παινευτώ, αλλά ένα διαράκι 50 τετραγωνικών στην ταράτσα θα με βόλευε για να βάλω όσα έχω αγοράσει, είτε τα χρειαζόμουν, είτε ήθελα να κάνω την Κάρι Μπράντσο στο ζουμερό της, είτε ξεπερνούσα κάποιον πρώην και προτιμούσα το shopping therapy από δυο κιλά παγωτό μετά την πίτσα, κλαίγοντας με τι πιτζάμες μπροστά στην τηλεόραση.
Γόβες:”Αν χρειαστεί να μείνω όρθια μόνο για έξι λεπτά, καταπληκτική επιλογή”

Πέδιλα με μικρό τακούνι: “Το έλεγα ότι πρέπει να πάω για πεντικιούρ και ας έχει 20 βαθμούς”

Πλατφόρμες: Έτσι και μου γυρίσει το πόδι σε κανένα σκαλί, δεν θα χρειαστεί να χολοσκάω για παπούτσια, για παααρα πολύ καιρό”

Μπαλαρίνες: “Οι παντόφλες μου έχουν ψηλότερο τακούνι. Με αυτά δεν θα φτάνω ούτε στη μπάρα”

Oxfords: “Αν αποφασίσω να αφήσω αξύριστες τις μασχάλες μου και να γραφτώ στο κόμμα της Κωνσταντοπούλου, ίσως να τα προτιμήσω”

Loafers “Εδώ πρέπει να αφήσω και το μουστάκι μου να μεγαλώσει, οπότε όχι”

Espadrilles: “Αυτά τα κορδόνια, πως σταθεροποιούνται;”

Μποτάκια: “Καλά, δεν μπήκε και ο χειμώνας”

Τι έβαλα;
Μα τα υπέροχα καταπληκτικά sneakers μου με τα πανέμορφα χρυσά στολίδια τους που πάνε με όλα, από γρήγορο περπάτημα μη χάσω το τελευταίοα μετρό, μέχρι τους τρεις πόντους ύψους που μου δίνουν και (ναι) φτάνω στη μπάρα!











