Ξεκάθαρος ως προς τη στάση του απέναντι στο πολίτευμα της χώρας εμφανίστηκε ο Παύλος Ντε Γκρες, τονίζοντας πως η Ελλάδα βαδίζει ακλόνητα στον δρόμο της Δημοκρατίας και πως δεν υπάρχει καμία σκέψη ή προοπτική επιστροφής στη βασιλεία. Μιλώντας στο βραδινό πρόγραμμα του ANT1, υπογράμμισε ότι θέλει να είναι χρήσιμος στη χώρα, έχοντας πλέον ελληνική υπηκοότητα και ζώντας ως Έλληνας που μεγάλωσε στο εξωτερικό αλλά επέστρεψε συνειδητά στην πατρίδα.

«Πολλά περνάνε από το μυαλό μου, αλλά δεν είμαι πολιτικός»
Απαντώντας στο ενδεχόμενο να ιδρύσει κόμμα – όπως είχε κάνει στη Βουλγαρία ο τελευταίος βασιλιάς της χώρας – ο Παύλος Ντε Γκρες δήλωσε: «Πολλά περνάνε από το μυαλό μου. Με ενδιαφέρει η πολιτική πάρα πολύ, η ζωή μου έχει αλλάξει λόγω της πολιτικής, σπούδασα διεθνείς σχέσεις στην Αμερική, αλλά δεν είμαι πολιτικός. Η πολιτική είναι μια τέχνη που λύνει τα προβλήματα μιας κοινωνίας. Εγώ προσπαθώ να βρω δικούς μου τρόπους να βοηθήσω την κοινωνία».

Παράλληλα ξεκαθάρισε: «Η Δημοκρατία και το Σύνταγμα είναι πολύ σίγουρα. Είμαστε στο 2026, η Δημοκρατία συνεχίζει δυνατά, δεν τίθεται καθόλου θέμα επιστροφής στη βασιλεία». Για τη ζωή του σήμερα στην Ελλάδα είπε: «Έχω πάρει υπηκοότητα και ζω με το όνομά μου μαζί σας. Είμαι Έλληνας που μεγάλωσε στο εξωτερικό και έχω επιστρέψει. Θέλω να είμαι χρήσιμος στη χώρα μου, δεν ζητώ να κάνω κάτι διαφορετικό».
«Θέλω να βοηθήσω τη νεολαία και να γεφυρώσω τη διασπορά με την Ελλάδα»
Ο Παύλος Ντε Γκρες μίλησε με ιδιαίτερη θέρμη για τη νέα γενιά και για την ανάγκη να δημιουργηθούν γέφυρες ανάμεσα στους Έλληνες του εξωτερικού και όσους ζουν στη χώρα: «Έχω μεγάλη αγάπη και θέληση να βοηθήσω τη νεολαία. Νιώθω ότι μπορώ να γεφυρώσω τους Έλληνες της διασποράς με τη χώρα. Να δουλέψω και με τους Έλληνες που είναι εδώ και διψάνε για έναν άλλο τρόπο να δουλέψουν. Χρειάζεται να βρούμε τρόπους να είμαστε παραγωγικοί και χρήσιμοι στην κοινωνία».

Αποκάλυψε, μάλιστα, ότι έχει στο μυαλό του μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία: «Έχω ιδέα να δημιουργήσω μια οργάνωση που θα λειτουργεί και θα βοηθήσει να κρατήσει τους 500.000 που φεύγουν και να συνδεθούν με τα 10 εκατομμύρια που ζουν έξω από τη χώρα. Η δύναμη που έχει η Ελλάδα είναι αυτό το πράγμα. Κάθε κυβέρνηση προσπαθεί, αλλά θέλω κι εγώ από τη μεριά μου να δοκιμάσω να κάνω ό,τι μπορώ με αυτές τις ιδέες».
Για την ελληνική πολιτική ζωή σχολίασε: «Σε 1,5 χρόνο θα έχω δικαίωμα να ψηφίσω. Στα 50 χρόνια δεν υπήρχε κανείς πρόεδρος κόμματος που να μην ήθελε να αφήσει τη χώρα σε καλύτερο επίπεδο από ό,τι την παρέλαβε». Αναφερόμενος στη σημερινή κυβέρνηση, στάθηκε στις κρίσιμες στιγμές του Έβρου και της πανδημίας, σημειώνοντας: «Η κυβέρνηση είχε πολύ καλή επικοινωνία για να ανοίξει ο τουρισμός το καλοκαίρι εκείνο. Η οικονομία της Ελλάδας ανέβηκε, κλείσαμε το Χρηματιστήριο ως ένα από τα καλύτερα. Τώρα έχουμε άλλες δυσκολίες με την καθημερινότητα. Αν δεν μπορείς να βάλεις φαγητό στο τραπέζι, αν δεν μπορείς να πληρώσεις ενοίκιο, δεν νιώθεις σίγουρος και αυτό είναι το πρόβλημα που πρέπει να λύσει η Ελλάδα». Για τους θεσμούς ήταν κατηγορηματικός: «Οι θεσμοί είναι αξιοκρατία, διαφάνεια, ασφάλεια και δικαιοσύνη. Όταν δεν λειτουργούν σωστά, χάνεται η εμπιστοσύνη του κόσμου προς το κράτος».

Στο ζήτημα της μετανάστευσης έφερε ως παράδειγμα τον Γιάννης Αντετοκούνμπο: «Εδώ έχουμε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο που είναι η σημαία μας στο εξωτερικό. Αν ήμουν αρχηγός κράτους θα είχα βραβεύσει τη μητέρα του γιατί μεγάλωσε Έλληνες. Αυτός είναι ο μετανάστης που θέλουμε». Για το επίθετο «Ντε Γκρες» εξήγησε: «Μου αρέσει, μου πάει. Το χρησιμοποιούσε ο θείος μου ο Μιχαήλ στη Γαλλία ως συγγραφέας. Δεν είναι τίτλος. Ήταν πολλά χρόνια που κυκλοφορούσαμε χωρίς επίθετο και αυτό ήταν πολύ δύσκολο».
Τέλος, μίλησε με τρυφερότητα για τη σύζυγό του Μαρί Σαντάλ και την οικογένειά τους: «Σε ένα πάρτι στη Νέα Ορλεάνη την είδα και έμεινα ξερός. Εκείνη ήθελε πέντε παιδιά και πέντε έχουμε. Είναι το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να έχει κανείς. Είναι εξαιρετικός άνθρωπος, δουλεύει σκληρά, εξαιρετική μητέρα, αγαπάει τα παιδιά της». Για τα παιδιά τους αποκάλυψε: «Τους άρεσε πολύ η επιστροφή στην Ελλάδα. Αγαπάνε την πατρίδα μας. Τρώγαμε όλοι μαζί μεσημεριανό και βραδινό. Κάναμε ένα αγαπημένο σπίτι».










