Σε μια από τις σπάνιες τηλεοπτικές του συνεντεύξεις, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος βρέθηκε το Σάββατο (20/6) στο «Χαμογέλα και Πάλι», όπου μίλησε για την πορεία του στην υποκριτική, την αγάπη του για την τηλεόραση και τις δυσκολίες της εποχής. Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η στιγμή που η συζήτηση έφτασε στην πρόσφατη απώλεια του πατέρα του, με τον αγαπημένο ηθοποιό να μην μπορεί να κρύψει τη συγκίνησή του.
«Συνήθως δεν βγάζω προς τα έξω την προσωπική μου ζωή, η περίπτωση του πατέρα μου ήταν κάτι το οποίο είχα πολύ ανάγκη. Η παρακαταθήκη που μου άφησε ήταν το ότι δεν χρειάζεται να κυνηγάς σαν λυσσασμένος να αποδείξεις το τι είσαι, ότι μπορείς με την αγάπη που έχεις για τα πράγματα και τους ανθρώπους να έχεις μία ιδιαίτερη αξία στον κόσμο», είπε.
«Πρώτα νιώθεις την απουσία και μετά από ένα διάστημα την απώλεια, μετά είναι πιο δύσκολο», ανέφερε για τον χαμό του πατέρα του, ενώ όταν η κουβέντα έγινε πιο προσωπική, ζήτησε διακριτικά να αλλάξει θέμα, λέγοντας: «Ας πούμε κάτι άλλο, είναι πολύ φρέσκο».
Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος αναφέρθηκε και στην αγάπη του για τα σκυλιά, τονίζοντας πως δεν είναι ιδιοκτησίες μας.
«Είμαι πολύ τυχερός και ευλογημένος που κάνω αυτή τη δουλειά, γιατί μπορώ σε δύσκολες καταστάσεις να χάνομαι, να είμαι κάποιος άλλος. Είναι και ψυχοθεραπευτικό για μένα, αλλά και η διέξοδός μου».
«Κάθε εποχή έχει τις δυσκολίες της. Πιστεύω ότι τώρα ζούμε σε μία περίεργη εποχή, που έχει ιδιαίτερες δυσκολίες για όλους μας, αλλά κυρίως για τους νέους, γιατί είναι σαν να έχει χαθεί η ελπίδα, σαν να είναι όλα fast food. Το χειρότερο πράγμα που νιώθω ότι περνάνε τα νεότερα παιδιά είναι ότι δεν βλέπουν φως στο τούνελ».
«Η μόνη συμβουλή που θα μπορούσα να δώσω είναι όποιο πράγμα γουστάρουν στη ζωή τους να το κυνηγήσουν μέχρι αηδίας».
Όπως είπε, είχε δώσει όριο στον εαυτό του μέχρι τα 30 του χρόνια να μπορεί να σταθεί οικονομικά με την ηθοποιία, ενώ τόνισε πως τα «Εγκλήματα» ήταν η σειρά-σταθμός της ζωής του.
«Αγαπώ την τηλεόραση, μου έδωσε την ευκαιρία να με γνωρίσει και να με αγαπήσει ο κόσμος. Προσπαθώ να την τιμώ με τις καλύτερες δουλειές που μου έρχονται ως προτάσεις και να μην την δω ως δουλειά».










